Loading...

Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

ΠΕΡΙ ΤΗΣ "ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ" ΤΟΥ 2016

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ Ἤ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗ
Η ΣΥΓΚΛΗΘΗΣΟΜΕΝΗ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΟ 2016;
 
Σεβ. Μητροπ. Πειραιῶς κ. Σεραφείμ

             Σημείωσις: Τό κείμενο πού ἀκολουθεῖ καταχωρείται λόγῳ  τῆς  ἱστορικῆς  του  σημασίας.

1. Οἱ ἀσφαλιστικές δικλείδες μιᾶς Ὀρθοδόξου καί ἀληθοῦς Συνόδου.
Ἐκφράζοντας τήν ἀλάνθαστη καί διαχρονική συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης γράφει γιά τά κριτήρια οἰκουμενικότητος μιᾶς Συνόδου καί τόν τρόπο συγκλήσεώς της. Σημειώνει ὅτι τέσσερα εἶναι τά γνωρίσματα τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων:
α) Τό πρῶτο «ἰδίωμα ὅλων τῶν οἰκουμενικῶν» Συνόδων εἶναι «τό νά συναθροίζωνται διά προσταγῶν, οὐχί τοῦ Πάπα, ἤ τοῦ δεῖνος Πατριάρχου, ἀλλά διά προσταγῶν Βασιλικῶν». Στήν ἐποχή μας, ὅμως, πού δέν ὑπάρχει Αὐτοκράτορας ἤ Βασιλεύς, γιά νά συγκαλέσει Οἰκουμενική Σύνοδο, μπορεῖ αὐτό νά τό κάνει ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης, μέ τήν συναίνεση, βεβαίως, τῶν ἄλλων Προκαθημένων.
 β) Τό δεύτερο ἰδίωμα εἶναι «τό νά γίνεται ζήτησις περί πίστεως, καί ἀκολούθως να ἐκτίθεται ἀπόφασις, καί ὅρος δογματικός εἰς κάθε μίαν ἀπό τάς Οἰκουμενικάς, ἀλλά καί τοῦτο εἰς τινας Τοπικάς ἠκολούθησεν».
γ) Τό τρίτο ἰδίωμα εἶναι «τό νά ἦναι πάντα τά ἐκτιθέμενα παρ’ αὐτῶν δόγματα καί οἱ Κανόνες, ὀρθόδοξα εὐσεβῆ καί σύμφωνα ταῖς θείαις Γραφαῖς, ἤ και ταῖς προλαβούσαις Οἰκουμενικαῖς Συνόδοις». Στό σημεῖο αὐτό ἰσχύει ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ: «Τάς γενομένας συνόδους, ἡ εὐσεβής πίστις κυροῖ καί πάλιν, ἡ τῶν δογμάτων ὀρθότης κρίνει τάς Συνόδους» καί «ἐκείνας οἶδεν ἁγίας καί ἐγκρίτους Συνόδους ὁ εὐσεβής τῆς Ἐκκλησίας κανών, ἅς ὀρθότης δογμάτων ἔκρινεν»[1].
Καί δ) τό τέταρτο ἰδίωμα εἶναι «τό νά συμφωνήσουν καί νά ἀποδεχθοῦν τά παρά τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων διορισθέντα καί κανονισθέντα, ἅπαντες οἱ Ὀρθόδοξοι Πατριάρχαι καί Ἀρχιερεῖς τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, εἴτε διά τῶν ἰδίων τοποτηρητῶν ἤ καί τούτων ἀπόντων, διά γραμμάτων αὐτῶν». Αὐτή ἡ συμφωνία τῶν Πατριαρχῶν εἶναι ὁ συστατικός χαρακτήρας, πού τίς καθιστᾶ Οἰκουμενικές, ἀλλά καί ὁ διακριτικός χαρακτήρας πού διακρίνει τήν Οἰκουμενική Σύνοδο ἀπό τήν Τοπική[2].
Οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι, λοιπόν, ἀποτελοῦν τήν ὑψίστη αὐθεντία στήν Ἐκκλησία καί εἶναι χαρισματικά γεγονότα, ἀφοῦ στήν πραγματικότητα τό βάρος τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων προσδιορίζεται ἀπό τό μεγάλο δογματικό θέμα, μέ τό ὁποῖο ἀσχολοῦνται καί ἀπό τήν παρουσία μεγάλων Πατέρων, πού εἶναι μέλη τους ἤ ἀπό τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων, στήν ὁποία στηρίζονται. Ἄλλωστε, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, πού ἔφθασαν στήν θέωση, φωτίσθηκαν ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα, γι’αὐτό καί βρίσκονταν σέ ὑψηλή πνευματική κατάσταση, γιά νά δεχθοῦν τόν θεῖο φωτισμό[3].

2. Ἡ ἀποτυχία τῆς Συνάξεως τῶν Προκαθημένων.
Ὅσο κι ἄν ἐπιχαίρουν οἱ Προκαθήμενοι γιά τήν ἐπιτυχία τῆς Συνάξεως τῶν Προκαθημένων, πού πραγματοποιήθηκε στήν Κων/λη ἀπό 6 ἕως 9 Μαρτίου ἐ.ἔ. μέ πρωτοβουλία τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκ. Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, γιά τήν μαρτυρία ἑνότητος τῆς Ὀρθοδοξίας καί τον ἡμερολογιακό καθορισμό τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, ἐντούτοις, ὅπως ἀποδεικνύουν τά πραγματικά γεγονότα, πρόκειται δυστυχῶς γιά ἀποτυχία.
Λαμβάνοντας ὑπόψιν τά ἀνωτέρω κριτήρια τῆς συγκλήσεως μιᾶς ἀληθοῦς Ὀρθοδόξου Συνόδου, παρατηροῦμε ὅτι τά τρία ἀπό τά τέσσερα κριτήρια ἀπουσιάζουν παντελῶς.
Κατ’ἀρχήν, δέν ἔγινε καμμιά συζήτηση για θέματα πίστεως. Ὅπως ἀνέφερε στήν προσφώνησή του ὁ Μακ. Πατριάρχης Γεωργίας κ. Ἠλίας, κατά τή διάρκεια τῆς Συνάξεως τῶν Προκαθημένων, «οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι συγκαλοῦντο προκειμένου νά πολεμήσουν τίς αἱρέσεις καί νά ὑπερασπίσουν τήν ἀληθινή διδασκαλία» [4]. Στίς ἡμέρες μας, ἡ παναίρεση τοῦ διαχριστιανικοῦ και διαθρησκειακοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀποτελεῖ τόν ὑπ’ἀριθμόν ἕνα κίνδυνο, πού ὑποσκάπτει τά θεμέλια καί τήν αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθοδοξου Ἐκκλησίας [5]. Ἐπίσης, ἐκρεμμεῖ ἡἀναγνώριση τῶν Συνόδων ἐπί Μ. Φωτίου (879-880) καί ἐπί ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ (1351) ὡς τῆς Η΄ καί Θ΄ Οἰκουμενικῶν Συνόδων [6]. Παραλλήλως, ζοῦμε στόν ἀπόηχο τῶν ἀντορθοδόξων δηλώσεων και ἀποφάσεων, πού ἐλήφθησαν στήν 10η Γενική Συνέλευση τοῦ λεγομένου Π.Σ.Ε. στό Πουσάν τῆς Ν. Κορέας (30-10 / 8-9-2013) [7].
 Ὅλα τά παραπάνω καί  ἄλλα πολλά, δέν συνιστοῦν, κατά τούς Προκαθημένους τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, σοβαρότατα, κρισιμότατα καί ἄμεσα θέματα, πού ἄπτονται τῆς οὐσίας τῆς πίστεως, προκειμένου νά συζητοῦνταν στή Σύναξη καί νά συζητηθοῦν στήν μέλλουσα Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο; Δεύτερον, τά ἐκτεθέντα παρά τῶν Προκαθημένων δέν εἶναι σύμφωνα μέ τά δόγματα καί τους Ἱερούς Κανόνες καί σύμφωνα μέ τίς θεῖες Γραφές ἤ καί τίς προηγούμενες Οἰκουμενικές Συνόδους. Αὐτό φαίνεται στό Κοινό Μήνυμά τους [8], ὅπου τονίζεται μέ έμφαση ἡ προσήλωσή τους στόν διαχριστιανικό, διαπολιτισμικό καί τόν διαθρησκειακό διάλογο (§ 8).
Οὐσιαστικά οἱ Προκαθήμενοι ἀντί νά ἀποκηρύξουν, προβάλλουν τούς συγχρόνους μεθοδευμένους και ἐπιτηδευμένους ἀτέρμονες οἰκουμενιστικούς θεολογικούς διαλόγους, στούς ὁποίους κυριαρχεῖ ἡ ἔλλειψη Ὀρθοδόξου ὁμολογίας, ἡ ἔλλειψη εἰλικρινείας τῶν ἑτεροδόξων, ὁ ὑπερτονισμός τῆς ἀγάπης καί ὁ ὑποτονισμός τῆς ἀληθείας, ἡ παραποίηση τῶν Γραφικῶν χωρίων, ἰδίως τοῦ κατά Ἰωάννην «ἵνα ἕν ὧσιν καθώς ἡμεῖς» [9], ἡ πρακτική τοῦ νά μή συζητοῦνται αὐτά πού χωρίζουν, ἀλλά αὐτά πού ἑνώνουν, ἡ ἄμβλυνση τῶν Ὀρθοδόξων κριτηρίων, ἡ ἀμοιβαία ἀναγνώριση ἐκκλησιαστικότητος, Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, Ἱερωσύνης, Χάριτος, Μυστηρίων, ὁ διάλογος ἐπί ἴσοις ὅροις, ἡ ἀμνήστευση, ἀθώωση καί ἐπιβράβευση τοῦ Δούρειου Ἴππου τοῦ Παπισμοῦ, τῆς ἐπαράτου καί δαιμονικῆς Οὐνίας, ἡ συμμετοχή στό παμπροτεσταντικό λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶνἘκκλησιῶν» ἤ μᾶλλον τῶν αἱρέσεων, ἡ ὑπογραφή ἤ ἀποδοχή κοινῶν ἀντορθοδόξων ἀνακοινωθέντων, δηλώσεων καί κειμένων, δίχα Συνοδικῆς διαγνώμης καί ἀποφάσεως, ὅπως ἀποδείχθηκε στήν τακτική ΙΣΙ τοῦ Ὀκτωβρίου 2009 (π.χ. Λίμα Περοῦ Νοτίου Ἀμερικῆς 1982, Balamand Λιβάνου 1993, Σαμπεζύ Ἐλβετίας 1994, Porto Alegre Βραζιλίας 2006, Ραβέννας 2007, Πουσάν Ν. Κορέας 2013 κ.ἄ.) καί οἱ ἀντικανονικές συμπροσευχές πού προϋποθέτουν τήν ἀπόδοσι ἐκκλησιαστικότητος σέ ἐμμένοντες κακοδόξους και μετοχή στήν αἵρεσι καί ἀμνήστευσι τῆς κακοδοξίας.
Τρίτον, δεν ὑπῆρξε συμφωνία καί ἀποδοχή τῶν διορισθέντων καί κανονισθέντων ὑπό τῆς Συνάξεως ἀπό ὅλους τούς Ὀρθοδόξους Πατριάρχες, τόν κλῆρο καί τόν λαό τῆς Καθολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Αὐτό καταδεικνύεται ἀπό τήν παντελή ἔλλειψη παρουσίας κληρικῶν κατωτέρων βαθμίδων καί τήν ἐκκωφαντική ἀπουσία τῶν λαϊκῶν μελῶν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Καταδεικνύεται, τέλος, ἀπό τήν ἀπουσία τοῦ ἰδίου τοῦ Μακ. Πατριάρχου Ἀντιοχείας κ. Ἰωάννου, ἀπό τήν ἄρνηση τῆς ὑπογραφῆς τοῦ κειμένου τῶν ἀποφάσεων καί τοῦ ἀνακοινωθέντος τῆς Συνάξεως, καθώς καί τη μή συμμετοχή στό Πανηγυρικό Συλλείτουργο τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας τῶν ἐκπροσώπων τοῦ Πατριαρχείου Ἀντιοχείας.
Μέ βάση τά ἀνωτέρω, ὅσοι ἰσχυρίζονται ὅτι «βασικό σημεῖο συγκλίσεως ὑπῆρξε ἡ ὁμοφωνία τῶν ἀποφάσεων τόσο στό προπαρασκευαστικό στάδιο, ὅσο καί κατά τις ἐργασίες τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου» [10], πρέπει νά παραδεχθοῦν, ὅτι ἡ ἴδια ἡ Σύναξη τῶνΠροκαθημένων ὑπῆρξε ἀσυνεπής πρός τήν ἴδια τήν ἀπόφασή της, περί ὑποχρεωτικῆς ὁμοφωνίας σε ὅλα τά στάδια, ἀπό τά πρῶτα κιόλας βήματα, ἀφοῦ τελικά τό μήνυμα, μέ τό ὁποῖο ἀποφασίστηκαν τά περί Πανορθοδόξου Συνόδου, δέν προσυπέγραψε ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἀντιοχείας.
Στήν ἀποτυχία τῆς Συνάξεως συνετέλεσε ἡ μακροχρόνια οἰκουμενιστική αἰχμαλωσία ὅλων σχεδόν τῶν τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί τῶν Ἱεραρχιῶν τους, οἱ ὁποῖες λατινοφρονοῦν και οἰκουμενίζουν, μέ φωτεινές ἐξαιρέσεις τά σεπτά Πατριαρχεῖα τῆς Γεωργίας καί τῆς Βουλγαρίας. Ὁ Παναγιώτατος, ἀκολουθώντας κατά γράμμα τήν οἰκουμενιστική τακτική τοῦ προκατόχου του κυροῦ Ἀθηναγόρα, ἀναφέρθηκε στήν ὁμιλία του σ’ αὐτόν, χαρακτηρίζοντάς τον «ὁραματιστή» [11] καί παράλληλα ἐξέφρασε τήν ἀπογοήτευσή του γιά τήν μή συμμετοχή τῶν Πατριαρχείων Γεωργίας καί Βουλγαρίας στούς διαχριστιανικούς καί διαθρησκειακούς διαλόγους [12]. Ἡ οἰκουμενιστική αὐτή αἰχμαλωσία ἀποδεικνύεται ἐν τοῖς πράγμασι ἀπό τίς ἀνιστόρητες, πρωτοφανεῖς και καινοφανεῖς οἰκουμενιστικές πράξεις καί ἐνέργειες, ὅπως ἡ urbi et orbi υἱοθέτηση καί ἐφαρμογή τῶν κακοδόξων θεωριῶν περί «τοῦ διαχριστιανικοῦ καί διαθρησκειακοῦ δογματικοῦ συγκρητισμοῦ, τῆς Μιᾶς καί συγχρόνως Διηρημένης Ἐκκλησίας, τῆς Διευρημένης Ἐκκλησίας, τῶν ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν, τῆς βαπτισματικῆς θεολογίας, τῆς Παγκοσμίου ἀοράτου Ἐκκλησίας, τῶν κλάδων, τῶν δύο πνευμόνων, τοῦ δογματικοῦ μινιμαλισμοῦ καί μαξιμαλισμοῦ, τῆς μεταπατερικῆς, νεοπατερικῆς καί συναφειακῆς αἱρέσεως, τῆς εὐχαριστηριακῆς θεολογίας, τῆς μετασυνοδικῆς θεολογίας, τῶν ἐλλειματικῶν καί μή πλήρων «Ἐκκλησιῶν», τῆς περιεκτικότητος, τῆς ἐλλειματικῆς καί μή πλήρους μυστηριολογίας, τῆς μετατροπῆς τῆς οἰκονομίας σέ ἀκρίβεια καί δόγμα», οἱ ὁποῖες, βεβαίως,τυγχάνουν ξένες καί ἀλλότριες τῆς Ὀρθοδόξου Δογματικῆς διδασκαλίας καί θεολογίας.
Ἡ Σύναξη τῶν Ὀρθοδόξων Προκαθημένων στὸ Φανάρι συνῆλθε, ὅπως ἀναμενόταν, ἐν μέσῳ ἀντεγκλήσεων καί ἐκβιαστικῶν ἀπειλῶν ἀπὸ τό Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας, ὅτι δὲν θὰ ὑπογράψει τὸ κοινὸ ἀνακοινωθέν, ἐὰν στὴ Σύναξη τῶν Προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν δὲν συζητοῦνταν ἡ ἐδαφικὴ διαφορὰ μὲ τὸ Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων στὸ Κατάρ, τῶν οὐσιαστικῶν διαφορῶν τοῦ Πατριάρχου Μόσχας κ. Κυρίλλου ὡς πρὸς τὸν τρόπο ἀποφάσεων κ.λπ.
Ἡ Σύναξη τῶν Προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν μπορεῖ νὰ ἔλαβε τὴν ἀπόφαση γιὰ τὴν σύγκληση τῆς Μεγάλης καὶ Ἁγίας Συνόδου, ἐκτός ἀπροόπτου, ἡ ὁποία προετοιμάζεται ἐπὶ πενήντα καί πλέον χρόνια, ἀλλὰ εἶναι ἀμφίβολο, ἐὰν τελικῶς συγκληθεῖ, διότι ἀπουσιάζει ἡ ἑνότητα στις σχέσεις μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, γεγονός τὸ ὁποῖο παραδέχθηκε ὁ ἴδιος ὁ Παναγιώτατος Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαῖος, ὁ ὁποῖος τόνισε στὴν ὁμιλία του: «Τοῦτο δημιουργεῖ τὴν εἰκόνα μιᾶς Ἐκκλησίας πολλῶν ταχυτήτων καὶ οὐχὶ μιᾶς Ἐκκλησίας. Τοῦτο οὐδόλως συνάδει πρὸς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησιολογίαν. Ἀποτελεῖ ἐκτροπὴν ἐξ αὐτῆς καὶ πηγὴν δεινῶν» [13].
Ἐπίσης, τόνισε ὅτι ἡ κατάσταση εἶναι τέτοια στίς σχέσεις μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ποὺ δὲν ἐπιτρέπει στὴν Ὀρθοδοξία νὰ ἔχει φωνὴ ἑνότητος. Καὶ μόνο τὰ ἐπίμαχα αὐτὰ σημεῖα ἀπό την ὁμιλία τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, καταδεικνύουν τὴν διαίρεση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Στὴν ὁμιλία του, τέλος, ἀπάντησε πρὸς τὸν Μακαριώτατο Πατριάρχη Μόσχας καί τήν Ἱεραρχία τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας, ἐπειδὴ ἀμφισβήτησαν ἀπαραδέκτως τὸ μέ ἱερούς Κανόνας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καθορισθέν πρωτεῖο τιμῆς του, διακηρύσσοντας ὅτι δὲν ἔχει πρωτεῖο ἐξουσίας, ἀλλὰ πρωτεῖο τιμῆς [14].

3. Ἡ προδιαγραφομένη ἀποτυχία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τοῦ 2016.
Ἔντονο προβληματισμό προκάλεσε ἡ πρόταση τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἀπασχολήσει τὴν Μεγάλη Πανορθόδοξη Σύνοδο ἡ ἐπαναφορὰ τοῦ θεσμοῦ τῶν Διακονισσῶν στὴν Ἐκκλησία [15]. Τὸ γεγονὸς, ὅμως, ἔχει διχάσει στὸ πρόσφατο παρελθὸν τὴν Ἐκκλησία, διότι μέ τήν ἐπαναφορά τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ οἱ Οἰκουμενιστές Ἀρχιερεῖς μεθοδεύουν τις χειροτονίες γυναικῶν, τίς ὁποίες ἀπαγορεύει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία [16].
Ὁ Μακ. Πατριάρχης Ρουμανίας κ. Δανιήλ δήλωσε, ὅτι ἡ Μεγάλη Σύνοδος δέν θά συζητήσει δογματικά ζητήματα [17].
Σύμφωνα μέ τόν Σεβ. Μητρ. Δημητριάδος καί Ἀλμυροῦ κ. Ἰγνάτιο [18], «α) τῆς Συνόδου θά προεδρεύσει ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης. Οἱ Προκαθήμενοι θά κάθονται δεξιά καί ἀριστερά του, β) κάθε Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία θά ἐκπροσωπεῖται μέ 24 ἐπισκόπους τό πολύ σύν τόν Προκαθήμενό Της, γ) κάθε Ἐκκλησία θά διαθέτει μία ψῆφο καί θά ἐκφράζεται ὁμόφωνα, καί δ) εἰδική Διορθόδοξος Ἐπιτροπή μέ δύο ἐκπροσώπους ἀπό κάθε Ἐκκλησία θά ἀναλάβει να ἀναθεωρήσει καί νά ἐπικαιροποιήσει τά κείμενα τῆς Συνόδου, ἰδιαίτερα δέ αὐτά μέ θέμα :«Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καί ἡ Οἰκουμενική Κίνηση», «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν Κόσμον» καί «Ἡ συμβολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τήν προώθησιν τῆς Εἰρήνης, τῆς Δικαιοσύνης, τῆς Ἐλευθερίας, τῆς Ἀδελφοσύνης καί τῆς Ἀγάπης μεταξύ τῶν λαῶν καί τήν ἐξαφάνισιν τῶν φυλετικῶν καί ἄλλων διακρίσεων».
Παρόμοια θεματολογία ἔδωσε σε συνέντευξή του καί ὁ Σεβ. Μητρ. Βολοκολάμσκ κ. Ἰλαρίων [19], προσθέττοντας ὅτι ἀνάμεσα στα θέματα τῆς Συνόδου θά εἶναι α) τό θέμα τῶν ἐν Διασπορᾶ ἐκκλησιαστικῶν κοινοτήτων, β) ἡ συστηματοποίηση τῶν περί γάμου καί νηστείας διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας, γ) τό ζήτημα τοῦ ἡμερολογίου, δ) ἡ ἀξιολόγηση τῶν σημερινῶν διαλόγων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν μέ τους ἑτεροδόξους, ε) τό θέμα τῆς στάσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀπέναντι στίς φυλετικές διακρίσεις, στ) τό θέμα τοῦ αὐτοκεφάλου καί τοῦ αὐτονόμου τῶν Ἐκκλησιῶν, ζ) τό θέμα τῶνΔιπτύχων καί τοῦ καταλόγου τῶν Προκαθημένων τῶν Ἐκκλησιῶν, η) ἡ ἀθεϊστική στή βάση της λατρεία τοῦ καταναλωτισμοῦ μέ ἀποτέλεσμα τήν οἰκονομική καί οἰκολογική κρίση, θ) ἡ σταδιακή ὑποβάθμιση τῶν ἠθικῶν ἀρχῶν τῆς οἰκογενείας, ι) ὁ ριζικός ἐθνικισμός καί ὁ ψευδοθρησκευτικός ἐξτρεμισμός καί ια) οἱ νέες διώξεις κατά τῶν Χριστιανῶν.
Τά ἀνωτέρω βεβαίως θά δρομολογηθοῦν, ὅπως ὁ Παναγιώτατος Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαῖος ἀνέφερε στήν ὁμιλία του: «…Ἀλλά καί τά ἤδη προετοιμασθέντα πανορθοδόξως θέματα περιλαμβάνουν μεταξύ αὐτῶν καί τινα, τά ὁποῖα χρήζουν ποιᾶς τινος ἀναθεωρήσεως καί ἐκσυγχρονισμοῦ, ὡς διατυπωθέντα καί συμφωνηθέντα εἰς ἐποχήν παλαιοτέραν, ὅτε ἴσχυον διάφοροι συνθῆκαι και προϋποθέσεις. Τοιαῦτα εἶναι, ἐπί παραδείγματι, τά ἀφορῶντα εἰς τάς κοινωνικάς συνθήκας τοῦ κόσμου, ὡς καί εἰς τά τῶν σχέσεων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τούς μή Ὀρθοδόξους Χριστιανούς, τήν Οἰκουμενικήν Κίνησιν κ.τ.τ.. Τά κείμενα ταῦτα δέον νά ἀναθεωρηθοῦν ὑπό εἰδικῆς πρός τοῦτο συγκροτουμένης Διορθοδόξου Ἐπιτροπῆς, ὥστε να ἔλθουν εἰς τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Σύνοδον προσηρμοσμένα εἰς τήν σημερινήν πραγματικότητα» [20].
Σχετικά μέ τά ἀνωτέρω ἔχουμε νά παρατηρήσουμε τά κάτωθι :
Α) Στίς ὄντως Ἅγιες καί Οἰκουμενικές Συνόδους, στό κέντρο τίθεται πάντοτε τό Ἅγιον καί Ἱερόν Εὐαγγέλιον καί πέριξ Αὐτοῦ κάθονται οἱ Προκαθήμενοι κατά τά πρεσβεία τιμῆς των. Στήν ἀντίθετη περίπτωση δίδεται ἡ εἰκόνα, ὅτι περιθωριοποεῖ τό Εὐαγγέλιο καί ἵσταται ὑπεράνω Αὐτοῦ, ἕνας ἄνθρωπος ἀντικαθιστώντας Το, κατά τήν Παπική πρακτική, καθώς καί ὅτι αὐτός εἶναι ὑπεράνω τῶν ὑπολοίπων Πατριαρχῶν, Ἀρχιεπισκόπων, Μητροπολιτῶν καί Ἐπισκόπων.
Β) Σύμφωνα μέ τήν Ἱερά Παράδοση καί τά διαχρονικά πρότυπα τῶν Ὀρθοδόξων Συνόδων, ἡ συμμετοχή ἁπάντων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων θεωρεῖται ἀπολύτως ἀδήριτη ἀνάγκη γιά την σύγκληση μιᾶς Πανορθοδόξου, Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου και ὄχι μόνον ἡ ἐπιλογή 24 Ἐπισκόπων τό πολύ σύν τόν Προκαθήμενο. Παρέλκει βεβαίως νά τονισθεῖ τό γεγονός ὅτι στίς Ὀρθόδοξες Συνόδους ἐκτός τῶν Ἐπισκόπων συμμετεῖχαν καί κληρικοί κατωτέρων βαθμίδων, ὅπως Καθηγούμενοι, Ἀρχιμανδρῖτες, Ἱερεῖς, Μοναχοί, καθώς ἐπίσης καί ὁ πιστός λαός. Μέ ποια κριτήρια, ἄραγε, θά γίνει ἡ ἐπιλογή τῶν 24 αὐτῶν Ἐπισκόπων κάθε Τοπικῆς Ἐκκλησίας; Πολύ φοβόμαστε ὅτι θά προτιμηθοῦν ὅσοι διακρίνονται γιά τήν οἰκουμενιστική δραστηριότητά τους και εἶναι ἀρεστοί στούς Προκαθημένους καί βεβαίως θά ἀπομονωθοῦν οἱ ἀντιτιθέμενες, παραδοσιακέςκαί ἀντιοικουμενιστικές φωνές πλείστων ὅσων Ἐπισκόπων. Ἐπιπλέον, ἡ τακτική αὐτή τῆς ἐπιλογῆς 24 μόνο Ἐπισκόπων, δημιουργεῖ καί μείζων θέμα ἰσότητος ἀνάμεσα στούς Ἐπισκόπους, κατά τα παπικά πρότυπα.
Γ) Εἶναι παντελῶς ἀμάρτυρη στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση καί γι’αὐτό ἀπαράδεκτη ἡ ἄποψη, ὅτι κάθε Ἐκκλησία διαθέτει μία ψῆφο. Τό ὀρθόν εἶναι ὅτι κάθε Ἐπίσκοπος διαθέτει μία ψῆφο καί ὄχι κάθε Τοπική Ἐκκλησία. Παραλλήλως, ἡ ἀρχή τῆς ὁμοφωνίας κινεῖται κι αὐτή μέσα σέ ἀντιπαραδοσιακά πλαίσια. Ἡ παραδοσιακή τακτική λήψεως ἀποφάσεων σέ μιά Σύνοδο εἶναι ἡ ἀρχή, πού ὁρίζει ὅτι «ἡ τῶν πλειόνων ψῆφος κρατείτω».
Δ) Ἄνευ ἐρείσματος στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση εἶναι ἡ δημιουργία ἐπιτροπῶν, ὑποεπιτροπῶν καί προπαρασκευαστικῶν Συνόδων, οἱ ὁποῖες πρό πολλῶν ἐτῶν προετοιμάζουν τή σύγκληση μιᾶς Πανορθοδόξου Συνόδου. Ὅταν προέκυπτε κάποιο θέμα, οἱ ἅγιοι Πατέρες συνέρχονταν κατ’εὐθείαν ἐν Συνόδω καί ἐκεῖ συζητοῦνταν καί λυόταν τό ἀνακύψαν πρόβλημα. Ὅσον ἀφορᾶ στήν καθαρά οἰκουμενιστική θεματολογία, μέ τήν ὁποία πρόκειται νά ἀσχοληθεῖ ἡ εἰδική Διορθόδοξος Ἐπιτροπή, ὠφείλουμε νά τονίσουμε, ὅπως ἐπανειλλημένα ἔχουμε πράξει, ὅτι θά πρέπει, ἐπιτέλους, να ἀποφασισθεῖ καί νά γίνει πράξη ἡ ἔξοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀπό αὐτό το ἀνοσιούργημα, τήν λεγομένη «οἰκουμενική κίνηση» ἤ μᾶλλον ψευδοοικουμενική κίνηση.
Σήμερα στόν Ὀρθόδοξοχῶρο αὐξάνονται ὁλοένα οἱ ἀντιδράσεις κατά τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τῶν ἐκφραστῶν του. Πολλά βιβλία, ἄρθρα καί κριτικές βλέπουν τό φῶς τῆς δημοσιότητας, ὅπου διατυπώνεται μέ πόνο και ἀγωνία ἡ ἄποψη ὅτι ὁδεύουμε βάσει «σχεδίου» καί «γραμμῆς» πρός μία Βαβυλώνια αἰχμαλωσία τῆς Ὀρθοδοξίας στήν πολυπρόσωπη καί πολυώνυμη αἵρεση. Δέν εἶναι λίγοι οἱ διαπρεπεῖς Ὀρθόδοξοι κληρικοί καί θεολόγοι, πού προτείνουν τήν ἄμεση ἀποχώρηση τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπό την Οἰκουμενική Κίνηση καί τά συνέδριά της, γιατί θεωροῦν τή συμμετοχή της σέ αὐτά, ὄχι ἁπλῶς ἄκαρπη, ἀλλά πολλαπλῶς ἐπιζήμια. Τά Πατριαρχεῖα Βουλγαρίας καί Γεωργίας ἔχουν ἤδη ἀποχωρήσει ἀπό τό παμπροτεσταντικό λεγόμενο Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν ἤ μᾶλλοναἱρέσεων, ἐνῶ ἄλλες προβληματίζονται ἔντονα γιά τή δική τους συμμετοχή. Αὐτός ὁ προβληματισμός ἐκφράστηκε καί στή Διορθόδοξη Συνάντηση τῆς Θεσσαλονίκης, τό 1998, ὅπου μεταξύ ἄλλων διαπιστώθηκε ὅτι «ἔπειτα ἀπό ἕνα αἰώνα ὁλόκληρο Ὀρθόδοξης συμμετοχῆς στην Οἰκουμενική Κίνηση καί μισό αἰώνα παρουσίας στό Π.Σ.Ε., τό χάσμα μεταξύ Ὀρθοδόξων και Προτεσταντῶν γίνεται μεγαλύτερο» [21].
Ἐάν, λοιπόν, συνέλθει ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Πανορθόδοξος Σύνοδος, καὶ, ὅπως προδιαγράφεται, α)δέν συζητηθοῦν θέματα πίστεως, β) οἱ ἀποφάσεις της δέν εἶναι σύμφωνες μέ τήν προγενεστέρα Ἁγιογραφική, Ἀποστολική, Ἁγιοπατερική, Συνοδική, Ἱεροκανονική καί Δογματική Παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, γ) δὲν δεχθεῖ νά κατατάξει μεταξὺ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τὴν 8η καὶ τὴν 9η, δ) δέν καταδικάσει τήν παναίρεση τοῦ διαθρησκειακοῦ καί διαχριστανικοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ μαζί μέ τούς ἐφαρμόζοντες αὐτήν, ε) δέν συμφωνήσουν ὅλες οἱ Τοπικές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καί κυρίως στ) οἱ ἀποφάσεις της δέν γίνουν ἀποδεκτές ἀπό τή συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, τότε αὐτή θὰ εἶναι μία Οἰκουμενιστική Σύνοδος, μία ληστρική Σύνοδος, ὅπως ἡ ἐν Ἐφέσω (430), ἡ τῆς Δρυός (403), ἡ τῆς Ἱερείας, ἡ Φερράρας-Φλωρεντίας(1438-9), ἡ ἐν Λυών (1274), οἱ Α΄ καί Β΄ Βατικάνειοι (1870 καί 1962-65) κ.ἄ. Στήν περίπτωση αὐτή δέν χρειάζεται, καλύτερα νά μήν συγκληθεῖ καμμία Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος.
Συμφωνοῦμε ἀπόλυτα μέ τόν Ὁμότιμο Καθηγητή τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν, Πρωτοπρεσβύτερο π. Γεώργιο Μεταλληνό, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει τά ἑξῆς : «Οἱ Σύνοδοι τοῦ 14ου αἰῶνος διατυπώνουν τὴν θεολογία περὶ τῆς Θείας Χάριτος. Ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση δέχεται αὐτὲς τὶς Συνόδους ὡς 9η Οἰκουμενικὴ καὶ πανορθόδοξα γίνεται αὐτὸ ἀποδεκτὸ ἀπὸ γνωστοὺς Θεολόγους. Διότι καὶ ἡ Σύνοδος αὐτή, ὅπως καὶ ἡ 8η τὸ 879, διαφοροποιοῦν ριζικὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, στὴν Πατερικὴ συνέχειά της, ἀπὸ τὸν Χριστιανισμὸ τῆς Δύσεως...
Ἕνα ἐπίκαιρο ἐρώτημα εἶναι: Ἡ μέλλουσα νὰ συνέλθει Πανορθόδοξος Σύνοδος τί θὰ κάνει; Ἑτοιμάζεται αὐτὴ ἡ Σύνοδος, γιὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσει, ὅπως διαβάζουμε καὶ ὅπως βλέπουμε, στὴν ἀποδοχὴ τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ ὡς αὐθεντικῶν Χριστιανισμῶν; Αὐτὸ εἶναι τὸ τραγικό. Εὔχομαι νὰ μὴ γίνει ποτέ. Ἀλλὰ, ἐκεῖ ὁδηγοῦνται τὰ πράγματα. Ἐάν, λοιπόν, συνέλθει ἡ Πανορθόδοξος Σύνοδος, ποὺ θὰ ἔχει τὸν χαρακτήρα γιὰ μᾶς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἐὰν συνέλθει καὶ δὲν δεχθεῖ μεταξὺ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τὴν 8η καὶ τὴν 9η, θὰ εἶναι ψευδοσύνοδος. Ὅπως ἡ Σύνοδος Φερράρας - Φλωρεντίας. Καὶ τότε ἀπὸ κάποιους δεσποτάδες Ἀνατολικοὺς καὶ Δυτικούς ἐπεβλήθη ἡ Σύνοδος Φερράρας - Φλωρεντίας, ἀλλὰ ἦταν ἀρκετὴ ἡ ἀντίσταση ἐν ἉγίῳΠνεύματι κάποιων κορυφῶν τῆς παραδόσεώς μας, ὅπως ὁἍγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, ὥστε τελικὰ νὰ χαρακτηριστεῖ ψευδοσύνοδος, αἱρετικὴ Σύνοδος, ἀποτυχημένη Σύνοδος, ἡ Σύνοδος Φερράρας -Φλωρεντίας.
Ἡ μέλλουσα νὰ συνέλθει, λοιπόν, Πανορθόδοξος Σύνοδος θὰ κριθεῖ σ᾽αὐτὸ τὸ σημεῖο, ἐὰν παρακάμψει αὐτὲς τὶς δύο Συνόδους, ποὺ τοποθετοῦν τὴν Ὀρθοδοξία ἀπέναντι στὸν Δυτικὸ Χριστιανισμό. Ἐκεῖ εἶναι τὸ κρίσιμο ἐρώτημα. Αὐτοὶ θέλουν νὰ παρουσιάσουν τὴν ἑνότητα, ὅτι ὁ Δυτικὸς Χριστιανισμὸς εἶναι παράλληλη μορφὴ τῆς Ὀρθοδοξίας τῶν Ἁγίων Πατέρων. Ἐκεῖ κάποιοι ἐργάζονται, πρὸς τὰ ἐκεῖ κάποιοι θέλουν νὰ μᾶς ὁδηγήσουν. Ὁ Θεὸς ὅμως εἶναι πάνω ἀπὸ ὅλους μας.
Ἕνα ψευδοεπιχείρημα, λοιπόν, ποὺ κυκλοφορεῖται στὸ χῶρο τῆς δικῆς μας Θεολογίας, τῆς Ἀκαδημαϊκῆς Θεολογίας, εἶναι ὅτι οὐδεμία Οἰκουμενικὴ Σύνοδος κατεδίκασε τὸν Δυτικὸ Χριστιανισμό. Καὶ ὅμως ἔχουμε δύο Οἰκουμενικὲς Συνόδους, τοῦ 879 καὶ ἐκείνης τοῦ 14ου αἰῶνος, ποὺ διαφοροποιοῦν τὴν Ὀρθοδοξία ἀπὸ τὸν Δυτικὸ Χριστιανισμό. Εἶναι τραγικό! Δὲν ἐπιχαίρω, οὔτε θριαμβολογῶ. Ἡ ἐπιθυμία ὅλων μας πρέπει νὰ εἶναι νὰ συναντηθοῦμε στὴν ἑνότητα τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων ὅλων τῶν αἰώνων. Διαφορετικά, κάθε ἕνωση θὰ εἶναι ψευδένωσις· καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ θὰ καταστρέφει καὶ θὰ διαστρέφει κάθε προσπάθεια, εἰλικρινῆ προσπάθεια, ποὺ θέλει νὰ ὁδηγηθεῖ στὸ θέμα τῆς σωτηρίας…» [22].
Ἡ Ἀλήθεια δέν εἶναι ἰδεοληψία ἤ ὑποκειμενική προσέγγιση ἤ ζήτημα ἀριθμητικῆς ὑπεροχῆς, ἀλλά ἔνσαρκος πραγματικότητα, πού ὀντοποιεῖται στό πρόσωπο τοῦ τελείου Θεοῦ καί τελείου ἀνθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ἑπομένως καθίσταται αὐταπόδεικτο τό γεγονός ὅτι ἡ Ἀλήθεια-πρόσωπο ἸησοῦςΧριστός καί εἷς ἀποτελοῦν τήν πλειοψηφία, ἔστω καί ἄν ἀπέναντι βρίσκονται πολυεκατομμύρια ἄλλων. Ἐπίσης, ἐν Συνόδῳ βρισκόμαστε μόνο ἐντός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, κοινωνώντας μέ τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, διότι «ἡ ζωή καί ὁδός Χριστός», ὅπως ψάλλει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καί ὅπως ὁ ἴδιος διεσάλπισε» [23]. Ἑπομένως, ἐν τῇ Ὁδῷ βρισκόμαστε μόνο κοινωνώντας μέ τήν Ἀλήθεια, πού εἶναι ὁ Χριστός, καί ὄχι μέ τήν αἵρεση, πού εἶναι ὁ διάβολος [24].
Σύμφωνα, τέλος, μέ τή διακήρυξη τῶν τεσσάρων Πατριαρχῶν τό 1848, «παρ΄ἡμῖν οὔτε Πατριάρχαι, οὔτε Σύνοδοι ἐδυνήθησάν ποτέ εἰσαγαγεῖν νέα, διότι ὁ ὑπερασπιστής τῆς θρησκείας ἐστίν αὐτό το σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι αὐτός ὁ λαός, ὅστις ἐθέλει τό θρήσκευμα αὐτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον καί ὁμοειδές τῷ τῶν Πατέρων αὐτοῦ» [25].

4. Οἱ θέσεις τοῦ Γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου περί Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Στήν ἐποχή τοῦ Γέροντος Φιλοθέου συζητιόταν τό θέμα τῆς συγκλήσεως Οἰκουμενικῆς Συνόδου στό Ἅγιον Ὄρος τό 1930 μ.Χ. ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη κυρό Βασίλειο. Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ τοῦ γεγονότος ὁ ἀοίδιμος π. Φιλόθεος τό 1926, προέβη σέ ἀνασκευή τοῦ προγράμματός της με θετικά ἀποτελέσματα. Ἐπειδή, λοιπόν, τό ἐν λόγω κείμενο τοῦ μακαριστοῦ ὁσίου Γέροντος Φιλοθέου ἐκφράζει Ὀρθόδοξες θέσεις καί Πατερικό φρόνημα καί εἶναι ἐξόχως λίαν ἐπίκαιρο, λόγω τῆς μελλούσης, ἐκτός ἀπροόπτου, συγκλήσεως τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Πανοθοδόξου Συνόδου το 2016, κρίνεται σκόπιμο νά ξαναδημοσιευθεῖ γιά διαφώτιση ὅσων ἀγνοοῦν καί ἐπιστηριγμό τῶν συνετῶς ἀγωνιζομένων κληρικῶν καί λαϊκῶν, ὑπέρ τῶν δικαίων τῆς Ἁγίας μας Ὀρθοδόξου Πίστεως καί Ἐκκλησίας στούς πονηρούς καιρούς μας. Ὡς ἐν κατακλείδι, λοιπόν, παραθέτουμε τό ἐν λόγω κείμενο [26], τό ὁποῖο ἔχει ὡς ἑξῆς :
«Εἰς τό ὑπ' ἀριθ. 23 τῆς 31ης Δεκεμβρίου 1925 φύλλον τοῦ Ἱεροῦ Συνδέσμου, εἴδομεν τά διάφορα ζητήματα, τά ὁποῖα προτείνει τό Οἰκουμ. Πατριαρχεῖον πρός συζήτησιν διά τήν μέλλουσαν να συνέλθη ἐν Ἁγίω Ὄρει Οἰκουμενικήν Σύνοδον. Ἀλλά περί ὅλων σχεδόν τῶν ζητημάτων (ἐκτός ὀλίγων ἀσημάντων) περί τῶν ὁποίων ἀναφέρει το Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, πραγματεύονται οἱ Θεῖοι καί Ἱεροί Κανόνες τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων. Ἐάν δέ ἀμφιβάλλουν οἱ σημερινοί Ἅγιοι Πατέρες, ἄς μελετήσουν ἐπισταμένως καί μετά προσοχῆς τούς θείους Κανόνας καί τό Ἱερόν Πηδάλιον τῆςἘκκλησίας. Ὥστε ὅλως περιττή νομίζομεν ὅτι εἶναι ἡ σύγκλησις Οἰκουμ. Συνόδου περί ζητημάτων,εἰς τά ὁποία ἔχουν ἀποφανθῆ διά τῶν Ἱερῶν Κανόνων οἱ Θεῖοι Ἀπόστολοι καί θεόσοφοι Πατέρες καί Διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκτός ἐάν νομίζη ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως καί ἡ περί αὐτόν Σύνοδος καί τινες ἄλλοι τῶν Ἱεραρχῶν, ὅτι ὡς διάδοχοι τῶν Ἀποστόλων καί θείων Πατέρων ἔχουν τό δικαίωμα νά ποιοῦν μεταρρυθμίσεις καί καινοτομίας, ὁπότε ὀφείλουν νά στοχασθοῦν καλῶς τόν κίνδυνον, εἰς τόν ὁποῖον θά ὑποβάλουν ἑαυτούς καί τήν βλάβην τήν ὁποίαν θα προξενήσουν εἰς τό χριστεπώνυμον πλήρωμα.
Σύνοδος δέ, ἡ ὁποία δέν θά ἀκολουθήση τά ἤθη και τά ἔθη, τούς Κανόνες καί τίς παραδόσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλά θά προσπαθήση νά τάμετατρέψη καί νά τά μεταρρυθμίση δέν εἶναι δυνατόν ποτέ νά ἔχη κῡρος, οὔτε νά ὀνομασθῆΣύνοδος κανονική ἤ Οἰκουμενική. «Οἰκουμενική Σύνοδος, ἡ γνησία καί ἔννομος οὖσα τά τῶν ἄλλων θεσμίσματα δέν καταπατεῖ οὐδέ τἀναντία τούτοις πρεσβεύει, οὐδέ, τελευταῖον, ἅ μή θέμις ἐπιδιορίζεται καί οὐδέ τά ψευδέστατα κατασκευάζειν ἀγωνίζεται ἐν πλείοσι συνελεύσεσιν»(Μᾶρκος Ἐφέσου).
Οἶον κύρος καί οἵαν ὀνομασίαν ἔλαβεν ἡ ἐπί Κωνσταντίνου τοῦ Κοπρωνύμου Σύνοδος ἐν Βλαχέρνα κατά τῶν θείων εἰκόνων καί ἡ ἐν Φλωρεντία, τοιαύτην θά λάβη καί ἡ μέλλουσα να συγκληθῆ ἐν Ἁγίω Ὄρει. Ἡ μέν ἐπί Κοπρωνύμου ὠνομάσθη μιαρά Σύνοδος καί οἱ ταύτην συγκροτήσαντες Ἀρχιερεῖς καθηρέθησαν καί τῷ ἀναθέματι ὑπό τῆς Ἁγίας 7ης ΟἰκουμενικῆςΣυνόδου παρεδόθησαν, ἡ δέ ἐν Φλωρεντία ἐκλήθη καί καλεῖται ἄχρι σήμερον ψευδοσύνοδος και ὑπό ἑνός καί μόνου Μητροπολίτου, τοῦ Ἁγιωτάτου Μάρκου Ἐφέσου ἀνετράπη καί ἠκυρώθη. Ὑποτεθείσθω δ' ὅτι ἡ μέλλουσα νά συνέλθη Σύνοδος ἐπέτυχεν εἰς τούς σκοπούς καί τάς ἀποφάσεις αὐτῆς, εὑρέθησαν σύμφωνοι ὅλοι οἱ Σεβάσμιοι Ἀρχιερεῖς, μετέτρεψαν τό ἑορτολόγιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τόν ὅρον τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου περί Πβασχαλίου, διά τόν ὁποῖον ἡ ἐν Ἀντιοχεία Σύνοδος εἰς καθαίρεσιν ὑποβάλλει τούς τολμήσοντας νά παραλύσουν τοῦτον, κατήργησαν ἤ μετέτρεψαν τάς ὑπό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί Πατέρων ὠρισμένας νηστείας και ἐκαινοτόμησαν καί εἰς αὐτά τά Μυστήρια. Ἀλλ’ ἄρα θά ἔχη κύρος ἡ Σύνοδος αὕτη; θά μένουν οἱ ὅροι της ἀπαρασάλευτοι; θά σεβασθοῦν οἱ Χριστιανοί τάς ἀποφάσεις τῆς τοιαύτης Συνόδου; πολλοῦγε καί δεῖ!
Ἀφ’οῦ οὖτοι οἱ πατέρες δέν σέβονται τάς ἀποφάσεις, τούς κανόνας καί τάς παραδόσεις τῶν θείων Ἀποστόλων καί θεεικέλων τῆς Ἐκκλησίας Πατέρων, ἀλλά τούς καταφρονοῦν, ποῖος εὖ φρονών θα σεβασθῆ τάς ἰδικάς των;! Ποῖος Ὀρθόδοξος, ἔχων ὀλίγην πίστιν καί εὐλάβειαν εἰς τά πάτρια, δέν θα ἀποκαλέση τήν Σύνοδον ταύτην ψευδοσύνοδον; Ἐάν δέ καί ἐπί τοῦ παρόντος, διά τάς ἁμαρτίας τῶν ἀνθρώπων, ἰσχύσουν αἱ ἀποφάσεις τῆς ἀνωτέρω Συνόδου, δέν θά βραδύνη νά ἔλθη ἄλλη Σύνοδος κανονική, νά ὐποβάλη ταύτην εἰς τό ἀνάθεμα, καθώς ἡ 7η τήν τῶν Εἰκονομάχων Σύνοδον καί ἡ ὑπότοῦ Φωτίου τήν τῶν Λατίνων 8ην Σύνοδον κατέκρινεν, ὥστε οὐδέ Σύνοδος νά ὀνομάζεται.
Ἄς προσέξη ὅθεν ὁ Πατριάρχης Βασίλειος μέ τήν Σύνοδόν του καί λοιπούς Ἀρχιερεῖς, νά μη προξενήσουν ταραχήν καί σύγχυσιν εἰς τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ μέ τάς καινοντομίας των και σχίσουν καί διαιρέσουν Αὐτήν, διά νά μή ἐπισύρουν τήν ὀργήν τοῦ Κυρίου καί εἰς ἑαυτούς καί εἰςτόν λαόν.
Ἀναγκαία ζητήματα διά τήν μέλλουσαν νά συνέλθη Οἰκουμενικήν Σύνοδον, νομίζομεν τά ἑξῆς :
1ον) Νά καθαιρεθοῦν ἤ νά παραιτηθοῦν τῆς Ἱερωσύνης οἱ Ἀρχιερεῖς καί λοιποί κληρικοί, ὅσοι ἔχουν ὑποπέσει εἰς θανάσιμα ἁμαρτήματα κρυφά ἤ φανερά, κωλύοντα τῆς Ἱερωσύνης κατά τους θείους καί Ἱερούς Κανόνας, ἐπειδή ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, κατά τήν γνώμην τοῦ Μ. Βασιλείου καί τῶν λοιπῶν θείων Πατέρων, θέλει τούς Ἱερεῖς ἄμεμπτους, ἁγνούς καί καθαρούς, καί εἰς τό ἑξῆς νά χειροτονῶνται κληρικοί συμφώνως τοῖς ἱεροῖς Κανόσι˙ οὐ μόνον ἐγγράμματοι, ἀλλά και ἐνάρετοι, ἐγκρατεῖς, σώφρονες, ζηλωταί τῆς πίστεως καί τῶν πατρικῶν παραδόσεων.
2ον) Νά καθαιρεθοῦν ἤ καταδικασθοῦν εἰς ἀργίαν (ἐάν δέν διορθωθοῦν) οἱ Ἀρχιερεῖς καί Ἱερεῖς ὅσοι ἀδρανοῦν καί δέν κηρύττουν τόν λόγον τοῦ Θεοῦ καί δέν διδάσκουν τό ἑαυτῶν ποίμνιον, ἀλλ’ἀφῆκαν αὐτό εἰς κατάβρωμα τῶν λύκων, τῶν διαφόρων αἱρετικῶν.
3ον) Νά καθαιρεθοῦν οἱ Ἀρχιερεῖς ἐκεῖνοι, oἱ ὁποῖοι καταλύουν τάς Τεσσαρακοστάς, τάς Τετάρτας καί Παρασκευάς, ἐναντιούμενοι εἰς τόν ΞΘ' Κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων κελεύοντα οὕτως˙ «Εἴτις Ἐπίσκοπος ἤ Πρεσβύτερος ἤ Διάκονος ἤ Ἀναγνώστης ἤ Ψάλτης, τήν Ἁγίαν Τεσσαρακοστήν οὐ νηστεύει, ἤ Τετράδα ἤ Παρασκευήν, καθαιρείσθω. Ἐκτός εἰμή δι’ ἀσθένειαν σωματικήν ἐμποδίζοιτο. Ἐάν δέ λαϊκός ἦ, ἀφοριζέσθω».
4ον) Νά καθαιρεθοῦν καί ἀφορισθοῦν οἱ καταφρονηταί τῶν Ἱερῶν Κανόνων καί Ἱερῶν Παραδόσεων, συμφώνως τῆ ἀποφάσει τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἱερᾶς Συνόδου, τῆς μετά τον Κωνσταντῖνον τόν Πορφυρογέννητον, ὁριζούσης τάδε˙ «Τοῖς ἐν καταφρονήσει τιθεμένοις τούςἹερούς καί θείους Κανόνας τῶν Ἱερῶν Πατέρων ἡμῶν, οἵ καί τήν ἁγίαν Ἐκκλησίαν ὑπερείδουσι καί ὅλην τήν χριστιανικήν πολιτείαν κοσμοῦντες, πρός θείαν ὁδηγοῦσιν εὐλάβειαν, ἀνάθεμα»[27]. Και ἡ Ε' Οἰκουμενική Σύνοδος ἐν τῇ Ἐπιστολῆ τοῦ Αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ [28] ὁρίζει τάδε˙«Ὡρίσθη παρά τῶν Ἁγίων Πατέρων χρῆναι καί μετά θάνατον ἀναθεματίζεσθαι τούς εἴτε εἰς πίστιν,εἴτε εἰς κανόνας ἁμαρτήσαντας»˙ ὅρα φοβερόν λόγον ἀγαπητέ. Καί ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος εἰς τά πρακτικά της ὁρίζει˙ «Εἴ τις πᾶσαν παράδοσιν ἔγγραφον ἤ ἄγραφον ἀθετεῖ, ἀνάθεμα».
5ον) Νά καθαιρεθοῦν καί ἀναθεματισθοῦν ὅσοι ποιοῦν καινοτομίας καί νεωτερισμούς εἰς την Ἐκκλησίαν τήν Ὀρθόδοξον, συμφῶνως τῷ ὁρισμῶ τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου˙ «Ἅπαντα τά παρά τήν παράδοσιν καί διδασκαλίαν καί ὑποτύπωσιν τῶν ἀοιδίμων Πατέρων καινοτομηθέντα καί πραχθέντα ἤ μετά ταῦτα πραχθησόμενα, ἀνάθεμα τρίς» [29].
6ον) Νά ἐπαναφέρουν τό ἐκκλησιαστικόν ἡμερολόγιον, καθώς μᾶς τό παρέδωκαν οἱ ἍγιοιΠατέρες.
Ταῦτα εἰσίν ἀναγκαῖα, ὠφέλιμα καί συμφέροντα τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ καί ἀρεστά τῷ Θεῷ. Το δέ νά ποιοῦν καινοτομίας καί μεταρρυθμίσεις εἰς τούς Ἱερούς Κανόνας καί Παραδόσεις προξενεῖ σύγχυσιν, ταραχήν, διαμάχας, φιλονικίας, ἔχθρας, μίση καί τά λοιπά εἴδη τῆς κακίας, δι’ ἅ ἔρχεται ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ. «Ὅπου ζῆλος καί ἐρίθεια, ἐκεῖ ἀκαταστασία καί πᾶν φαῦλον πρᾶγμα», λέγει ὁἈπόστολος Ἰάκωβος.
Ὡσαύτως τό νά συζητοῦν oἱ Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς περί Ἡλίου, Σελήνης καί στοιχείων, περί ἀνέμων και ὑδάτων, διά νά κανονίσουν τό Πάσχα καί τάς ἑορτάς, τοῦτο εἶναι ἀνάρμοστον τοῦ ἀξιώματός των. Περί τά τοιαῦτα ἀς ἀσχολοῦνται οἱ εἰδικοί ἀστρονόμοι καί φυσιολόγοι, τούς ὁποίους πρέπει μέν να παραδεχώμεθα ὡς ἐπιστήμονας, οὐχί ὅμως ὅτι εἶναι τέλειοι καί ἀλάνθαστοι, οὔτε νά τους προτιμῶμεν ἀπό τούς Ἁγίους Ἀποστόλους καί τούς θείους Πατέρας. Προβλέποντες oἱ Θεῖοι Ἀπόστολοι τρόπον τινά τά μακράν ὄντα καί βουλόμενοι νά προφυλάξουν τήν Ἐκκλησίαν καί τους Ἀρχιερεῖς ἀπό τάς καινοτομίας καί τούς νεωτερισμούς, ταῦτα ἐν τῷ ἐπιλόγω τῶν Ἱερῶν Κανόνων εἰρήκασι.«Ταῦτα περί Κανόνων διατετάχθω ὑμῖν παρ’ ἡμῶν, ὦ Ἐπίσκοποι. Ὑμεῖς δέ ἐμμένοντες αὐτοῖς, σωθήσεσθε καί εἰρήνην ἔξετε, ἀπειθοῦντες δέ κολασθήσεσθε καί πόλεμον μετ' ἀλλήλων ἀΐδιον ἔξετε, δίκην τῆς ἀνηκοΐας τήν προσήκουσαν τιννύντες».
Ἡ δέ Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος ἐν τῶ Α΄ αὐτῆς Κανόνι λέγει τά ἑξῆς˙ «Ἀγαλλώμενοι ἐπ' αὐτοῖς, ὡς εἴ τις εὕροι σκῦλα πολλά, ἀσπασίως τους θείους Κανόνας ἐνστερνιζόμεθα καί ὁλόκληρον τήν αὐτῶν διαταγήν καί ἀσάλευτον κρατύνομεν, τῶν ἐκτεθέντων ὑπό τῶν σαλπίγγων τοῦ Πνεύματος πανευφήμων Ἀποστόλων, τῶν τε ἕξ ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τῶν τοπικῶς συναθροισθεισῶν ἐπί ἐκδόσει τοιούτων διαταγμάτων και τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν˙ ἐξ ἑνός γάρ ἅπαντες καί τοῦ αὐτοῦ Πνεύματος αὐγασθέντες, ὥρισαν τά συμφέροντα˙ καί οὕς μέν τῷ ἀναθέματι παραπέμπουσι καί ἡμεῖς ἀναθεματίζομεν, οὕς δέ τῇ καθαιρέσει καί ἡμεῖς καθαιροῦμεν, οὕς δέ τῷ ἀφορισμῶ καί ἡμεῖς ἀφορίζομεν, οὕς δέ ἐπιτιμίῳ παραδιδόασι καί ἡμεῖς ὠσαύτως ὑποβάλλομεν...».
Καί ταῦτα μέν οἱ Θεῖοι Ἀπόστολοι καί οἱ Ἅγιοι Πατέρες περί τῶν Ἱερῶν Κανόνων καί θείων Παραδόσεων, ὁ δέ Πατριάρχης κύρ. Βασίλειος μέ τήν Σύνοδόν του ἔρχεται σήμερον νά κάμη ἰδικούς του Κανόνας περί νηστείας. Ὄχι, λέγει, ὅπως οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι καί οἱ Ἅγιοι Πατέρεςωἐνομοθέτησαν. Ἡμεῖς σήμερον θά κάμωμεν Κανόνας ἰδικούς μας συγκαταβατικούς. Ἐκεῖνοι ἔλεγον «οὐκ ἔστιν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρῶσις καί πόσις, ἀλλά δικαιοσύνη καί ἄσκησις σύν ἁγιασμῷ» καί «νηστείᾳ ἀγρυπνίᾳ προσευχῇ οὐράνια χαρίσματα λαβών», ἡμεῖς θά κάνωμεν Κανόνας να λέγουν νά τρώγετε, νά πίνετε, νά μή νηστεύετε, νά ὑπάγετε εἰς τήν…, καί ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι βρῶσις καί πόσις! Μή βαδίζετε τήν στενήν καί τεθλιμμένην ὁδόν τῆς νηστείας, τῆς ἀγρυπνίας καί προσευχῆς, ἀλλά τήν πλατεῖαν καί εὐρύχωρον τῆς τρυφῆς καί μαλθακότητος. Εὖγέ σας Ἅγιοι Πατέρες!!! Ἡμεῖς, λέγει ὁ Πατριάρχης Βασίλειος, θά κανονίσωμεν καί τό Ἡμερολόγιον καί το Πασχάλιον οὐχί ὅπως τό ἐθέσπισαν οἱ 318 Θεοφόροι Πατέρες τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί τόδιετήρησαν ἑπτά ὁλόκληροι Οἰκουμενικαί Σύνοδοι καί τόσαι ἄλλαι Τοπικαί, ἀλλά ὅπως θέλωμεν ἡμεῖς καί οἱ σημερινοί ἀστρονόμοι, συμφώνως μέ τήν σημερινήν ἐπιστήμην!! Ἐδῶ πρέπει ἤ νά τιμήση τις τήν σιωπήν κρύπτων τήν εὐσέβειαν καί ἀλήθειαν διά φόβον ἤ ἀνθρωπαρέσκειαν ἤ νά εἴπη ἐκεῖνο ὅπερ εἶπεν ὁ Αἴας κατά τόν Τρωϊκόν πόλεμον εἰς τους Ἀργείους. «Αἰδώς Ἀργεῖοι»! Ἐν ὦ ἡ θρησκεία μας πολεμεῖται ὑπό τόσων ἐξωτερικῶν και ἐσωτερικῶν ἐχθρῶν, ἡ διαφθορά καί παραλυσία, ἡ ἀσέβεια καί ἡ πλεονεξία καί τά λοιπά πάθηλυμαίνονται τήν Ἑλληνικήν κοινωνίαν, ὁ Παναγιώτατος Πατριάρχης μέ ἄλλους τινας Συνοδικούς, κάθεται καί συζητεῖ περί Ἡλίου καί Σελήνης, περί στοιχείων (περί ἀνέμων καί ὑδάτων), περί ἡμερολογίων καί πασχαλίων, περί νηστείας, κ.λπ., περί πραγμάτων, τά ὁποῖα ἐκανονίσθησαν ὑπό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί Θεοφόρων Πατέρων, διά νά μένουν ἀσάλευτα καί ἀμετάτρεπτα καί τῶν ὁποίων ἡ φύλαξις καί ἀκριβής τήρησις μεγίστην ὠφέλειαν προξενεῖ, ἡ δέ καταφρόνησις ζημίαν ἀνυπολόγιστον, συζητήσεις ἀνωφελεῖς, φιλονικείας καί μάχας, ἔχθρας καί διχονοίας, φθόνους, μνησικακίας καί τέλος σχίσματα καί αἱρέσεις.
Ταῦτα μέν ἡμεῖς οἱ ἀμαθεῖς καί ἄσοφοι φρονοῦμεν ὡς ἀναγκαῖα πρός συζήτησιν διά τήν μέλλουσαν Σύνοδον, εἴ τις δέ ἄλλος σοφός καί πεπαιδευμένος νομίζει ἄλλο τι ἀναγκαιότερον και ὠφελιμώτερον πρός ὠφέλειαν, πρός οἰκοδομήν τῆς Ἐκκλησίας, μετά φόβου Θεοΰ καί συνέσεως και προσοχῆς εἰπάτω, χωρίς ἐμπαθείας. Καλόν ὠσαύτως νομίζομεν νά ἐρωτηθοῦν καί δώσουν γνώμην οὐχί μόνον Ἀρχιερεῖς, ἀλλά καί Ἱερεῖς καί Ἀρχιμανδρῖται καί Ἱερομόναχοι καί Μοναχοί καί λαϊκοί Θεολόγοι ἐνάρετοι, εἰδήμονες περί τά δόγματα, ζηλωταί περί τήν πίστιν, τούς Ἱερούς Κανόνας και τάς Παραδόσεις καί τότε μέ ὁμόνοιαν, εἰρήνην, ἀγάπην καί μέ ταπείνωσιν νά προτιμηθῆ ἡ γνώμη ἐκείνων, ἡ ὁποία θά εἶναι σύμφωνος μέ τούς Κανόνας καί τάς Παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἐν γάρ τῆ Α΄ Οἰκουμ. Συνόδω, τήν κατά τοῦ Ἀρείου νίκην ἤραντο οὐχί Πατριάρχαι καί Ἀρχιερεῖς, ἀλλ'ὁ ἁπλοῦς Διάκονος καί νέος τήν ἡλικίαν Ἀθανάσιος καί ὁ ἀγράμματος καί ταπεινός Σπυρίδων.
Ἐπειδή οὐδόλως ἀπίθανόν ἐστι, ἐάν ἡ Σύνοδος συγκροτηθῆ ἀπό μόνον Ἀρχιερεῖς, νά εὑρεθοῦν ἔνιοι τούτων νά προτείνουν ζητήματα καί νά θεσπίσουν κανόνας, σύμφωνα μέ τά πάθη των, ὡς οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἐποίουν θεούς τῶν παθῶν των καί νά ἐπιτύχουν τοῦτο. Ἐπειδή ὑπάρχουν δυστυχῶς μερικοί τῶν Ἀρχιερέων καί κληρικῶν, οἱ ὁποῖοι δέν ἐσκέφθησαν ὅτι πρέπει νά διάγουν ἐν νηστείαις, ἀγρυπνίαις καί προσευχαῖς καί διά τοῦτο, ἐπειδή ἀκούουν νηστείαν, στενοχωροῦνται, θέλουν νά τήν καταργήσουν, ἐάν εἶναι δυνατόν. Βεβαίως, οἱ τοιοῦτοι θά θέλουν, φυσικῶ τῷ λόγω, ἐάν ὑπῆρχε τρόπος, καί μετά τήν χειροτονίαν νά νυμφευθοῦν. Ἐπειδή θέλουν να εἰσέρχωνται εἰς τά θέατρα καί εἰς τά καφενεῖα, τούς στενοχωροῦν τά ράσα καί ἡ κόμη, θέλουν και ἐκεῖνα νά τά μεταποιήσουν, νά τά κόψουν. Τούς τοιούτους, κἄν Πατριάρχαι εἶναι, κἄν Ἀρχιερεῖς, κἄν Ἱερεῖς, ὀφείλει μία κανονική Σύνοδος νά τούς ἀπομακρύνη καί ἀποκόψη τῆς Ἐκκλησίας ὡςσεσηπότα μέλη, καθώς καί αἱ Οἰκουμενικαί καί Τοπικαί Σύνοδοι ἀπεμάκρυνον τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ τούς λοιμώδεις λύκους καί Θεοκαπήλους αἱρετικούς, ἀντικαταστήση δέ τούτους δι’ ἄλλων ἀξίων ποιμένων, οἱ ὁποῖοι νά ποιμαίνουν τά ἑαυτῶν ποίμνια ἐν ὁσιότητι καί δικαιοσύνη. Τότε καί μόνον ὁ κλῆρος θά ἐξυψωθῆ εἰς τήν πρέπουσαν περιωπήν του, ἡ εὐσέβεια θά λάμψη καί ἡ Ὀρθόδοξος πίστις θά ἐξαπλωθῆ εἰς τά πέρατα τῆς Οἰκουμένης.
Μή λανθανέτω ὑμᾶς, ἀγαπητοί ἀδελφοί, ὅτι ἡ παρατηρούμενη σήμερον καταφρόνησις τοῦ κλήρου ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ καί ἡ ἐπικρατοῦσα καί ὁσημέραι κορυφουμένη ἀσέβεια, προέρχεται ἐξ αἰτίας τῶν κληρικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νεωτερίζουν καί ποιοῦν καινοτομίας καί μεταρρυθμίσεις εἰς τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ. Οἱ κύριοι αὐτοί ὤφειλον, ἀφοῦ δέν ἀκολουθοῦν τά ἤθη καί τά ἔθιμα, τούς κανόνας καί παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας μας, νά ἀπόσχουν τῆς Ἱερωσύνης, ἀλλ’ ἀφοῦ ἀναξίως ἐπέρασαν καί τούς στενοχωροῦν τά ράσα καί ἡ κόμη, ἡ προσευχή καί ἡ νηστεία, ἡ ἀνάγνωσις τῶν Θείων Γραφῶν καί ἡ Ἐκκλησία, ἄς ἀποβάλλουν τό ἱερατικόν σχῆμα, διά νά μή γίνωνται αἴτιοι καί βλασφημεῖται το Ὄνομα τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ ἐν τοῖς Ἔθνεσι καί περιφρονοῦνται καί χλευάζονται καί οἱ ἄξιοι καί ἐνάρετοι κληρικοί.
Τελευταῖον δίδομεν καί τήν ἀκόλουθον γνώμην ὡς ἠλεημένοι παρά Θεοῦ. Οἱ μέλλοντες νά λάβουν μέρος εἰς τήν ἐν Ἁγίω Ὄρει Σύνοδον ὀφείλουν νά παρασκευασθοῦν διά μελέτης καί νά προκαθαρθοῦν διά νηστείας καί προσευχῆς, διά μετανοίας καί ἐξομολογήσεως. Ἰδίως δι’ ἐξομολογήσεως καθαρᾶς, ἐπειδή δυστυχῶς οἱ πλεῖστοι τῶν Ἱεραρχῶν οὐδέποτε ἐξομολογοῦνται Οὕτω γάρ ἐποίουν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι καί οἱ Ἅγιοι Πατέρες ὅτε συνήρχοντο εἰς Συνόδους και ἐπεφοίτα εἰς αὐτούς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον. Ἐάν τοιουτοτρόπως ποιήσουν καί οἱ μέλλοντες να συγκροτήσουν τήν μέλλουσαν Σύνοδον, θά ἐπιφοίτηση καί εἰς αὐτούς τό Ἅγιον Πνεῦμα καί θά ἔχη κύρος ἡ Σύνοδος καί θά τήν παραδεχθοῦν πάντες οἱ Ὀρθόδοξοι ὡς ἁγίαν. Τουναντίον δέ, ἐάν προσέλθουν ἀπρομελέτητοι, ἀπροπαράσκευοι καί ἀκάθαρτοι, ἡ Σύνοδος θ' ἀποβῆ ψευδοσύνοδος, ἄκυρος καί οὐδείς θά παραδεχθῆ τά θεσπίσματα αὐτῆς».

Τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ἐλάχιστος δοῦλος.

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+ ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ - ΣΕΡΓΙΑΝΙΣΜΟΥ

Σημείωσις: Το κείμενο πού ἀκολουθεῖ ἀποτελεῖ τήν ἐκκλησιολογική  βάση ἐπί τῆς  ὁποίας ἑνώθηκαν οἱ δύο μείζονες παρατάξεις τῶν ἐν Ἑλλάδι Γνησίων Ορθοδόξων (κοινῶς Παλαιοημερολογιτών), ἐκείνες τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν κ. Καλλινίκου  καί  τοῦ  Μητροπολίτου Ὠρωποῦ καί Φυλῆς κ. Κυπριανού Β'. Παρατίθεται διότι πέραν τῆς ἱστορικῆς του σημασίας, ἄπτεται καί θεμάτων ἁγιολογικοῦ  ενδιαφέροντος.

Α’. Βασικαὶ Ἐκκλησιολογικαὶ Ἀρχαὶ. 
Ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἀπὸ τοῦ παρελθόντος εἰκοστοῦ αἰῶνος, ἀγωνίζεται στερρῶς καὶ ὁμολογιακῶς κατὰ τῆς ἐκκλησιολογικῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἐπίσης δὲ κατὰ τῆς προελθούσης ἐξ αὐτοῦ Ἡμερολογιακῆς-Ἑορτολογικῆς Καινοτομίας, ἀλλὰ καὶ ἐν γένει κατὰ τοῦ Δογματικοῦ Συγκρητισμοῦ, ὁ ὁποῖος καλλιεργῶν σταθερῶς καὶ μεθοδευμένως, ποικιλοτρόπως καὶ ἀντι-ευαγγελικῶς, εἰς ἐπίπεδον Διαχριστιανικὸν καὶ Διαθρησκειακόν, τὴν σχέσιν, συνύπαρξιν, ἀνάμειξιν καὶ συνεργασίαν Ἀληθείας καὶ πλάνης, Φωτὸς καὶ σκότους, Ἐκκλησίας καὶ αἱρέσεως, ἀποβλέπει εἰς τὴν ἀνάδειξιν μιᾶς νέας ὀντότητος, ἤτοι μιᾶς Κοινότητος ἄνευ ταυτότητος Πίστεως, τοῦ λεγομένου σώματος τῶν Πιστευόντων.
● Εἰς τὸν Ὁμολογιακὸν Ἀγῶνα Αὐτῆς, ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐφήρμοσε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἀποδέχεται καὶ ἐφαρμόζῃ τὰς ἑξῆς Βασικὰς Ἀρχὰς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας:
            1. Τὸ κύριον κριτήριον διὰ τὴν ἰδιότητα Μέλους τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ «Ὀρθὴ καὶ Σωτήριος τῆς Πίστεως Ὁµολογία» (Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής), ἤτοι ἡ Ἀληθής, Ἀκριβὴς καὶ Ἀκαινοτόμητος Ὀρθόδοξος Πίστις, «ἐπὶ ταύτῃ» δὲ «τῇ πέτρᾳ» (Ὀρθῇ Ὁμολογίᾳ) ὁ Κύριος ἔχει οἰκοδομήσει τὴν Ἁγίαν Αὐτοῦ Ἐκκλησίαν.
            2. Τὸ κριτήριον τοῦτο ἰσχύει τόσον διὰ µεµονωµένα πρόσωπα-πιστούς, ὅσον καὶ δι’ ὁλοκλήρους Τοπικὰς Ἐκκλησίας.
            3. Ἡ Καθολικότης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἐν σχέσει πάντοτε μὲ τὴν Μοναδικότητα, τὴν Ἁγιότητα καὶ τὴν Ἀποστολικότητα Αὐτῆς, εἶναι ποιοτικὸν καὶ ἐσωτερικόν, ὄχι δὲ ποσοτικὸν καὶ ἐξωτερικὸν γνώρισμα Αὐτῆς· εἶναι ἡ θεμελιώδης Αὐτῆς ἰδιότης, ἡ ὁποία ἐκφράζει ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν ἀκεραιότητα καὶ τὴν πληρότητα τῆς ὑπ’ Αὐτῆς κηρυττομένης Ἀληθείας, ἀνεξαρτήτως τῆς πληθυσμιακῆς καὶ γεωγραφικῆς διαστάσεως Αὐτῆς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν γνησιότητα καὶ ὁλοκληρίαν τῶν παρεχομένων μέσων πρὸς θεραπείαν καὶ θέωσιν τῆς πεσούσης ἀνθρωπίνης φύσεως.
            4. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτης τῆς Ὀρθῆς Ὁμολογίας θεμελιώνεται ἡ Μυστηριακὴ Κοινωνία τῶν Πιστῶν μετὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ μεταξὺ ἀλλήλων, ὡς τελείωσις τῆς ὑφισταμένης ἐν τῇ πίστει Ἑνότητος, ὡς σκοπὸς καὶ τέλος καὶ ὄχι ὡς μέσον πρὸς ἐπίτευξιν τῆς Ἑνότητος αὐτῆς∙ δηλαδὴ προηγεῖται ἡ Ἑνότης ἐν τῇ Ὀρθῇ Ὁμολογίᾳ καὶ ἕπεται ἡ Κοινωνία ἐν τοῖς Μυστηρίοις.
            5. Ἅπαντες οἱ εὐσεβεῖς Χριστιανοί, οἱ ἔχοντες Ὀρθόδοξον Ὁμολογίαν, προκειμένου νὰ ἀποτελοῦν ζῶντα Μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ὀφείλουν νὰ διατελοῦν ὁπωσδήποτε ἐν Μυστηριακῇ Κοινωνίᾳ μεταξὺ ἀλλήλων, ἐφ’ ὅσον Κοινωνία Πίστεως καὶ Κοινωνία Μυστηρίων, ἀλληλοπεριχωρούμενα ἐν τοῖς πιστοῖς, πραγματώνουν καὶ ἀναδεικνύουν τὸ Ἕνα καὶ Μοναδικὸν Σῶμα τοῦ Χριστοῦ.
            6. Ἡ ἀσάλευτος ἐμμονὴ εἰς τὴν Ὀρθὴν Ὁμολογίαν, ὡς καὶ ἡ ὑπεράσπισις Αὐτῆς πάσῃ θυσίᾳ, εἶναι θέμα ὑψίστης σωτηριολογικῆς σημασίας, διὰ τοῦτο δὲ οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἡμῶν ὡµολόγησαν καὶ ὑπερασπίσθησαν γενναίως, ἐν λόγῳ, ἔργῳ καὶ αἵματι, τὴν Ἁγίαν Ὀρθόδοξον ἡμῶν Πίστιν, πράττοντες τοῦτο ἐκ µέρους τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐν ὀνόµατι τῆς ὑπάρξεως Αὐτῆς.
            7. Ἅπαντες οἱ κηρύττοντες ἢ πράττοντες ἀντιθέτως πρὸς τὴν Ὀρθὴν Ὁμολογίαν, ὡς αἱρετικοί, χωρίζονται ἀπὸ τὴν Ἀλήθειαν τῆς Πίστεως καὶ ἐκπίπτουν τῆς Κοινωνίας μετὰ τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, εἴτε αὐτοὶ εἶναι μεμονωμένα πρόσωπα, εἴτε Κοινότητες, ἔστω καὶ ἄν αὗται συνεχίζουν λειτουργοῦσαι τυπικῶς-θεσμικῶς ὡς δῆθεν Ἐκκλησίαι καὶ προσαγορεύωνται ὡς τοιαῦται:
● «Οἱ µὴ τῆς Ἀληθείας ὄντες οὐδὲ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας εἰσί· καὶ τοσοῦτο µᾶλλον, ὅσον ἄν καὶ σφῶν αὐτῶν καταψεύδοιντο, ποιµένας καὶ ἀρχιποιµένας ἱεροὺς ἑαυτοὺς καλοῦντες καὶ ὑπ’ ἀλλήλων καλούµενοι· µηδὲ γὰρ προσώποις τὸν Χριστιανισµόν, ἀλλ’ ἀληθείᾳ καὶ ἀκριβείᾳ πίστεως χαρακτηρίζεσθαι» (Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαµᾶς).
            8. Ἡ παρεχομένη ἄνωθεν ἐκ τοῦ Πατρός, διὰ τοῦ Υἱοῦ, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι Ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ Ἀληθείᾳ τῆς Πίστεως καὶ τῇ Κοινωνίᾳ τῶν Μυστηρίων εἶναι βεβαίως Χριστοκεντρικὴ καὶ Εὐχαριστιακή, βιοῦται δὲ ὡς διαχρονικὴ Σύνοδος καὶ συλλειτουργία ἐν τόπῳ καὶ χρόνῳ «σὺν πᾶσι τοῖς Ἁγίοις», ἐφ’ ὅσον ἔχει ὡς ἐγγυητὴν Αὐτῆς τὸν Ὀρθόδοξον Ἐπίσκοπον, ὄντα - θείᾳ Χάριτι - φορέα τῆς «Παραδόσεως τῆς Ἀληθείας» (Ἅγιος Εἰρηναῖος Λουγδούνου).
            9. Ἕκαστος Ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος, ὡς «τρόπων μέτοχος καὶ θρόνων διάδοχος» τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὡς Πατὴρ τῆς Εὐχαριστιακῆς Συνάξεως, ὡς Διδάσκαλος τοῦ Εὐαγγελίου τῆς Ἀληθείας καὶ ὡς Διάκονος τῆς Ἀγάπης ἐν Ἀληθείᾳ, εἶναι εἰς τύπον καὶ τόπον Χριστοῦ, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἐνσαρκώνει, ἐκφράζει καὶ διασφαλίζει τὴν διαχρονικὴν Καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι τὴν Ἑνότητα Αὐτῆς μετὰ τοῦ Χριστοῦ, ταυτοχρόνως δὲ τὴν Ἑνότητα ἐν Χριστῷ μετὰ πασῶν τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, αἱ Ὁποῖαι ὑπῆρξαν, ὑπάρχουν καὶ θὰ ὑπάρξουν ὡς τὸ Ἕν Σῶμα Χριστοῦ.
            ● «Τί δέ ἔστιν ”ἕν σῶμα“; Οἱ πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης πιστοὶ καὶ ὄντες καὶ γενόμενοι καὶ ἐσόμενοι» (Ἱερὸς Χρυσόστομος).
            10. Πᾶς Ἐπίσκοπος, κηρύττων «αἵρεσιν δημoσίᾳ» καὶ «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπ’ Ἐκκλησίας» καὶ διδάσκων «ἕτερον εὐαγγέλιον παρ’ ὅ παρελάβομεν» ἢ εὑρίσκεται εἰς συγκρητιστικὴν κοινωνίαν μὲ ἀλλοδόξους καὶ ἀλλοθρήσκους, πράττων μάλιστα τοῦτο ἐπιμόνως καὶ συνεχῶς, καθίσταται «ψευδεπίσκοπος» καὶ «ψευδοδιδάσκαλος» (ΙΕ’ Κανὼν τῆς Πρωτοδευτέρας)· οἱ δὲ κοινωνοῦντες μετ’ αὐτοῦ Ἐπίσκοποι, ἀδιαφοροῦντες ἢ ἀνεχόμενοι ἢ ἀποδεχόμενοι τὸ φρόνημα καὶ τὰς πρακτικὰς αὐτοῦ ἐκφράσεις, «συνόλλυνται» (Ἅγιος Θεόδωρος Στουδίτης), παύοντες οὕτω νὰ εἶναι Κανονικοὶ καὶ Κοινωνικοί, ἐφ’ ὅσον ἡ Καθολικότης τῆς Ἐκκλησίας, ἡ Ἑνότης Αὐτῆς καὶ ἡ γνησία Ἀποστολικὴ Διαδοχή, ἐγγυώμεναι ἀσφαλῶς τὸ Κανονικὸν καὶ Κοινωνικὸν τοῦ Ἐπισκόπου, ἑδράζονται, ἀπορρέουν καὶ διασφαλίζονται ἀπὸ τὴν «Ὀρθὴν καὶ Σωτήριον τῆς Πίστεως Ὁμολογίαν».
Β’. Οἰκουμενισμός: Συγκρητιστικὴ Παναίρεσις.
1. Ὁ Οἰκουµενισµός, ὡς θεολογικὴ ἔννοια, ὡς ὠργανωµένον κοινωνικὸν κίνηµα καὶ ὡς θρησκευτικὴ πρᾶξις, εἶναι καὶ ἀποτελεῖ τὴν μεγαλυτέραν αἵρεσιν τῶν αἰώνων καὶ τὴν περιεκτικωτέραν παναίρεσιν· αἵρεσιν ἐξ αἱρέσεων καὶ παναίρεσιν ἐκ παναιρέσεων· ἀμνήστευσιν πασῶν τῶν αἱρέσεων, ὄντως καὶ ἀληθῶς Παναίρεσιν· τὸν ὑπουλότερον ἀντίπαλον τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὡς καὶ τὸν πλέον ἐπικίνδυνον ἐχθρὸν τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, ἐφ’ ὅσον ἐντὸς τῶν συγκρητιστικῶν ὁρίων αὐτοῦ ἀδυνατοῦν νὰ ὑπάρξουν ἐν ἀρρήκτῳ σωτηριολογικῇ ἑνότητι ἡ ἐν Χριστῷ Ἀλήθεια καὶ Ζωή.
      2. Ὁ Οἰκουμενισμὸς προέρχεται ἀπὸ τὸν προτεσταντικὸν κόσμον (ΙΘ’ αἰ. κ.ἑ.) καὶ καλλιεργεῖ τὴν σχετικοποίησιν τῆς ἐν Χριστῷ Ἀληθείας, Ζωῆς καὶ Σωτηρίας, ἀρνούμενος κατ’ οὐσίαν τὴν Καθολικότητα καὶ Μοναδικότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἐφ’ ὅσον εἰς τὴν βάσιν αὐτοῦ κεῖται ἡ πεπλανημένη θεωρία περὶ «Ἀοράτου Ἐκκλησίας» μὲ ἀσαφῆ ὅρια, μέλη τῆς ὁποίας δῆθεν δύνανται νὰ ἀνήκουν εἰς διαφόρους «Ὁμολογίας», ὡς καὶ ἡ παραλλαγὴ ταύτης, ἤτοι ἡ λεγομένη «Θεωρία τῶν Κλάδων», κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ διάφοροι χριστιανικαί «Ὁμολογίαι», εἶναι δῆθεν κλάδοι τοῦ αὐτοῦ δένδρου τῆς Ἐκκλησίας, ἕκαστος δὲ κλάδος κατέχει μέρος τῆς Ἀληθείας καὶ οὕτω συναπαρτίζουν δῆθεν τὸ ὅλον τῆς Ἐκκλησίας.
3. Παρὰ τὴν ποικιλίαν τῶν θεωριῶν, τὰς ὁποίας παρήγαγεν ὁ Οἰκουμενισμός, ὁ βασικὸς στόχος αὐτοῦ εἶναι ἡ καλλιέργεια μιᾶς συγκρητιστικῆς συνυπάρξεως καὶ συνεργασίας, ἀλλὰ καὶ περαιτέρω μιᾶς συγχωνεύσεως κατ’ ἀρχὰς πασῶν τῶν Χριστιανικῶν Κοινοτήτων (Διαχριστιανικὸς Οἰκουμενισμός), ἀκολούθως δὲ πασῶν τῶν θρησκειῶν (Διαθρησκειακὸς Οἰκουμενισμός), τοῦτ’ ἔστιν (ἡ καλλιέργεια) μιᾶς ἀντι-ευαγγελικῆς διαδικασίας, ὁδηγούσης ἀφεύκτως εἰς τὴν ἀνάδειξιν ἑνὸς σώματος τῶν πιστευόντων, μιᾶς τρόπον τινὰ Πανθρησκείας, ἡ ὁποία θὰ προλειάνῃ τὸ ἔδαφος διὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ πειρασμοῦ τῶν Ἐσχάτων, ἤτοι τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἀνόμου - Ἀντιχρίστου.
4. Λόγῳ τοῦ συγκρητιστικοῦ αὐτοῦ χαρακτῆρος, ὁ Οἰκουμενισμὸς συγγενεύει στενῶς πρὸς τὸν Ἐλευθεροτεκτονισμὸν (Μασωνίαν), ὁ ὁποῖος αὐτοδιαφημιζόμενος ὡς ἀνεξίθρησκος, συγχρωτιστικὸς καὶ ἀνεκτικὸς ἔναντι τῶν αἱρέσεων καὶ θρησκειῶν, ἔχει ἀναδειχθῆ ἐν τῇ πράξει εἰς Θρησκείαν καὶ Ὑπερθρησκείαν, συμβάλλουσα ἀμέσως καὶ ἐμμέσως εἰς τὴν προώθησιν τοῦ Οἰκουμενιστικοῦ Ὁράματος, δηλαδὴ εἰς τὴν δημιουργίαν μιᾶς περιεκτικῆς βάσεως ἁπάντων τῶν Δογμάτων καὶ Θρησκειῶν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Ἀποκεκαλυμμένη Ἀλήθεια θὰ ἔχῃ πλήρως σχετικοποιηθῆ καὶ ἐξισωθῆ μὲ πᾶσαν ἀνθρωπίνην καὶ δαιμονικὴν πλάνην καὶ δοξασίαν.
5. Ὁ Οἰκουμενισμὸς ἤρχισε νὰ προσβάλλῃ τὴν Ὀρθόδοξον Καθολικὴν Ἐκκλησίαν φθίνοντος τοῦ ΙΘ’ αἰῶνος, διὰ δὲ τοῦ Συνοδικοῦ Διαγγέλματος «Πρὸς τὰς ἁπανταχοῦ Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ» τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως ἐν ἔτει 1920, ἀποτελοῦντος ὁμολογουμένως τὸν «Καταστατικὸν Χάρτην τοῦ Οἰκουμενισμοῦ», ἐκηρύχθη οὗτος «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ», ἐφ’ ὅσον χαρακτηρίζει τὰς αἱρέσεις τῆς Δύσεως καὶ ἁπανταχοῦ ὡς δῆθεν «σεβασμίας Χριστιανικὰς Ἐκκλησίας», οὐχὶ πλέον «ὡς ξένας καὶ ἀλλοτρίας», ἀλλ’ ὡς «συγγενεῖς καὶ οἰκείας ἐν Χριστῷ» καὶ «συγκληρονόμους καὶ συσσώμους τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ», προτείνων μάλιστα ὡς πρῶτον μέτρον ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, τὴν χρῆσιν κοινοῦ Ἡμερολογίου, πρὸς ταυτόχρονον συνεορτασμὸν Ὀρθοδόξων καὶ ἑτεροδόξων.
           6. Κατ’ ἐφαρμογὴν τοῦ οἰκουμενιστικοῦ Διαγγέλματος τούτου καὶ κατόπιν τῶν ἀντικανονικῶν Ἀποφάσεων τοῦ ἀντορθοδόξου Συνεδρίου τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐν ἔτει 1923, υἱοθετήθη κατ’ οὐσίαν τὸ λεγόμενον Γρηγοριανὸν Ἡμερολόγιον, ὡς δῆθεν Διορθωμένον Ἰουλιανόν, καίτοι ἅμα τῇ ἐμφανίσει αὐτοῦ ἐν τῇ Δύσει (1582) κατεκρίθη καὶ κατεδικάσθη ὡς σοβαρὰ Παπικὴ Καινοτομία ὑπὸ τριῶν Πανορθοδόξων Συνόδων ἐν τῇ Ἀνατολῇ (1583, 1587, 1593),  τῶν Ὁποίων αἱ ἀποφάσεις ἐξακολουθοῦν ἰσχύουσαι καὶ βαρύνουν τοὺς ἐν σχίσματι εὑρισκομένους Καινοτόμους.
            7. Ἡ Ἡμερολογιακὴ - Ἑορτολογικὴ Καινοτομία, εἰσαχθεῖσα ἐν ἔτει 1924 εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, τὸ Πατριαρχεῖον τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ρουμανίας, κατόπιν δὲ σταδιακῶς καὶ εἰς ἄλλας Τοπικὰς Ἐκκλησίας, προσκρούει εἰς τὴν Καθολικότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ κατὰ τὸν τρόπον τῆς ἐφαρμογῆς (μονομερῆ καὶ ἀντικανονικόν), ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν σκοπὸν αὐτῆς (οἰκουμενιστικὸν - συγκρητιστικόν), προσβάλλουσα τοιουτοτρόπως διὰ πλήγματος δεινοῦ τὴν ἐξωτερικὴν ἔκφανσιν καὶ ἐκδήλωσιν τοῦ Ἑνὸς Σώματος τῆς Ἐκκλησίας ἀνὰ τὸν κόσμον, πραγματοποιουμένην καὶ διὰ τοῦ ἑνιαίου Ἡμερολογίου - Ἑορτολογίου.
            8. Ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξος Καθολικὴ Ἐκκλησία, μέσῳ τοῦ ὑψίστου Συνοδικοῦ κύρους Αὐτῆς, ἔχει ἐκφράσει τὴν σταθερὰν καὶ ἀμετακίνητον βούλησιν Αὐτῆς, ὅπως ἐκδηλώνεται ἡ Ἑνότης Αὐτῆς καὶ διὰ τῆς ἀπὸ κοινοῦ ὑφ’ ὅλων τῶν Χριστιανῶν τελέσεως τῆς μεγίστης τῶν Ἑορτῶν, ἤτοι τοῦ Ἁγίου Πάσχα, καθορίσασα ὁριστικῶς εἰς τὴν Α’ Ἁγίαν Οἰκουμενικὴν Σύνοδον ἐν ἔτει 325 τὸ αἰώνιον Κανόνιον τοῦ Πάσχα, τὸν Πασχάλιον Κανόνα.
            9. Ἡ Συνοδικὴ Πρᾶξις αὕτη, κατ’ οὐσίαν βαθύτατα ἐκκλησιολογικὴ καὶ δογματική, προϋπέθετεν ὡς βάσιν τῶν λεγομένων Διορισμῶν τοῦ Ἁγίου Πάσχα τὴν Ἐαρινὴν Ἰσημερίαν, ἡ ὁποία ὡς σταθερὰ ἡμερομηνία ἐκκλησιαστικῶς θὰ ἦτο πλέον θετῶς/συμβατικῶς ἡ 21η Μαρτίου τοῦ ἐν χρήσει τότε Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου, τὸ ὁποῖον τοιουτοτρόπως καθιερώθη ὡς Ἐκκλησιαστικὸν Ἡμερολόγιον καὶ ὡς ἄξων τοῦ ἐνιαυσίου Ὀρθοδόξου Ἑορτολογίου, βάσει δὲ τούτου ἡ ἡμερολογιακὴ ἐναρμόνισις τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, τῶν εὑρισκομένων εἰς διάφορα ἡμερολογιακὰ περιβάλλοντα, συνετελέσθη σταδιακῶς ἕως καὶ τὸν ΣΤ’ αἰῶνα.            
            10. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς ἐν Νικαίᾳ Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐξέφρασαν θεοπνεύστως, ἀλλὰ καὶ προφητικῶς, τὸ ἀντι-συγκρητιστικὸν πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας: Τὸ «μὴ μετ’ Ἰουδαίων συνεορτάζειν», κατ’ ἐπέκτασιν δὲ τὸ μὴ ἐπιδιώκειν μετὰ τῶν αἱρετικῶν ἑορτάζειν, διησφάλιζε τὴν ἐξωτερικὴν - ὁρατὴν Ἑνότητα τοῦ Ἑνὸς Σώματος τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἔθετε τὰ ὅρια μεταξὺ Ἀληθείας καὶ Αἱρέσεως, ὅλως δηλαδὴ ἀντιθέτως πρὸς τὴν κατάκριτον Ἡμερολογιακὴν  Μεταρρύθμισιν τοῦ 1924, ἡ ὁποία ἀπέβλεπεν εἰς τὸ συνεορτάζειν μετὰ τῶν ἑτεροδόξων τοῦ παναιρετικοῦ Παπισμοῦ καὶ Προτεσταντισμοῦ, προκειμένου νὰ καταστῇ ὁρατὴ ἡ δῆθεν ὑπάρχουσα ἀόρατος ἑνότης μετ’ αὐτῶν καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας.
            11. Οἱ ἐξ Ὀρθοδόξων Οἰκουμενισταί, μάλιστα δὲ οἱ πλέον ἀκραῖοι ἐξ αὐτῶν, ἔχοντες ὑποστῆ τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα τοῦ διαβρωτικοῦ Συγκρητισμοῦ, φρονοῦν ὅτι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἔχει δῆθεν ἀπολέσει τὴν Καθολικότητα Αὐτῆς, λόγῳ θεολογικῶν καὶ πολιτισμικῶν διαμαχῶν καὶ διαιρέσεων· προτείνουν δὲ καὶ ἐπιδιώκουν τὴν δῆθεν ἀνασυγκρότησιν ταύτης, μέσῳ μιᾶς συμβατικῆς ἑνώσεως τῶν διεστώτων, Ὀρθοδόξων καὶ αἱρετικῶν, ἡ ὁποία δῆθεν θὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν εὐχαριστιακὴν κοινωνίαν, ἄνευ βεβαίως κοινῆς Ὁμολογίας Πίστεως, κατὰ τὰ πρότυπα προφανῶς τῆς Οὐνίας· ἕτεροι, πλέον μετριοπαθεῖς Οἰκουμενισταί, ἀρκοῦνται εἰς τὴν συναρίθμησιν τῶν ἑτεροδόξων μετὰ τῶν Ὀρθοδόξων, ὁμιλοῦντες «ὑπὲρ τοῦ ὅλου τῆς Ἐκκλησίας σώματος», ὡς δῆθεν εὑρισκομένων αὐτῶν (τῶν ἑτεροδόξων) ἐντὸς τῶν Ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας, διότι οὗτοι δὲν ταυτίζουν τὰ Χαρισματικὰ καὶ τὰ Κανονικὰ Ὅρια τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ὑποστηρικταὶ τῆς «Διευρυμένης Ἐκκλησίας» ἢ τῆς «Ἐκκλησίας ἐν διευρυμένῃ ἢ εὐρυτάτῃ ἐννοίᾳ», ἐφ’ ὅσον ἀνακαλύπτουν ἢ ἀναγνωρίζουν τὴν ὕπαρξιν «Ἐκκλησιῶν» καὶ «Θείας Χάριτος»/ «Σωτηρίας»  καὶ ἐκτὸς τῶν Ὁρίων τῆς Ἀληθείας καὶ τῆς Ἀληθοῦς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (ecclesia extra ecclesiam, extra muros).
            12. Ἡ συμμετοχὴ τῶν ἐξ Ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστῶν εἰς τὸ λεγόμενον «Παγκόσμιον Συμβούλιον τῶν Ἐκκλησιῶν» (1948 κ.ἑ.), ὡς καὶ εἰς ἑτέρους Οἰκουμενιστικοὺς Ὀργανισμούς, ἀποτελεῖ μίαν ἐν τῇ πράξει ἄρνησιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὡς πληρώματος τῆς ἐν Χριστῷ Ἀληθείας καὶ Σωτηρίας, ἐφ’ ὅσον βασικὴ προϋπόθεσις ὀργανικῆς συμμετοχῆς εἰς τοιαῦτα Διομολογιακὰ Σώματα, εἶναι κατ’ οὐσίαν ἡ ἔστω καὶ σιωπηλὴ ἄρνησις τῆς ὑπάρξεως αὐθεντικῆς Ἐκκλησιαστικῆς Καθολικότητος σήμερον, ὡς καὶ ἡ αἴσθησις τῆς ἀνάγκης ἀνασυγκροτήσεως μιᾶς δῆθεν αὐθεντικῆς Καθολικότητος, τοῦτ’ ἔστι τῆς ἀνάγκης μιᾶς δῆθεν ἐπανιδρύσεως τῆς Ἐκκλησίας.
            13. Εἰς τὴν βάσιν τῶν ἀντορθοδόξων καὶ πλήρως καινοφανῶν τούτων ἀντιλήψεων, εὑρίσκεται ἡ λεγομένη «Βαπτισματικὴ Θεολογία», ὁ Δογματικὸς Συγκρητισμός, ἡ κατάργησις τῶν «ὁρίων» τῆς Ἐκκλησίας, ἡ αἴσθησις τῆς «Οἰκουμενικῆς Ἀδελφοσύνης», ἡ θεωρία τῶν «Ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν», ἡ λεγομένη «Θεολογία τῶν Δύο Πνευμόνων», ἡ θεωρία τῆς «Μιᾶς καὶ Διῃρημένης Ἐκκλησίας», ἡ «ὑπέρβασις τῆς παλαιᾶς αἱρεσιολογίας», ὡς καὶ ἄλλαι ποικίλαι κακοδοξίαι ἔχουσαι ὁδηγήσει σταδιακῶς τοὺς ἐξ Ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστὰς εἰς τὴν ἄρνησιν τῆς ἐκκλησιολογικῆς καὶ σωτηριολογικῆς ἀποκλειστικότητος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μάλιστα δὲ καὶ εἰς τὴν Συνοδικὴν ἀναγνώρισιν τῶν ἑτεροδόξων Κοινοτήτων καὶ τῶν Μυστηρίων αὐτῶν, εἰς τὴν συμπροσευχὴν μετ’ αὐτῶν καὶ δὴ εἰς ἐπίπεδον κορυφῶν, εἰς τὴν παροχὴν Μυστηρίων εἰς αὐτούς, εἰς τὴν συνυπογραφὴν Κοινῶν Δηλώσεων καὶ Διακηρύξεων πρὸς κοινὴν δῆθεν μαρτυρίαν μετ’ αὐτῶν, ὡς ἐπίσης καὶ εἰς τὴν αἴσθησιν τοῦ χρέους τῆς συνδιακονίας τοῦ κόσμου, ὡς δῆθεν συνυπευθύνων (Ὀρθοδοξίας καὶ Αἱρέσεως) διὰ τὴν σωτηρίαν αὐτοῦ.
            14. Μέσῳ πάντων τούτων, ἔχει διαστρεβλωθῆ πλήρως ἡ ἔννοια τῆς Εὐαγγελικῆς Ἀγάπης, ἀσκουμένης ἐν τῇ Ἀληθείᾳ καὶ διὰ τῆς Ἀληθείας· ἔχει παγιωθῆ ἕνας βαθὺς καὶ ὁλονὲν ἐμβαθυνόμενος συγκρητιστικὸς συγχρωτισμός· τηρεῖται, ἐν ὀνόματι μιᾶς νενοθευμένης οἰκονομίας, μία στάσις περιεκτικὴ καὶ περιχωρητικὴ ἔναντι τῆς ἑτεροδοξίας· ἔχει προέλθει μία ἄμεικτος μεῖξις· καὶ ἔχει ἀναδυθῆ μία ὄντως ὑφισταμένη ἕνωσις μεταξὺ τῶν πάσης προελεύσεως Οἰκουμενιστῶν, ἑνὸς Σώματος Πιστευόντων, ὄχι βεβαίως ἐν τῇ Μοναδικῇ Ἀληθείᾳ τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς νεφελώδους ἀνθρωπιστικοῦ ὁράματος, χωρὶς ἱεραποστολικὴν διάστασιν καὶ κλῆσιν τῶν πεπλανημένων εἰς Ἐπιστροφὴν ἐν Μετανοίᾳ εἰς τὸν Οἶκον τοῦ Πατρός, τ.ἔ. εἰς τὴν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν.
 Γ’. Σεργιανισμός: Ἀλλοίωσις τῆς Κανονικότητος.
1. Ἕν ἕτερον συγγενὲς πρὸς τὸν Οἰκουμενισμὸν φαινόµενον καὶ κίνημα, ἔχον ἐπίσης ἐκκλησιολογικὴν διάστασιν, εἶναι ὁ λεγόµενος Σεργιανισµός, ὁ ὁποῖος εἰς τὰς πρωτοφανεῖς περιστάσεις τοῦ διωγµοῦ  τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὴν πρώην Σοβιετικὴν Ἕνωσιν παρέδωσε, μέσῳ τοῦ πεπτωκότος καὶ συμβιβασθέντος ἀρχικῶς Μητροπολίτου καὶ μετέπειτα Πατριάρχου Μόσχας, Σεργίου Στραγκορόντσκυ (+ 1944),  εἰς τοὺς ἀθέους καὶ θεομάχους Μπολσεβίκους, ἕνα φαινοµενικῶς  ἄρτιον ἐκκλησιαστικὸν ὀργανισμόν, προκειμένου νὰ καταστῇ οὗτος εἰς χεῖρας αὐτῶν ἄβουλον ὄργανον κατὰ τὴν ἀδυσώπητον αὐτῶν πολεµικὴν ἐναντίον Αὐτῆς τῆς ἰδίας τῆς Ἐκκλησίας, ὡς φορέως τοῦ πληρώµατος τῆς Ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ.
            2. Ὁ Σεργιανισµὸς δὲν εἶναι μόνον Σοβιετικὸν φαινόµενον, διότι ἔπληξε δεινῶς καὶ τὰς Τοπικὰς Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας τῶν χωρῶν τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης, ἔνθα ἐπεκράτησαν, µετὰ τὸν Β’ Παγκόσµιον Πόλεµον, ἀθεϊστικὰ καὶ ἀντιχριστιανικὰ κοµµουνιστικὰ Καθεστῶτα.
            3. Ἡ πεμπτουσία τοῦ Σεργιανισμοῦ εἶναι ἡ υἱοθέτησις τῆς πλάνης, ὅτι ἡ ἐξαπάτησις θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιµοποιηθῇ δῆθεν ὡς µέσον διασώσεως τῆς Ἀληθείας, ἐπίσης δὲ ὅτι ἡ συνεργασία µετὰ τῶν ἐχθρῶν καὶ διωκτῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἦτο δῆθεν ὁ τρόπος ἐπιβιώσεως Αὐτῆς· ἀλλ’ ὅμως, ἐν τῇ πράξει συνέβη ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον: οἱ Σεργιανισταὶ Ἐπίσκοποι κατεστάθησαν ὄργανα τῶν ἀθέων Κοµµουνιστῶν, προκειμένου νὰ ἀσκοῦν ἔλεγχον ἐπὶ τῆς Ἐκκλησίας, µὲ σκοπὸν τὴν ἠθικὴν καὶ πνευµατικὴν Αὐτῆς ἐξασθένησιν, ἕως τῆς τελικῆς ἀποδομήσεως καὶ τοῦ ἐξαφανισμοῦ Αὐτῆς.
            4. Εἰς τὸ ἐκκλησιολογικὸν πεδίον, ὁ Σεργιανισμὸς διεστρέβλωσε πλήρως τὴν ἔννοιαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιαστικῆς Κανονικότητος, ἐφ’ ὅσον εἰς τὰ ὅρια τοῦ Σεργιανισμοῦ, ἡ Κανονικότης ἦτο οὐσιαστικῶς ἀποκεκοµµένη ἀπὸ τὸ Πνεῦµα καὶ τὴν Ἀλήθειαν τῆς αὐθεντικῆς Κανονικῆς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας, λαβοῦσα τοιουτοτρόπως µίαν τυπικὴν προσαρµογὴν εἰς τὴν νοµιµότητα, δυναμένη νὰ χρησιμοποιηθῇ, προκειμένου νὰ δικαιολογήσῃ πᾶσαν ἀνοµίαν τῆς διοικούσης Ἱεραρχίας· ἐν τέλει δέ, ἡ τοιαύτη κατ’ ἐπίφασιν Κανονικότης, κατέστη µία διοικητικὴ τεχνική, διὰ τὴν ὑπαγωγὴν τοῦ λαοῦ τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὴν Σεργιανιστικὴν Ἱεραρχίαν, ἀσχέτως τῆς κατευθύνσεως πρὸς τὴν ὁποίαν αὕτη ὡδήγει τοὺς πιστούς.
            5. Μετὰ τὴν κατάρρευσιν τῶν ἀντιχριστιανικῶν Καθεστώτων, περὶ τὰ τέλη τοῦ παρελθόντος εἰκοστοῦ αἰῶνος, ἡ βαρυτάτη ἐκκλησιολογικὴ ἐκτροπὴ τοῦ Σεργιανισμοῦ, ὑπὸ τὰς νέας συνθήκας τῆς πολιτικῆς ἐλευθερίας, διετηρήθη ὡς κληρονοµία τοῦ παρελθόντος καὶ συγχρόνως µετεσχηµατίσθη.
            6. Ὁ ἐκκλησιομάχος Σεργιανισμός, ἔχων πρὸ πολλοῦ ἐνσωµατώσει εἰς τὸ ἐνδότερον αὐτοῦ τὸ κοσμικὸν πνεῦμα, τὴν ἀσυνειδησίαν, τὴν ἐξαπάτησιν καὶ τὴν παθολογικὴν δουλικότητα ἔναντι τῶν ἰσχυρῶν τοῦ κόσµου τούτου, συνεχίζει νὰ προδίδῃ τὴν Ἐκκλησίαν, ὄχι πλέον ἐξ αἰτίας δῆθεν τοῦ φόβου τῶν ἀντιποίνων ἐκ μέρους τῶν ἀθέων Κρατούντων, ἀλλὰ χάριν ἰδιοτελῶν καὶ ἐγκοσμιοκρατικῶν κινήτρων, ὑπὸ τὸ πέπλον δὲ δῆθεν τῆς Κανονικότητος, ἐκποιεῖ πλέον τὴν ἐλευθερίαν τῆς Ἐκκλησίας, µὲ ἀντάλλαγµα τὸ κέρδος τῆς φιλίας μετὰ τῶν ἰσχυρῶν τοῦ κόσµου τούτου, µεθ’ ὅλων βεβαίως τῶν συναφῶν ὑλικῶν συµφερόντων καὶ τῆς περιόπτου κοινωνικῆς θέσεως.
            7. Εἰς τὴν µεταλλαγµένην ταύτην µορφὴν σήµερον, ὁ ἰὸς τοῦ Σεργιανισµοῦ, ὡς νεο-Σεργιανισµὸς ἢ µετα-Σεργιανισµός, ἀλλ’ ἐπίσης καὶ μὲ ἄλλας πολιτειοκρατικὰς μορφάς, προσβάλλει ἔν τινι βαθμῷ μέγα µέρος τῆς Ἱεραρχίας τῶν Τοπικῶν ἐπισήμων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἀνὰ τὸν κόσµον, συμβάλλων τοιουτοτρόπως εἰς τὴν προαγωγὴν τοῦ ἐπίσης ἐγκοσμιοκρατικοῦ καὶ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὑπὸ τὴν σκέπην μιᾶς ψευδοῦς Κανονικότητος.
            8. Οἱ ἔχοντες ὑγιᾶ Δογματικὴν καὶ Κανονικὴν Συνείδησιν εὐσεβεῖς, Κλῆρος καὶ Λαός, ἔναντι φαινομένων καὶ κινήσεων ἐχόντων ἐκκλησιολογικὴν καὶ σωτηριολογικὴν σημασίαν, ὡς ὁ Οἰκουμενισμὸς καὶ Σεργιανισμός, ὀφείλουν νὰ τηρήσουν μίαν γνησίαν Πατερικὴν στάσιν, ὅταν μάλιστα αὐτὰ ἑδραιώνωνται συστηµατικῶς καὶ διαδίδωνται εὐρέως, ἔστω καὶ ἄν δὲν ἐπιδιώκουν πάντοτε µίαν σαφῆ δογµατικὴν ἔκφρασιν, ἀλλ’ εἰσχωροῦν καὶ ἐνσπείρονται εἰς τὸ Σῶµα τῆς Ἐκκλησίας µὲ ὕπουλον καὶ διαβρωτικὸν τρόπον, δηλαδὴ υἱοθετοῦνται ἐνεργῶς ἢ ἐπιτρέπονται παθητικῶς ὑφ’ ὅλων τῶν Ἐπισκόπων µιᾶς ἢ περισσοτέρων Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν.
9. Εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτάς, ἡ οὐσία τοῦ ἀγῶνος ἐναντίον τῶν ἀντι-ευαγγελικῶν, ἀντορθοδόξων καὶ ἐκφυλιστικῶν αὐτῶν φαινοµένων, δὲν εἶναι ἁπλῶς καὶ μόνον μία δυνητικὴ στάσις ἐν τῷ πλαισίῳ μιᾶς δῆθεν οἰκονομίας, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται πάραυτα ἡ παῦσις τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας µὲ τὸν Ἐπίσκοπον καὶ τὴν Ἱεραρχίαν, ἡ ὁποία εἰσάγει μάλιστα Συνοδικῶς τὴν αἵρεσιν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, εἴτε κηρύττουσα αὐτήν, εἴτε συµβάλλουσα εἰς τὴν διάδοσιν αὐτῆς, διὰ µέσου τῆς σιωπῆς, τῆς παθητικότητος ἢ τῆς ἀδιαφορίας (ΙΕ’ Κανὼν τῆς Πρωτοδευτέρας).
10. Ἡ Ἀποτείχισις ἀπὸ τοὺς ἐκπεσόντας ποιμένας, οἱ ὁποῖοι χαρακτηρίζονται πλέον ὡς «ψευδεπίσκοποι» καὶ «ψευδοδιδάσκαλοι», ἀποτελεῖ ἀναγκαιοτάτην ὑποχρέωσιν τῶν γνησίων Ὀρθοδόξων ἐν καιρῷ αἱρέσεως, πρὸς διαφύλαξιν τῆς Μοναδικότητος, τῆς Ἑνότητος καὶ τῆς Καθολικότητος τῆς Ἐκκλησίας, πρὸς ὁμολογιακὴν Μαρτυρίαν Πίστεως, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἱεραποστολικὴν σωτήριον Κλῆσιν Μετανοίας πρὸς τοὺς ἐκτρεπομένους καὶ τοὺς κοινωνοῦντας μετ’ αὐτῶν.  
Δ’. Ἡ λεγομένη ἐπίσημος Ὀρθοδοξία.
            1. Τὸ νόημα τοῦ ὅρου «ἐπίσηµος Ὀρθοδοξία», εἶναι στενὰ συνδεδεµένον µὲ τοὺς ὅρους «ἐπίσηµος Ἐκκλησία» καὶ «ἐπίσηµοι Τοπικαὶ Ἐκκλησίαι».
2. Ἡ «ἐπίσηµος Ὀρθοδοξία» εἶναι τὸ ἰδιαίτερον ἐκεῖνο ἰδεολόγημα τῶν λεγομένων ἐπισήµων Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, τὸ ἀντιπροσωπεῦον µίαν Ὀρθοδοξίαν ὁλονὲν καὶ περισσότερον χλιαράν (βλ. Ἀποκ. γ’ 16), ἡ ὁποία, διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν Ἐκκλησιολογικῶν καὶ Κανονικῶν Καινοτομιῶν, τῶν προβλεπομένων ἀπὸ τὸ προαναφερθὲν Πατριαρχικὸν Διάγγελμα τοῦ 1920, ὡδηγήθη εἰς τὴν σταδιακὴν ἀποξένωσιν αὐτῆς ἀπὸ τῆς αὐθεντικῆς Ὀρθοδοξίας.
3. Τό 1924 ἐγένετο τὸ πρῶτον καί μέγα βῆμα πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτῆς τῆς προσχεδιασμένης καὶ μεθοδευμένης ἀλλοτριώσεως ἀπὸ τὴν γνησιότητα τῆς Ὀρθοδοξίας, διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Παπικοῦ Ἡμερολογίου εἴς τινας Τοπικὰς Ἐκκλησίας, αὐξηθείσας ἐν καιρῷ, ἕως σημείου ἀποδοχῆς εἰς περιπτώσεις τινὰς ἀκόμη καὶ τοῦ Παπικοῦ Πασχαλίου, πρὸς καταφανῆ παραβίασιν τοῦ Ὅρου τῆς Α’ Ἁγίας Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
            4. «Ἐπίσηµος Ἐκκλησία» εἶναι τὸ ὄνοµα, τὸ ὁποῖον προσέδωσαν οἱ Ῥῶσοι πιστοὶ τῶν Κατακοµβῶν εἰς τὴν κρατικὴν Ἐκκλησίαν, δηλαδὴ τὴν ἀναγνωριζομένην καὶ ἐντελῶς ἐξαρτωμένην ἀπὸ τὸ ἄθεον Σοβιετικὸν Καθεστώς, τὴν καὶ ἐξελιχθεῖσαν εἰς τὸ γνωστὸν Σεργιανιστικὸν καὶ Οἰκουμενιστικὸν Πατριαρχεῖον Μόσχας.
5. Σήμερον, οἱ ὅροι «ἐπίσηµος Ἐκκλησία» καὶ «ἐπίσηµοι τοπικαὶ Ἐκκλησίαι», ἀναφέρονται εἰς τὰς γνωστὰς ἱστορικῶς διαμεµορφωµένας Τοπικὰς Ἐκκλησίας, τῶν ὁποίων ἡ Ἱεραρχικὴ Ἡγεσία ἀποδέχεται ἐπισήμως καὶ μετέχει Συνοδικῶς εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κίνησιν, προωθεῖ, ἐπιτρέπει ἢ ἀνέχεται αὐτὴν ὡς θεολογικὴν ἔννοιαν καὶ ὡς θρησκευτικὴν πρᾶξιν, καλύπτεται ὑπὸ τὸ πέπλον τῆς δῆθεν Κανονικότητος, ὡς ἐννοεῖ ταύτην ὁ Σεργιανισµός, υἱοθετεῖ δὲ - ἀμέσως ἢ ἐμμέσως - καὶ πολλὰς ἄλλας µορφὰς τῆς ἀποστασίας ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξίαν (βλ. διαβρωτικὰ φαινόμενα, ὡς τὴν νόθευσιν τῶν Μυστηρίων καὶ δὴ τοῦ τύπου τοῦ Βαπτίσματος, Λειτουργικὰς μεταρρυθμίσεις ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς «Λειτουργικῆς ἀναγεννήσεως», τὴν νεόκοπον «μεταπατερικὴν θεολογίαν», τὴν ἐπισήμως καὶ δὴ εἰς τὰς Πανεπιστημιακὰς Θεολογικὰς Σχολὰς ἐπιτελουμένην βαθεῖαν διείσδυσιν τοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τὴν ἀπώλειαν τῶν ἐκκλησιαστικῶν κριτηρίων πρὸς Διακήρυξιν Ἁγίων, ποικίλας μορφὰς ἐκκοσμικεύσεως καὶ ἀλλοιώσεως τοῦ αὐθεντικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ἤθους, τὴν υἱοθέτησιν μιᾶς ἀντιπατερικῆς ἑρμηνείας τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Οἰκονομίας κ.λπ.).
6. Ἅπασαι αἱ λεγόμεναι αὗται ἐπίσημοι Ἐκκλησίαι ἔχουν πλέον προσχωρήσει ἀποφασιστικῶς, σταθερῶς καὶ ἀμετανοήτως εἰς τὴν διαδικασίαν τῆς συγκρητιστικῆς Ἀποστασίας, Σεργιανιστικοῦ καὶ Οἰκουμενιστικοῦ τύπου, µίαν ἀντιεκκλησιαστικὴν καὶ ἀντικανονικὴν διαδικασίαν, ἡ ὁποία ἔχει προωθηθῆ ἢ ἐπιτραπῆ Συνοδικῶς ἀπὸ τὰς Ἱεραρχίας αὐτῶν, μετὰ τῶν ὁποίων ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀδυνατεῖ νὰ ἔχῃ οἱανδήποτε προσευχητικήν, μυστηριακὴν καὶ διοικητικὴν κοινωνίαν, συνεπὴς οὖσα πρὸς τὰς Ἐκκλησιολογικὰς Ἀρχὰς Αὐτῆς ἔναντι τῶν «ψευδεπισκόπων» καὶ «ψευδοδιδασκάλων».
 Ε’. Ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία.         
1. Ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία περιλαμβάνει εἰς τοὺς κόλπους Αὐτῆς καὶ συνενώνει ἐν τῷ Πατρί, διὰ τοῦ Υἱοῦ, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, τὴν μεγάλην ἐκείνην μερίδα τοῦ εὐσεβοῦς Κλήρου καὶ Λαοῦ τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἡ ὁποία ἀντέδρασε σθεναρῶς εἰς τὴν διακήρυξιν τῆς ἐκκλησιοκτόνου αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τὰς ἀμέσους πρακτικὰς ἐφαρμογὰς αὐτοῦ, ὡς καὶ τοῦ ἐκκλησιομάχου Σεργιανισμοῦ, διακόψασα πᾶσαν κοινωνίαν μετὰ τῶν Καινοτόμων Οἰκουμενιστῶν, ὡς καὶ τῶν Σεργιανιστῶν.
2. Οἱ ἐν Ῥωσίᾳ πιστοὶ τηρηταὶ τῆς Παρακαταθήκης τοῦ Ἁγιωτάτου Πατριάρχου Τύχωνος (+1925), δὲν ἀνεγνώρισαν τὴν καθεστωτικὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὸν Σεργιανισμὸν (1927 ἑ.), προτιμήσαντες μέρος μὲν ἐξ αὐτῶν νὰ ὑποστῇ διωγμοὺς καὶ νὰ καταφύγῃ εἰς τὰς Κατακόμβας, ἀναδεῖξαν οὕτω Μάρτυρας καὶ Ὁμολογητὰς τῆς Πίστεως, μέρος δὲ ἕτερον ἐξελθὼν τῆς Ρωσίας, συνεκροτήθη ἐκκλησιαστικῶς - διοικητικῶς εἰς τὴν Διασποράν, ἀναδεῖξαν ἐπίσης λαμπρὰς Ὁμολογιακὰς καὶ Ἁγίας Μορφάς, παγκοσμίου μάλιστα φήμης καὶ περιωπῆς.
3. Ἐν Ἑλλάδι, ἐν Ῥουμανίᾳ, ἐν Κύπρῳ, ἐν Βουλγαρίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ, συμπαγεῖς πληθυσμοὶ ἀπέρριψαν τὴν Ἡμερολογιακὴν - Ἑορτολογικὴν Καινοτομίαν τοῦ 1924 καὶ τὴν αἵρεσιν τοῦ Οἰκουμενι-σμοῦ,  προτιμήσαντες ὡσαύτως τὰς διώξεις καὶ ἀναδείξαντες Μάρτυρας καὶ Ὁμολογητὰς τῆς Πίστεως, προκειμένου νὰ φανοῦν συνεπεῖς εἰς τὰς ἱερὰς Παραδόσεις τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, διὰ δὲ ἐντυπωσιακῶν καὶ θαυμαστῶν Θεοσημειῶν, ὡς τῆς ἐμφανείας τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ ἐν Ἀθήναις (14.9.1925), ὁ Κύριος ἡμῶν ἐνεθάρρυνε καὶ ἐπεβράβευε τὸν κατὰ Θεὸν ζῆλον τῶν γνησίων Αὐτοῦ τέκνων.
            4. Μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς Καινοτομίας τοῦ 1924 εἰς τὴν Ἑλλάδα, οἱ ἐμμείναντες εἰς τὰς Πατρώας Παραδόσεις ἤρχισαν χρησιμοποιοῦντες τὴν ὀνομασίαν «Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί», τὸ αὐτὸ δὲ ἔπραξαν καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ τῶν Κατακομβῶν τῆς Ῥωσίας, οἱ λεγόμενοι Τυχωνῖται.
5. Κατὰ τόπους ὅμως καὶ κατὰ διαστήματα ἔχουν χρησιμοποιηθῆ καὶ ἕτεραι ποικίλαι ὀνομασίαι διὰ τοὺς ἀπορρίψαντας μὲν τὴν Καινοτομίαν τοῦ 1924 καὶ τὴν αἵρεσιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀλλὰ εὑρισκομένους πάντοτε ἐν τοῖς ὁρίοις τοῦ γνησίου ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος καὶ Εὐαγγελικοῦ ἤθους, ὡς καὶ τῆς νομίμου καὶ κανονικῆς τάξεως, καὶ ἔχοντας γνησίαν καὶ ἀδιάκοπον Ἀποστολικὴν Διαδοχὴν, οἱ ὁποῖοι βεβαίως συγκροτοῦν ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῶν τὴν Γνησίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, Ἥτις ἀποτελεῖ, μετὰ τὴν συνεχῶς καὶ μεγαλυτέραν ἀπομάκρυνσιν τῶν Οἰκουμενιστῶν ἀπὸ τῆς ὁδοῦ τῆς Ἀληθείας, τὴν αὐθεντικὴν συνέχειαν τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας εἰς τὴν σύγχρονον ἡμῶν ἐποχήν.
            6. Ἡ δογματικῶς ἀναγκαία Ἐπισκοπικὴ Δομή, πρὸς συγκρότησιν καὶ συνέχειαν τῶν κατὰ τόπους Γνησίων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἐξησφαλίσθη, χάριτι Θεοῦ, εἴτε διὰ προσχωρήσεως ἐκ τῆς Καινοτομίας Ἀρχιερέων εἰς Αὐτάς, κατόπιν βεβαίως Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας, εἴτε διὰ χειροτονίας Ἐπισκόπων ἐκ Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς ἐν τῇ Διασπορᾷ, ἐχούσης ἀναμφισβήτητον Ἀποστολικὴν Διαδοχήν, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἡ Ἀποστολικὴ Διαδοχὴ καὶ ἡ Κανονικότης τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι ἀποδεδειγμένη καὶ βεβαιουμένη, ἀπρόσβλητος καὶ ἀναντίρρητος, θεοσημείαις δὲ ἐπικεκυρωμένη.
ΣΤ’. Ἡ ἐπιστροφὴ εἰς τὴν Γνησίαν Ὀρθοδοξίαν.
1. Εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῶν µετανοούντων αἱρετικῶν καὶ σχισµατικῶν, αἱ Οἰκουµενικαὶ καὶ Τοπικαὶ Σύνοδοι τῆς Ἐκκλησίας, ἐκτὸς τῆς ἀρχῆς τῆς Ἀκριβείας, ἐφήρµοσαν κατὰ καιροὺς καὶ τὴν λεγομένην ἀρχὴν τῆς Οἰκονοµίας, μίαν δηλαδὴ Κανονικὴν καὶ Ποιµαντικὴν πρᾶξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται πρόσκαιρος ἀπόκλισις ἀπὸ τοῦ γράμματος τῶν Ἱερῶν Κανόνων, ἄνευ παραβιάσεως τοῦ πνεύµατος Αὐτῶν.
2. Ἐν τούτοις, ἡ Οἰκονοµία δὲν δύναται ποτὲ βεβαίως καὶ εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀμνήστευσιν οἱασδήποτε ἁµαρτίας ἢ οἱουδήποτε συµβιβασµοῦ σχετικῶς µὲ τὴν «Ὀρθὴν καὶ Σωτήριον τῆς Πίστεως Ὁμολογίαν», ἐφ’ ὅσον ἡ Οἰκονοµία ἀποβλέπει καθαρῶς καὶ μοναδικῶς, ἐν πνεύματι φιλανθρώπου συγκαταβάσεως, εἰς τὴν διευκόλυνσιν τῆς σωτηρίας ψυχῶν, ὑπὲρ ὧν Χριστὸς ἀπέθανεν.
            3. Ἡ ἐφαρµογὴ τῆς Οἰκονοµίας κατὰ τὴν εἰσδοχὴν τῶν αἱρετικῶν καὶ σχισµατικῶν εἰς Ἐκκλησιαστικὴν Κοινωνίαν, οὐδόλως σηµαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει τὴν ἐγκυρότητα καὶ τὸ ὑπαρκτὸν τῶν Μυστηρίων αὐτῶν, τῶν τελεσθέντων ἐκτὸς τῶν Κανονικῶν καὶ Χαρισματικῶν Ὁρίων Αὐτῆς.
4. Ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία οὐδέποτε ἀνεγνώρισεν, οὔτε κατ’ Ἀκρίβειαν, οὔτε κατ’ Οἰκονομίαν, τὰ ἐκτὸς Αὐτῆς τελούμενα Μυστήρια ἀπολύτως καὶ ἐξ ἀποστάσεως, ἐφ’ ὅσον δηλαδὴ οἱ τελοῦντες ἢ οἱ μετέχοντες τῶν Μυστηρίων τούτων παραμένουν ἐν τοῖς κόλποις τῆς ἰδίας αὐτῶν αἱρετικῆς ἢ σχισματικῆς Κοινότητος.
5. Διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς Οἰκονομίας ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον κατὰ τὴν εἰσδοχὴν ἐν μετανοίᾳ τῶν ἐκτὸς Αὐτῆς μεμονωμένων προσώπων ἢ Κοινοτήτων, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται μὲν μόνον τὸν τύπον τοῦ ἐξ αἱρετικῶν ἢ σχισματικῶν Μυστηρίου, ἐὰν βεβαίως οὗτος ἔχῃ τηρηθῆ ἀνόθευτος, εἰδικῶς μάλιστα ἐν σχέσει πρὸς τὸ Βάπτισμα, ζωοποιεῖ δὲ τοῦτον τὸν τύπον διὰ τῆς ἐνυπαρχούσης εἰς Αὐτὴν Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μέσῳ τῶν φορέων τῆς ἐν Ἀληθείᾳ Χριστοῦ πληρότητος Αὐτῆς, ἤτοι τῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων.
6. Εἰδικώτερον περὶ τῶν Μυστηρίων τῶν τελουμένων εἰς τὰς λεγομένας ἐπισήμους Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας, ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δὲν διαβεβαιοῖ περὶ τοῦ κύρους αὐτῶν, οὔτε καὶ περὶ τῆς σωτηριολογικῆς ἀποτελεσματικότητος τούτων, ἰδίως εἰς ὅσους κοινωνοῦν «ἐν γνώσει» μετὰ τοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὡς καὶ τοῦ Σεργιανισμοῦ, ἔστω καὶ ἂν Αὕτη δὲν ἐπαναλαμβάνῃ ὁπωσδήποτε τὸν τύπον αὐτῶν εἰς τοὺς ἐν μετανοίᾳ εἰσερχομένους εἰς κοινωνίαν μετ’ Αὐτῆς, ἐν ὄψει μάλιστα τῆς συγκλήσεως μιᾶς Μεγάλης Συνόδου τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας, εἰς ἐπισφράγισιν τῶν ἤδη γενομένων εἰς τοπικὸν ἐπίπεδον.
7. Εἶναι βέβαιον πάντως ὅτι, ὅταν πλήττεται ἡ καθαρότης τοῦ Δόγματος τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἐξασθενῇ ὁ ἀρραγὴς σύνδεσμος Ὁμολογίας – Καθολικότητος - Κοινωνίας ἢ καὶ διαρρηγνύεται ἐντελῶς, τότε αἱ μυστηριολογικαὶ καὶ σωτηριολογικαὶ συνέπειαι εἶναι σοβαρώταται καὶ βαρύταται, προβλεπόμεναι σαφῶς ἀπὸ τὴν Ἀποστολικήν, Πατερικὴν καὶ Συνοδικὴν Παράδοσιν.
            8. Λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ Μέγας Βασίλειος, ἄν καὶ τάσσεται ὑπὲρ τῆς Ἀκριβείας, ἀποδέχεται ὅμως καὶ τὴν χρῆσιν τῆς Οἰκονομίας ἔναντι αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν τινων (Ἱερὸς Κανὼν Α’), εἶναι σημαντικὸν νὰ ἀναφέρωμεν ὅτι ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔχει καθιερώσει καὶ Συνοδικῶς τὴν χρῆσιν καὶ τῆς Οἰκονομίας εἰς «τοὺς προστιθεμένους τῇ Ὀρθοδοξίᾳ καὶ τῇ μερίδι τῶν σωζομένων», ὡς ἐμφαίνεται μάλιστα εἰς τὸν περίφημον 95ον Κανόνα τῆς Ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Πενθέκτης Συνόδου, διὰ τοῦ ὁποίου γίνονται δεκτοὶ ποικιλοτρόπως διάφοροι σχισματικοὶ καὶ αἱρετικοί, εἴτε μόνον διὰ Μετανοίας, Λιβέλλου καὶ Ὁμολογίας, ὡς οἱ καταδεδικασμένοι πρὸ αἰώνων Νεστοριανοὶ καὶ Μονοφυσῖται, εἴτε διὰ Χρίσματος, εἴτε διὰ Βαπτίσματος.
            9. Ἐν γνώσει πάντων τῶν ἀνωτέρω,  ὡς καὶ τῶν ἰδιαιτέρων καταστάσεων εἰς ἑκάστην Τοπικὴν Ἐκκλησίαν, ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀντιμετωπίζει µετὰ ἰδιαιτέρας προσοχῆς ὅσους Κληρικοὺς καὶ Λαϊκοὺς ἐκ τῶν λεγομένων ἐπισήμων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἐπιθυµοῦν νὰ εἰσέλθουν εἰς κοινωνίαν μετ’ Αὐτῆς, φροντίζουσα - κατὰ τὴν ἄσκησιν ὑπ’ Αὐτῆς τῆς ποιµαντικῆς προνοίας δι’ αὐτοὺς - διὰ τὸ λίαν οὐσιῶδες, ἤτοι νὰ προβοῦν οὗτοι εἰς τὴν ἐπιλογὴν αὐτῶν ἐλευθέρως, συνειδητῶς καὶ ὑπευθύνως.
            10. Κατὰ γενικὸν κανόνα, οἱ Μοναχοὶ καὶ οἱ Λαϊκοὶ ἐκ τούτων, οἱ ἔχοντες βεβαίως βαπτισθῆ κατὰ τὸν Ὀρθόδοξον τύπον, γίνονται δεκτοὶ εἰς Κοινωνίαν διὰ Χρίσματος, μέσῳ μιᾶς εἰδικῆς Τάξεως, συνδεδεμένης πάντοτε πρὸς τὸ Μυστήριον τῆς Ἱερᾶς Ἐξοµολογήσεως, οἱ δὲ Κληρικοὶ ὑποβάλλουν γραπτὴν αἴτησιν καὶ ἐφ’ ὅσον αὕτη ἐγκριθῇ, γίνονται δεκτοὶ εἰς Κοινωνίαν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, ὡς καὶ διὰ µιᾶς εἰδικῆς Τάξεως Χειροθεσίας, συντεταγµένης πρὸς τοῦτο, εἰδικῶς διὰ τοιαύτας περιπτώσεις.
11. Εἶναι κατανοητὸν ὅτι, ἀναλόγως τῶν κατὰ τόπους καὶ κατὰ περίπτωσιν ἰδιομορφιῶν, διὰ τὴν ἐφαρμογὴν ἐπιεικεστέρας ἢ αὐστηροτέρας Τάξεως, ἀποφαίνεται ὁ ἐπιχώριος Ἐπίσκοπος ἐπὶ τῇ βάσει ὁρισθέντων Συνοδικῶς κριτηρίων ἢ ἡ ἁρμοδία Σύνοδος, κατά τὸν λόγον τοῦ Ἁγίου Κυπριανοῦ Καρχηδόνος:
            ● «Εἰς τὸ θέµα τοῦτο οὐδένα ἐξαναγκάζοµεν, οὐδὲ ἐπιβάλλοµεν νόµον, ἐφ’ ὅσον ἕκαστος Ἱεράρχης ἔχει τὴν ἐλευθερίαν τῆς βουλήσεως εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας, θὰ ἔχῃ δὲ νὰ ἀπολογηθῇ διὰ τὰς πράξεις αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ Κυρίου».
            12. Μία Μείζων Γενικὴ Σύνοδος, Πανορθοδόξου κύρους, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θεσπίσῃ τὰ γενικὰ κριτήρια καὶ τὰς προϋποθέσεις, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀσκῆται ἡ πρακτικὴ τῆς εἰσδοχῆς τῶν ἐπιστρεφόντων ἐκ διαφόρων νεοφανῶν σχισματικῶν καὶ αἱρετικῶν Κοινοτήτων εἰς τὴν Γνησίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν.
Ζ’. Πρὸς σύγκλησιν Μεγάλης Συνόδου τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
1. Κατὰ τὸν παρελθόντα εἰκοστὸν αἰῶνα, Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι Ἀρχιερεῖς προέβησαν τοπικῶς, ὅτε τοῦτο ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῆ, εἰς Συνοδικὰς καταδίκας τόσον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅσον καὶ τοῦ Σεργιανισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ Ἐλευθεροτεκτονισμοῦ (Μασωνίας).
2. Ἐνδεικτικῶς, ἀναφέρονται αἱ καταδίκαι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀπὸ τὴν Σύνοδον τῆς Ῥωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν Διασπορᾷ ἐν ἔτει 1983, ὡς καὶ ἀπὸ τὴν ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίαν τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν ἐν ἔτει 1998· ἐπίσης, ἡ καταδίκη τοῦ Σεργιανισμοῦ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν τῶν Κατακομβῶν ἐν Ῥωσίᾳ, ὡς καὶ ἐπίσης ἀπὸ τὴν Ῥωσικὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἐν Διασπορᾷ κατὰ διαφόρους καιρούς, τέλος δὲ καὶ ἡ καταδίκη τοῦ Ἐλευθεροτεκτονισμοῦ (Μασωνίας) ἀπό τὴν Ἐκκλησίαν τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Ἑλλάδος ἐν ἔτει 1988.
            3. Αἱ Συνοδικαὶ αὗται ἐπικρίσεις, ἰδίως μάλιστα τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀποτελοῦν σημαντικοὺς σταθμοὺς πρὸς τὴν ὀρθὴν κατεύθυνσιν, διὰ τὴν σύγκλησιν μιᾶς Γενικῆς Συνόδου Γνησίων Ὀρθοδόξων, Ἥτις θὰ ἀποφανθῇ μετ’ ηὐξημένου κύρους περὶ τῆς Ἡμερολογιακῆς - Ἑορτολογικῆς Καινοτομίας καὶ τοῦ ἀντι-ευαγγελικοῦ καὶ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
            4. Τὸ ἀναγκαῖον σήμερον εἶναι, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κοινῆς καὶ Ὀρθῆς Ὁμολογίας τῆς Πίστεως, ἡ ἕνωσις εἰς ἕν κοινὸν Σῶμα πασῶν τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Γνησίας Όρθοδοξίας, προκειμένου νὰ δηµιουργηθοῦν αἱ προϋποθέσεις πρὸς συγκρότησιν/σύγκλησιν Μείζονος Γενικῆς Συνόδου Αὐτῶν, πανορθοδόξου ἐμβελείας καὶ κύρους, διὰ τὴν δραστικὴν ἀντιμετώπισιν τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουµενισµοῦ, ὡς καὶ τοῦ ποικιλομόρφου Συγκρητισμοῦ, ἐπίσης δὲ καὶ διὰ τὴν ἐπίλυσιν ποικίλων προβλημάτων καὶ ζητημάτων πρακτικῆς καὶ ποιμαντικῆς φύσεως, ἅτινα ἀπορρέουν ἐκ τούτων καὶ ἀπασχολοῦν τὴν ζωὴν τῆς Ἐκκλησίας γενικῶς, ἀλλὰ καὶ τῶν πιστῶν εἰδικῶς, ὥστε νὰ διασφαλισθῆ ὁ σύνδεσμος τῆς ἐν Χριστῷ Εἰρήνης καὶ Ἀγάπης.
            5. Ἡ ἀνάγκη αὕτη καθίσταται κατανοητὴ ἐκ τοῦ ὅτι ἡ ἀληθὴς Ἐκκλησία, ὡς τὸ πραγματικὸν Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ὡς ἐκ τῆς φύσεως Αὐτῆς Καθολικὴ ἐν τῇ πληρότητι τῆς Ἀληθείας, τῆς Χάριτος καὶ τῆς Σωτηρίας, ἀποφαίνεται δὲ Συνοδικῶς διὰ τῶν Ἐπισκόπων Αὐτῆς ἔναντι ἑτεροδιδασκαλιῶν καὶ τοῦ ἐξ αὐτῶν παγκοσμίου σκανδάλου· ὡς ἐκ τούτου, ὀφείλει νὰ ἐπιδιώκῃ ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν διατύπωσιν τῶν Ἀληθειῶν τῆς Πίστεως, πρὸς ὁριοθέτησιν τῆς Ἀληθείας ἔναντι τοῦ ψεύδους, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν στηλίτευσιν καὶ καταδίκην τῆς πλάνης καὶ τῆς φθορᾶς ἐκ  τῆς αἱρέσεως καὶ τῶν αἱρετικῶν, διὰ τὴν προστασίαν τοῦ Ποιμνίου, διαπιστώνουσα καὶ διακηρύττουσα τὴν ἤδη ὑφισταμένην ἔκπτωσιν τῶν αἱρετικῶν.
            6. Οὕτως, ἐν Συνόδῳ Μεγάλῃ καὶ Γενικῇ τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, δέον ὅπως διακηρυχθῇ πάσῃ τῇ κτίσει, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ ἐν ἡμῖν Μοναδικὴ Ἐλπὶς, ὡς μόνη διέξοδος ἐξ ὅλων τῶν ἀδιεξόδων «διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν», ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ πλήρης καὶ ὁριστικὴ ἀντίθεσις, ὡς ἀλληλο-αποκλειομένων, Ὀρθοδοξίας καὶ Συγκρητισμοῦ, Οἰκουμενιστικῆς καὶ Σεργιανιστικῆς κατευθύνσεως, πρὸς δόξαν τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Θεομητορικαῖς,  Ἀποστολικαῖς, καὶ Πατερικαῖς πρεσβείαις.
            7. Εἴθε νὰ ἀξιωθῶμεν εἰς τὸ ἐγγὺς μέλλον, ἑπόμενοι τοῖς Ἁγίοις Πατράσι καὶ ταῖς Ἁγίαις Συνόδοις, διαφυλάσσοντες δὲ ἀκαινοτόμητον τὴν ἅπαξ Παραδοθεῖσαν Πίστιν εἰς ἡμᾶς, νὰ συνδιακηρύξωμεν μὲ τοὺς Πατέρας τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου τοῦ 1848:
«“Κρατῶμεν τῆς Ὁμολογίας”, ἣν παρελάβομεν ἄδολον..., ἀποστρεφόμενοι πάντα νεωτερισμὸν ὡς ὑπαγόρευμα τοῦ διαβόλου· ὁ δεχόμενος νεωτερισμόν, κατελέγχει ἐλλιπῆ τὴν κεκηρυγμένην Ὀρθόδοξον Πίστιν. Ἀλλ’ Αὕτη πεπληρωμένη ἤδη ἐσφράγισται, μὴ ἐπιδεχομένη μήτε μείωσιν, μήτε αὔξησιν, μήτε ἀλλοίωσιν ἡντιναοῦν, καὶ ὁ τολμῶν ἢ πρᾶξαι ἢ συμβουλεῦσαι ἢ διανοηθῆναι τοῦτο, ἤδη ἠρνήθη τὴν Πίστιν τοῦ Χριστοῦ».
Ἀρχῆς Χορηγῷ καὶ Τέλους, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, τῇ μιᾷ τῶν Πάντων Θεότητι, ἔστω Δόξα· ἔστω Κράτος· ἔστω Τιμή· νῦν καὶ ἀεί καὶ εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν!