Loading...

Σάββατο, 9 Αυγούστου 2014

ΚΑΝΟΝΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΠΝΕΥΜΑ ΑΓ. ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΓΡΑΙΚΟΥ, π. Δημ. Ἀθανασίου

Σύντομα ἱστορικά στοιχεῖα

 Πρωτοπρεσβυτέρου  Δημητρίου Ἀθανασίου
Οἱ  συνθῆκες  συγγραφῆς  ἀπό τόν ἅγ. Μάξιμο τόν Γραικό τοῦ Κανόνα πρός τό Ἅγιο Πνεῦμα, περιγράφονται ὡς ἑξῆς  στό  Συναξάριό του.
«Ὁ  Ἅγιος καταδικάσθηκε, ὡς  δῆθεν αἱρετικός, σέ ἰσόβια φυλάκιση  σιδηροδέσμιος, σέ ἱσόβια στέρηση τῆς Μετάληψης τῶν Θείων Μυστηρίων  καί  σέ  ἰσόβια ἀπομόνωση  καί  ἀπαγόρευση  τῆς  ἐπικοινωνίας  μέ  τούς  ὑπόλοιπους  πιστούς. Παράλληλα  τοῦ  ἀπαγορεύθηκε    ἀλληλογραφία  καί    ἀνάγνωση βιβλίων.
Στήν φυλακή, ὁ πρωταίτιος  τῶν  δεσμῶν  τοῦ  Μαξίμου Μητροπολίτης Δανιήλ, τοποθέτησε δύο μοναχούς γνωστούς γιά τή σκληρότητα  καί  ἀπανθρωπιά  τους, πού τόν βασάνιζαν  γιά ἕξι ὁλόκληρα χρόνια χωρίς οἰκτιρμό, ὅπως ὁ ἴδιος    Μάξιμος  βεβαίωνε, γράφοντας  ἀργότερα  πρός τόν Μόσχας Μακάριο: «Ἐτηρούμην ἐγκάθειρκτος ἐν δεσμοῖς καί ἐθανατούμην  διά τοῦ ψύχους, τοῦ καπνοῦ  καί τῆς  πείνης»!
  βιογράφος  του  Κούρμπσκιη ἀναφέρει, ὅτι «πολλά  ὑπέστη  ἐκ τῶν  ἐπαχθῶν  δεσμῶν  καί τῆς  πολυχρονίου ἐν φρικτοτάταις  φυλακαῖς ἐγκαθείρξεως… ταλαιπωρηθείς  εἰς  τό  ἔπακρον  καί  ἀνοικτιρμόνως βασανισθείς, σωματικῶς τε  καί ψυχικῶς, ὑπό ἀφορήτων δοκιμασιῶν ἑξαετοῦς ἐν δεσμοῖς σιδηροῖς εἰρκτῆς…».
Ἐξαιτίας αὐτῶν τῶν βασάνων πολλές φορές ὁ Μάξιμος, ἔπεφτε σέ πλήρη  ἀπώλεια τῶν αἰσθήσεων, μέχρι νεκρώσεως! Θέλοντας κάποτε νά παρηγορήσει τήν θλίψη  του ἀπό τούς βασανισμούς, ἔγραψε Κανόνα στό Ἅγιο Πνεῦμα πάνω  στόν  τοῖχο τῆς φυλακῆς, χρησιμοποιῶντας κάρβουνο, ἐπειδή δέν  τοῦ  ἐπέτρεπαν  νά  ἔχει χαρτί  καί  νά  γράφει!
…Κατά τήν πρώτη φυλάκισή του στή Μονή Βολοκολάμσκ καί στή συνέχεια κατά τήν δεύτερη μετακίνησή του στή Μονή  Ὀτρότς, ἦταν φυλακισμένος σέ ὑγρή  καί σκοτεινή - ὑπόγεια στά ἔγκατα τῆς γῆς – φυλακή, στερούμενος φωτός καί θέρμανης, στερούμενος κάθε ἀνθρώπινη παρηγορία, πού δικαιοῦται καί ὁ τελευταῖος κακούργος. Ἐπιπλέον ἦταν σιδηροδέσμιος μέ βαριές ἁλυσίδες σάν ὁ αἴσχιστος τῶν ἐγκληματιῶν, καταδικασμένος ἀπό συναγωγή πονηρευομένων, ὁ Φωτιστής ὡς αἱρετικός, ὁ Θεοφόρος ὡς βλάσφημος πρός τά θεῖα, μή μπορῶντας νά συμμετέχει στά Θεῖα Μυστήρια.
…Κάποια  μέρα Ἄγγελος  κατέβηκε στή φυλακή  καί  πρόσφερε σ’ αὐτόν τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ  καί  ἐξ’ αἰτίας  αὐτοῦ  τοῦ θαύματος  καί «τῆς  ὑπέρ  νοῦν  θείας ὁράσεως  καί  ἀντιλήψεως», μέ  θεία  ἔξαρση, σύνθεσε  καί  ἔγραψε  μέ  κάρβουνο  στόν  τοῖχο  τῆς  φυλακῆς τήν  ἀνωτέρω ἀναφερθεῖσα Ὠδή πρός τό Ἅγιο Πνεῦμα, πού  ἀρχίζει: «Ὁ τῷ μάννᾳ ποτέ ἐν  ἐρήμῳ  διαθρέψας τόν Ἰσραήλ…»  καί  στή  συνέχεια «σύν τοῖς ἀσωμάτοις Σου Λειτουργοῖς ἄδω Σοι κἀγώ…», πού ὑπονοοῦν  τήν θεία ὁπτασία τοῦ Ἀγγέλου, πού τοῦ  μετέδωσε τό Σῶμα καί τό Αἷμα  τοῦ Κυρίου».[1]
Σύμφωνα  μέ  τόν  ἐρευνητή/μελετητή  τοῦ  ἁγ. Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ, Δικηγόρο παρ’ Ἀρείῳ  Πάγῳ κ. Κων. Τσιλιγιάννη, ὁ  Κανόνας στήν  Ρωσική  γλῶσσα  καί  πιό  συγκεκριμένα  στήν Ρωσο-Σλαβωνική, γράφτηκε  μεταξύ τῶν ἐτῶν 1525 – 1531  Ὅμως, ὅπως ἴδιος μελετητής σημειώνει,  «οὐδείς δύναται νά ἀμφισβητήσει τό ἐνδεχόμενο, ὅτι ὁ ἅγ. Μάξιμος πρίν παραδώσει στούς πατέρες τῆς Λαύρας τοῦ ἁγ. Σεργίου τόν Παρακλητικό Κανόνα πρός τό Ἅγιο Πνεῦμα στήν Ρωσική γλῶσσα, δέν τόν εἶχε προηγουμένως  συνθέσει στήν Ἑλληνική, κατά  παγίαν συνήθειά του».[2] 
Καί σέ ἄλλη  σχετική ἐργασία  του    ἴδιος μελετητής  γράφει: «Τελικά, ὅταν πλέον  κατεῖχε καλῶς  τήν Ρωσοσλαβωνική γλῶσσα, τό  1552 (μετά τήν  ἀποφυλάκισή  του), εἰς τό  Ζαγκόρσκ, κατόρθωσε νά  συνθέσει  τόν  Κανόνα  στήν Ρωσοσλαβωνική γλῶσσα». [3]
Ἐξ’ αἰτίας  αὐτοῦ  τοῦ  γεγονότος, εὐγνώμονες  οἱ  Ρῶσοι  μοναχοί, ὅταν ὁ  ἅγ. Μάξιμος κοιμήθηκε  τό  1556, τόν  ἐνταφίασαν  τιμητικά  στόν  βορεινό  τοῖχο  τοῦ  περίτεχνου  Ναοῦ  τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, στήν Λαύρα  τῆς  Ἁγίας  Τριάδος - ἁγ. Σεργίου, στό Σεργκίεβ Ποσάντ τῆς Μόσχας.
Δηλαδή, ὁ  ἅγ. Μάξιμος  ἔγραψε τόν Κανόνα  στήν ἀρχική  του  μορφή  στήν  Ἑλληνική  γλῶσσα,  μέ  κάρβουνο  στόν  τοῖχο  τοῦ  κελλιοῦ  του, κατά τήν ἑξαετία τῆς φυλακίσεώς του στήν  Μονή Βολοκολάμσκ  (1525 – 1531). Αὐτό προκύπτει καί ἀπό τήν  ἀκόλουθη ἱστορική λεπτομέρεια. Τό  1531, κατά τήν μεταφορά του στή Μονή Ὄτροτσυ τῆς Ἐπισκοπῆς Τβέρ, ὁ  μετριοπαθής ἐπ. Ἀκάκιος τοῦ ἐπέτρεψε  τήν χρήση γραφικῆς ὕλης, ὁπότε δέν  ἦταν ἀναγκασμένος  νά  γράφει  μέ  κάρβουνο  στόν  τοῖχο  τοῦ  κελλιοῦ  του. Ἀργότερα, τό  1552, μετά τήν ἀπελευθέρωσή του καί  γνωρίζοντας πλέον καλά τήν Ρωσο-σλαβωνική γλῶσσα,  τόν  ἔγραψε  στήν  τελική  του  μορφή  στήν γλῶσσα  αὐτή  καί  τόν  παρέδωσε  στούς  πατέρες  τῆς  Λαύρας Ἁγίας Τριάδος - ἁγ. Σεργίου.
Ὁλόκληρος ὁ Κανόνας δημοσιεύθηκε  ἀπό τήν Λαύρα Ἁγίας Τριάδος - ἁγ. Σεργίου  τό  1908, στό τέλος  ἑνός βιβλίου (στίς  σελίδες 109 – 123)  γιά  τόν  Βίο  τοῦ  ἁγ. Μαξίμου  τοῦ  Γραικοῦ, μέ  τόν  τίτλο «MAΚCHMA ΓΡEKA». Τό βιβλίο αὐτό διασώζεται  στήν  Σερβική Ἱερά  Μονή  Χιλανδαρίου Ἁγίου Ὄρους  καί  μέ  τήν  εὐλογία  τοῦ  μακαριστοῦ Καθηγουμένου  τῆς  Μονῆς  Γέροντος  Μωϋσέως, δόθηκε  φωτοαντίγραφό  του  στόν  Κ. Τσιλιγιάννη, ὁ  ὁποῖος  συμπεριέλαβε  τόν  Κανόνα  ὡς  ἐπίμετρο  στό  βιβλίο  του, «Ἁγίου  Μαξίμου  τοῦ Γραικοῦ - Παρακλητικός Κανόνας εἰς  τόν  Τίμιον Πρόδρομον» (Ἅγιο  Ὄρος 2001). Προηγουμένως, ὁ  ἴδιος  ἐρευνητής εἶχε γνωστο-ποιήσει τήν ὕπαρξη τοῦ συγκεκριμένου ἁγιολογικοῦ  κειμένου μέ τήν δημοσίευση τῆς μελέτης του, «Τά ἕξ γνωστά ἐπιγράμματα  τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ» (Ἅγιο Ὄρος 1994).

Χαρακτηριστικά  τοῦ  Κανόνα
Τό συγκεκριμένο ὑμνογραφικό ἔργο τοῦ ἁγ. Μαξίμου, ἀνήκει στήν μορφή τῶν Παρακλητικῶν Κανόνων, οἱ ὁποῖοι καλύπτουν ἕνα ἀξιόλογο τμῆμα  τῆς  Ἐκκλησιαστικῆς Ὑμνογραφίας.[4] Ὁ Κανόνας[5] εἶναι ὑμνογραφική  σύνθεση  πού  ἀποτελεῖται  ἀπό  ἑννέα ὁμάδες Τροπαρίων, οἱ ὁποῖες ὀνομάζονται Ὠδές, στήν πράξη ὅμως ἀντί τῶν ἑννέα ἀριθμοῦνται ὀκτώ Ὠδές (λείπει ἡ β’). Το πρῶτο Τροπάριο κάθε Ὠδῆς ὀνομάζεται Εἱρμός  καί εἶναι τό μουσικό  καί  μετρικό πρότυπο[6] γιά τά ὑπόλοιπα Τροπάρια τῆς Ὠδῆς, τά ὁποῖα  ὀνομάζονται Προσόμοια, ἐκτός ἄν κάποιο Τροπάριο  ἔχει δικό  του, ἰδιόμορφο μέλος, ὁπότε  ὀνομάζεται Ἰδιόμελο.[7]
Ὁ Κανόνας  τοῦ ἁγ. Μαξίμου πρός τό Ἅγιο Πνεῦμα: 
1.       Ἀποτελεῖται  ἀπό ὀκτώ Ὠδές.
2.         Ἦχος  πού ψάλλεται  εἶναι ὁ Τέταρτος.
3.       Οἱ Εἱρμοί τοῦ Κανόνος εἶναι οἱ  αὐτοί  τοῦ  ἰαμβικοῦ Κανόνος τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς, ποιήματος Ἰωάννου τοῦ Ἀρκλᾶ.
Α’  Ὠδή: «Θείῳ καλυφθείς ὁ βραδύγλωσσος γνόφῳ…».
Γ’  Ὠδή: «Ἔῤῥηξε γαστρός ἠτεκνωμένης πέδας…».
Δ’  Ὠδή: «Ἄναξ ἀνάκτων, οἷος ἐξ οἴου μόνος…».
Ε’  Ὠδή: «Λυτήριον κάθαρσιν ἀμπλακημάτων…».
Στ’ Ὠδή: «Ἱλασμός ἡμῖν Χριστέ  καί σωτηρία…».
Ζ’  Ὠδή: «Σύμφωνον ἐθρόησεν ὀργάνων μέλος…».
Η’  Ὠδή: «Λύει τά δεσμά  καί  δροσίζει  τήν  φλόγαν…».
Θ’  Ὠδή: «Χαίροις Ἄνασσα, μητροπάρθενον κλέος…».
4.       Οἱ Ὠδές α’, δ’, ε’, στ’ καί ζ’ ἔχουν ἑπτά  (7) Τροπάρια. Ἡ Ὠδή γ’ ἔχει ἑννέα (9) Τροπάρια, ἡ Ὠδή η’ ἔχει ὀκτώ (8) καί   ἡ Ὠδή θ’ ἔχει δώδεκα (12) Τροπάρια.
5.       Ἔχει δύο Κοντάκια, Ἰδιόμελα σέ ἦχο Δεύτερο (Τά ἄνω ζητῶν…), ἕνα μεταξύ τῶν Ὠδῶν γ’ καί  δ’ καί  ἕνα μεταξύ τῶν Ὠδῶν στ’ καί ζ’.
6.       Πρωτοτυπίες  τοῦ  συγκεκριμένου Κανόνα  εἶναι  καί  οἱ  ἑξῆς:
Α. Ὁ ἀριθμός τῶν Θεοτοκίων  κάθε Ὠδῆς εἶναι διαφορετικός. Συνήθως στούς Κανόνες, τό τελευταῖο Τροπάριο  κάθε  Ὠδῆς (Καί νῦν…) εἶναι  Θεοτοκίο, ἀφιερωμένο δηλαδή  στήν  Ὑπεραγία Θεοτόκο. Στόν συγκεκριμένο Κανόνα ὑπάρχουν  Θεοτοκία  καί  ἐνδιάμεσα.
Β. Οἱ  Τριαδικοί ὕμνοι  δέν  ἐμφανίζονται μόνο  στά  Δοξαστικά  κάθε  Ὠδῆς, ἀλλά  καί  ἐνδιάμεσα. Ἔτσι
Στήν α’ Ὠδή ὑπάρχουν ἕνας Τριαδικός ὕμνος  καί  δύο Θεοτοκία.
Στήν γ’ Ὠδή ὑπάρχουν  ἕνας Τριαδικός ὕμνος  καί  τρία  Θεοτοκία.
Στήν δ’ Ὠδή ὑπάρχουν ἕνας Τριαδικός ὕμνος  καί τρία Θεοτοκία.
Στήν ε’ Ὠδή ὑπάρχουν ἕνας Τριαδικός ὕμνος  καί  δύο Θεοτοκία.
Στήν  στ’ Ὠδή ὑπάρχουν δύο Τριαδικοί ὕμνοι  καί δύο Θεοτοκία.
Στήν ζ’ Ὠδή ὑπάρχουν ἕνας Τριαδικός ὕμνος  καί δύο Θεοτοκία.
Στήν η’ Ὠδή ὑπάρχουν ἕνας Τριαδικός ὕμνος καί δύο Θεοτοκία.
Στήν θ’ Ὠδή ὑπάρχουν τέσσερις Τριαδικοί ὕμνοι  καί δύο Θεοτοκία.
Θεολογικός σχολιασμός τοῦ Κανόνα   
Τό ἦθος  τοῦ  ἁγίου Ποιητοῦ  διαμορφώνει  καί  καθορίζει  καί  τό  ὕφος  τοῦ  συγκεκριμένου θρησκευτικοῦ  ποιήματος. Τό  ὕφος  τῶν Τροπαρίων  κάθε  Ὠδῆς  τοῦ  Κανόνα, εἶναι  ἔντονα  λυρικό  καί  παρακλητικό, μέ ἔντονο  νηπτικό χαρακτήρα, χωρίς  νά  καταντάει πεζό  καί  ἀνιαρό. Ὁ ἅγ. Μάξιμος   δέν  ἐκτρέπεται  σέ  ρητορισμούς, οὔτε  σέ  ἐξεζητημένα σχήματα. Ὁ  ἔντονος  νηπτικός χαρακτήρας  τοῦ  Κανόνα ὀφείλεται  στό  γεγονός, ὅτι ὁ Ἅγιος  ἀπέκτησε  πλήρως ἐπίγνωση ὅτι  ἐκπληρώνει  θεῖο θέλημα, μετά ἀπό σχετική θεία πληροφορία.
«Βρισκόμενος  σέ  ἄκρα  ταπείνωση πνεύματος (ὁ Ἅγιος), ἔβαλε στήν καρδιά  του, ὅτι αὐτός  εἶναι ὁ τελευταῖος ἄνθρωπος  πάνω  στή γῆ, ταπεινούμενος  μέ  θεία ἐπίγνωση, ὅτι ὁ Κύριος ἐπέτρεψε τά δεινά, διότι - μέσα ἀπό τό δρόμο τῆς ἄκρας ταπείνωσης - ἤθελε νά τόν ὁδηγήσει  στήν ἠθική τελειότητα· ἔγκλειστος  καί τέλειος ἡσυχαστής, προσευχόμενος ἔντονα  μέ  ἀλάλητους στεναγμούς  τῆς  καρδίας  καί  ἀδιαλείπτως, μέ τή νοερά ἀπό τά βάθη τῆς καρδίας ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ γλυκυτάτου Νυμφίου του Ίησοῦ Χριστοῦ…
Ὁ ἅγ. Μάξιμος ἦταν ἀνάμεσα στούς λίγους Ὁσίους  πού  διεξήγαγαν τόν πνευματικό τους ἀγῶνα χωρίς ὁδηγό  καί  συμπαραστάτη, χωρίς Πνευματικό Πατέρα  πρός χειραγωγία, χωρίς Γέροντα  γιά  νά  πεῖ τόν λογισμό του - κατά τό κοινῶς λεγόμενο – γιά παρηγορία  καί ἐνίσχυση στήν ἄρση τοῦ Σταυροῦ. Ἀλλ’ ἀκόμη χωρίς συμπαράσταση  ἀπό ἀδελφούς ὁμοϊδεάτες, κατά τό «ἀδελφός ὑπό ἀδελφοῦ βοηθούμενος ὡς πόλις ὀχυρά καί τετειχισμένη». Αὐτό διήρκησε πολλά  χρόνια, ὅσα τοῦ εἶχε ἀπαγορευθεῖ ἡ κοινωνία μέ τούς πιστούς. Παράλληλα στερεῖτο  καί  αὐτοῦ τοῦ ὅπλου τῆς συμμετοχῆς στή Θεία Ευχαριστία.
…Ὁ Μάξιμος πάλευε μόνος ἐν μέσῳ «θηρίων πολλῶν», πού ἐπιβουλεύονταν αὐτόν καθημερινῶς μέχρι θανάτου. «Ἔξωθεν μάχαι», «ἐτηρεῖτο ἐγκάθειρκτος ἐν δεσμοῖς  καί  ἐθανατοῦτο  διά τοῦ ψύχους, τοῦ καπνοῦ  καί  τῆς  πείνης», ἀλλά  καί «ἔσωθεν φόβοι», μήπως καί γογγύσει κατά τοῦ Θεοῦ  γιά τό πλῆθος  τῶν  δοκιμασιῶν, μήπως παραβιάσει  τίς  ἐντολές  τοῦ Θεοῦ, ὁργιζόμενος  ἐναντίον  αὐτῶν  πού  τόν  ἀδικοῦσαν, ὑβρίσει αὐτούς ἤ μνησικακίσει  ἐναντίον τους, ἀλλά  καί  ὅλος ὁ ὑπόλοιπος συρφετός τῶν παθῶν μαίνονταν ἐναντίον τοῦ Ἁγίου, μόνου  αὐτοῦ παλαίοντος. Γιγαντιαῖα ἡ μάχη, ὄχι μόνον ἀπροσπέλαστες, ἀλλά  καί  ἀπερινόητες γιά  μᾶς συνθῆκες  τοῦ ἀγῶνα τοῦ Ἁγίου, ἀλλά  νίκησε  μέ  τή  συμμαχία  τοῦ  ἀγαπήσαντος αὐτόν Κυρίου  καί  δόντος Ἑαυτόν  εἰς  θάνατον ὑπέρ πάντων».[8]
Γνώριζε ὁ ἅγ. Μάξιμος ὡς γνήσιος Ἁγιορείτης μοναχός ὅτι:
Α. Ὁ  ἀληθινός προορισμός τοῦ Χριστιανοῦ, εἶναι νά ἀποκτήσει τό Ἅγιο Πνεῦμα καί πώς κανένα καλό ἔργο δέν φέρνει τούς  καρπούς Του, ἄν δέν γίνεται γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.
Β. Γιά τήν Ὀρθοδοξία δέν ὑπάρχει θρησκευτική ζωή αὐτονομημένη καί ἀνεξάρτητη  ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Μόνο ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μᾶς κάνει ἀληθινούς πνευματικούς ἀνθρώπους. Μόνο ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἁγιάζει τούς ἀνθρώπους, διαμορφώνει ἕνα σεμνό  καί ἀληθινό ἦθος καί δίνει ἀληθινό νόημα  στήν κάθε πράξη μας. Τό Ἅγιο Πνεῦμα μᾶς εἰσάγει σέ νέα ζωή. Εἶναι «Πνεῦμα ἐνεργοῦν».
Γ. Κάθε αὐτονόμηση  ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, κάνει τήν πνευματική ζωή μία πλάνη  καί  ὁδηγεῖ  σέ πλήρη ἀποτυχία.
Δ. Τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι τό «ὕδωρ τό ζῶν», πού ζωοποιεῖ «πᾶσαν σάρκαν», πού ἀνακαινίζει τόν κόσμο μας  καί τόν μεταμορφώνει  ἀπό κόσμο φθορᾶς  καί  ἔρημη χώρα σέ Ἐδεμικό Παράδεισο. Μεταμορφώνει τούς ἀνθρώπους ἀπό βιολογικές «σάρκες» σέ πνευματικές προσωπικότητες.
Γιά τόν ἅγ. Μάξιμο τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ὁ Παράκλητος, τό Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας, «τό πάνσεπτον, τό παντουργόν, τό παντεπίσκοπον, τό ὑπέρσοφον, τό ἀπειρόδωρον, τό ἀπειράγαθον, ἡ αὐτοζωή  καί    πηγή  τῆς  ζωῆς».
Παράκλητος σημαίνει ὁ παρήγορος, ὁ παρηγορητής, ἡ παραμυθία μας, τό φάρμακο ὅλων τῶν ἀσθενειῶν. Ἄν ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ ἰατρός τῶν ψυχῶν  καί τῶν  σωμάτων μας, τότε ὁ Παράκλητος εἶναι τό φάρμακο, εἶναι τό ἔλαιον  καί ὁ οἶνος  πού    Καλός Σαμαρείτης Χριστός,  ἐπιχέει στίς πληγές  μας κάθε ἡμέρα (πρβλ. Λουκ. 10,34).
Ὁ Παράκλητος θεραπεύει τίς ψυχικές ἀσθένειες, τήν κατάθλιψη, τό ἄγχος, τήν μοναξιά, τήν ταραχή, τόν φόβο, τήν ἀνασφάλεια. Παράκλητος σημαίνει ὤθηση οὐράνια  καί  πρός τόν οὐρανό. Αὐτό  ἀνάβει  στήν  καρδιά  μας  τή φλόγα  τῆς  πίστεως, μᾶς ἀνορθώνει ὕστερα  ἀπό  κάποια πτώση στήν ἁμαρτία, μᾶς  στηρίζει  στήν  ἀπόφαση  μετανοίας, καλλιεργεῖ  μέσα  μας  τή  διάθεση  γιά  τόν  ἀγῶνα  τῆς  ἀρετῆς. Αὐτό  ἐπίσης  παρηγορεῖ  σέ   κάποια δύσκολη ὧρα  καί   στηρίζει  τήν  τσακισμένη ψυχή ὕστερα  ἀπό  κάποια δοκιμασία, ἀσθένεια ἤ πάθος.
 Ὅπως σημειώνει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «τό Πνεῦμα συναντιλαμβάνεται ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν» (Ρωμ. 8, 26), δηλαδή μᾶς βοηθᾶ καί μᾶς στηρίζει στίς φυσικές καί ἠθικές ἀδυναμίες μας. Κι ὅταν ἀκόμη ἔχουμε ἰσχυρή θέληση, ἀγωνιστική διάθεση, σταθερότητα, χαρά, εἰρήνη ψυχῆς, ὅλα αὐτά τί ἄλλο εἶναι παρά δῶρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; Ὅλα εἶναι δικά Του, διότι «πάντα χορηγεῖ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον».
Ὅπως στόν καύσωνα τῆς ἡμέρας  τό δροσερό ἀεράκι μᾶς ἀνακουφίζει, ἔτσι καί στόν καύσωνα τῶν κοσμικῶν θλίψεων  καί τῶν παθῶν μας, ὁ  ἀέρας  τοῦ οὐρανοῦ, τό Πνεῦμα, τό  Ὁποῖο «ὅπου θέλει πνεῖ» (Ἰω. 3,8), πνέει καί σέ  μᾶς  καί μᾶς δροσίζει  τήν  ψυχή σάν αὔρα  καί  μᾶς ἀνακουφίζει.
Παράκλητος ὅμως, δέν σημαίνει  μόνο Παρήγορος, ἀλλά  καί  Βοηθός  και Στήριγμα. «Ὡσαύτως δέ  καί  τό Πνεῦμα  συναντιλαμβάνεται ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν» (Ρωμ. 8, 26), δηλαδή μᾶς βοηθᾶ  καί  μᾶς  ὑποστηρίζει  στίς  ἀδυναμίες  μας  καί «αὐτό τό Πνεῦμα ὑπερεντυγχάνει ὑπέρ ἡμῶν στεναγμοῖς ἀλαλήτοις» (Ρωμ. 8,26), συμμετέχει στήν προσευχή μας, μεσιτεύει γιά μᾶς καί  ἐμπνέει τήν προσευχή μας  καί  μᾶς φέρνει  τήν κατάνυξη. Ὅταν τά πνευματικά  μας γόνατα λυγίζουν  ἀπό τίς δυσκολίες, αὐτό τό Πεῦμα φωνάζει μέσα μας: «Ἰσχύσατε χεῖρες ἀνειμέναι καί γόνατα παραλελυμένα…Ἰσχύσατε  καί μή φοβεῖσθε» (Ἠσ. 35, 3-4). Αὐτός εἶναι ὁ Συνοδοιπόρος τῆς ζωῆς μας. Ἄλλοτε μᾶς παίρνει  ἀπό τό χέρι, ὅπως ὁ πατέρας  τό μικρό παιδί, καί μᾶς ὁδηγεῖ  στήν  ὁδό τοῦ Κυρίου  καί  ἄλλοτε,  ὅταν ἀδυνατοῦμε  ἐμεῖς νά βαδίσουμε, μᾶς παίρνει  στήν  ἀγκαλιά Του.
Παράκλητος σημαίνει  καί  Σύμβουλος, Παραινέτης, Διδάσκαλος. Ὁ Κύριος εἶπε: «Ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα  καί ὑπομνήσει ὑμᾶς πάντα, ἅ εἶπον ὑμῖν» (Ἰω. 14, 26).
Τό νηπτικό ἔργο τοῦ Παρακλήτου, περιγράφεται πλήρως στό ὑμνογραφικό αὐτό ἔργο τοῦ  ἁγ. Μαξίμου. Ἔτσι τό Ἅγιο Πνεῦμα:
Α. Ἀπαλάσσει τήν ψυχή ἀπό τά πάθη καί τούς ἀνόμους λογισμούς.
Νενίκημαι  παθῶν* καί πνευμάτων ὀδύνης,* ἅτινα ψυχήν* τήν ἐμήν τυρρανοῦσι·* ἡ σωτηρία μου ὁ Θεός ὑπάρχεις μόνη,* Παράκλητε Ἀγαθέ, τῶν Σῶν δούλων ἡ δόξα,* εἰς Σέ, ὡς Θεῷ, ἐπαφίημι. (Α3).
 σκότισμαι  δεινῶν* λογισμῶν ἀνομίας,* ὅθεν καί οἰκτρόν* πτῶμα κεῖμαι  ἐν  δύνῃ·* διό καθικετεύω Σέ ῥυσθῆναι  ἐν τάχει,* ἀσθενείας ἧς  κατέχει*  νοός  μου  πασχούσας φρένας,* ἵνα γαιρέρω Σε ἐνθέοις ἄσμασι. (Α4).
Β. Χορηγεῖ τήν ταπείνωση καί καλλιεργεῖ ἁγιοπρεπεῖς λογισμούς.
Γέμων τῶν σαρκός παθῶν τῶν βεβηλούντων* ψυχήν ἐμήν, διάλυσον αἰτοῦμαι*  καί  ἐξαφάνισον πάντα ἅ μέ μολύνουσι,*  ἱκετεύω Σε  καί  ὑπερηφανείας* ἄμοιρον  δεῖξον  με,* Σέ τόν  κριτήν Δεσπότην. (Γ3).
συχίᾳ ψυχῆς καί λογισμοῖς  εὐλαβείας,* καταστόλισον  νοῦν τῷ πάθει αἰχμαλώτῳ,* δωρήμασι ἐνθέοις τοῖς Σοῖς, Παντελεήμων,* ἵνα ἐπαξίως ὑμνῶ Σε  καί  δοξάζω,* ἁγιοπρεπῶς* ὡς ἁρμόζει Σοι τῷ Παρακλήτῳ. (Γ2).
Γ. Σώζει τήν ψυχή ἀπό τήν ἀπώλεια, λόγῳ τῆς πνευματικῆς ἀπροσεξίας.
λάσθητι, Ἀγαθή,* Σοί βοῶ, ἰλάσθητί μοι,* τῷ παραλογισμοῦ*   καί  ἀπροσεξίας κειμένῳ*  εἰς  βάθος  ἀπύθμενον, Θεοτόκε Μαρία,*  καί  ἀπό  τῆς  αὐτοῦ  διώσεως  σῶσον  Σόν δοῦλον,*τῷ Σοί, Μῆτερ, προσπίπτοντι. (Α5).
Δ. Συγκρατεῖ καί ἐξαφανίζει τίς ὁρμές/πάθη τῆς ψυχῆς.
ῦσαι  τοῖς  σεπτοῖς ἠνίοις Σου  καί  θείοις,* ὁρμήματα  ψυχῆς, χαλινῷ δέ Σοῦ φόβου,* Σύ μέ συγκράτησον, ἵνα μετ’ εὐλαβείας*  καί  διανοίας  καθαρᾶς* ὕμνους  Σοί  προσάγω,* τῷ εὐεργέτῃ,* θεῖε Παράκλητε. (Γ4).
Ε. Φωτίζει τήν ἐσκοτισμένη ψυχή καί τήν σώζει  ἀπό τούς ἀκάθαρτους δαίμονες.
Γέμων τῶν σαρκός παθῶν τῶν βεβηλούντων* ψυχήν ἐμήν, διάλυσον αἰτοῦμαι*  καί  ἐξαφάνισον πάντα ἅ μέ μολύνουσι,*  ἱκετεύω Σε  καί  ὑπερηφανείας* ἄμοιρον  δεῖξον  με,* Σέ τόν  κριτήν Δεσπότην. (Γ3).
Διάσωσον,* ἀπό κακῶν  τόν δοῦλον Σου, Παράκλητε,* τόν ἀγρίως καί συνεχῶς ὑπό δαιμόνων προσβαλόμενον,* αἰσχροῖς λογισμοῖς καί φαντασίαις ἀθλίαις. (Γ8).
 Ναόν τῆς Σῆς* χάριτος ἐσκοτισμένην,* ποίησον ψυχήν,* Παράκλητε, Σοῦ δούλου,* μανίας δεινῆς τό σκότος ἐκδιώκων,* φωτίζων φωτί, φωτός πηγή ὑπάρχων,* ὁμοῦ τῷ Πατρί*  καί Λόγῳ  τιμωμένη. (Ε3).
Στ. Ἀπαλάσσει ἀπό τά μιαρά ἔργα  καί τά σαρκικά πάθη – Ζωοποιεῖ  τήν νενεκρωμένη ψυχή.
Θεέ Ἀγαθέ,* ἡμέρας καί νυκτός τε* κινοῦσι εἰς ὀργήν* παμμίαραί μου πράξεις*  καί  λόγοι  τήν Σήν  πρός με μακροθυμίαν·* Σοί οὖν ἐκπλιπαρών* προσπίπτω  καί βοῶ Σοι,* ἐχθίστης αὐτῆς* ἀπάλλαξον ἀτιμίας. (Ε4).
Νενίκημαι τοῖς πάθεσι τῆς σαρκός, Σωτήρ μου,* βεβυθισμένος  ἐνυπάρχων τε ἐσχάτῃ ἀβύσσῳ,* Αὐτός με  ζώωσον θερμῶς καθικετεύω,* ῥύαξι  τῆς  Σῆς*  πηγῆς  τῆς  ζωοδόχου,* ἀρδεύων τήν ἐμήν* ψυχήν τήν καιομένην. (Στ1).
Ζ. Καλλιεργεῖ  τήν μετάνοια, πού εἶναι βασική προϋπόθεση τῆς θεραπείας τῆς ψυχῆς.
Καρπούς μοί δίδου, Παράκλητε μετανοίας,* ψυχήν καί ζωήν ἐμήν βεβηλωμένην,* καθαῖρον, Ἀγαθέ, βεβήλου  ἀντικειμένου,* τάς ἀπό νεότητος κινήσεις τάς βεβήλους,* ἅς τρόποις πολλοῖς* ἐμέ ἔπλησεν ῥύπου. (Στ4).
Η. Λυτρώνει τόν νοῦ  ἀπό τήν σύγχυση  καί τόν πνευματικό κλυδωνισμό τῶν λογισμῶν.

Οἶμοι τῷ ἀθλίῳ, τόν νοῦν κατειλημένῳ* συγχύσεως δεινῆς καί πίπτοντι παντοίοις* κακοῖς, ὡς ἡ ναῦς θαλάσσῃ κυματώδῃ* καί πνεύμασι σφοδροῖς* παντί κλονιζομένῃ·* Παράκλητε Ἀγαθέ,* ἐκλύτρωσον με ἐν τάχει. (Στ5).

Θ. Ἐλευθερώνει ἀπό κάθε κακία – Μεταμορφώνει τήν σκληρότητα  τῆς ἁμαρτωλῆς καρδιᾶς.
Ναόν με δεῖξον, Σῶτερ, Πατρός ὁ Λόγος,* παθῶν τε ἐλεύθερον, κακίας τῆς τοῦ ἤθους,* ἁγίαις δωρεαῖς τοῦ θείου Παρακλήτου,* πλουτίζων με  τόν ἄδοντα Σοί εὐφροσύνως·* ὁ τῶν Πατέρων Θεός, εὐλογητός εἶ. (Ζ1).
λέησον, Σῶτερ, ἐμήν καρδίαν,* λίθου ἀρραγοῦς σιδήρου τε σκληροτέραν,* γλυκύτητος δέ πλήρωσον, ἵνα κραυγάζω* σωζόμενος, Σοί τῷ μόνῳ εὐεργέτῃ·* ὁ τῶν Πατέρων Θεός, εὐλογητός εἶ. (Ζ2).
Ι. Διώχνει ἀπό τήν ψυχή τούς καταστροφικούς λογισμούς  καί ἐλευθερώνει ἀπό τούς λογισμούς ὑπερηφανείας.
Καταστροφικῶν ἐπιθέσεων ῥῦσαι,* ἐχθρῶν ἐμέ νικούντων τῶν ἀοράτων·* ψυχῇ τῇ ἐμοί δέ, ὡς γῇ ἐρημωτάτῃ,* τήν χάριν Σου ἐμφύτευσον τήν ζωηφόρον,* Παράκλητε σεπτέ, ὁ Θεός, καταδέχου. (Η3).
ρθησαν ὑπέρ κεφαλήν μου ἀθλίαν* Βελίαρ λογισμοί πάθους κενοδοξίας* Σύ, Δέσποτα οἰκτίρμων, θεράπευσον ψυχήν μου* δαιμόνων ῥυπαρῶν βολαῖς τήν ὀχλουμένην,* ὅν τρόπον, Ἀγαθέ, Σύ ἐπιγινώσκεις. (Η5).
ΙΑ. Εἶναι Παρηγορητής - Βοηθός - Στήριγμα
δεῖν ἀξίωσον* Σῶν δικαίων τήν δόξαν,* καί εὐαρεστησάντων Σοι* ἐν οὐρανοῖς ἑορτήν·* ὑμνεῖν Σε μετ’αὐτῶν* δώρησαι, θεῖε* Πανάγιε Παράκλητε,* δοῦλος ὁ Σός ἐκζητεῖ·* ὅπως Σε συμφώνως δοξάζομεν. (Θ5).
ΙΒ. Εἶναι Διδάσκαλος θείων δογμάτων  καί ἠθῶν - Ἀπαλάσσει  καί  ἐξαλείφει  ἀπό τήν ψυχή  κακίες  καί  ἀδυναμίες.
γαθότητα* ἠθῶν καί  τοῦ Σοῦ νόμου* διδαχήν καί νόησιν* θείων Σου δογμάτων,* δίδαξον, Παράκλητε,* ὅπως θεαρέστως*  ὑμνῶ Σέ  τόν Θεόν,* τόν ἕνα τῆς Τριάδος·* Ἥν συμφώνως δοξάζομεν. (Θ9).
ράϊσον ψυχῆς* τῆς ἐμῆς τήν κακίαν,* φόβον ἀποδίωξον* ἀπό αὐτῆς  τοῦ κακοῦ,* ἀδυναμίαν δ’ἐξάλειψον* καί τῷ στεφάνῳ* τῶν ἀρετῶν, Παράκλητε,*  κατακόσμησον·* ὅπως Σέ συμφώνως δοξάζομεν. (Θ6).
Καί τέλος ὁ Ἅγιος ἱκετευτικά παρακαλεῖ:
Σῆς χάριτος, σεπτέ* καί Παράκλητε θεῖε,* μή μέ δοῦλον Σόν* ἀποκλείσης ἱκέτην,* τόν Πόρνην ὑπερβάντα* καί Ἠσαΰ ἀνομίᾳ* προσφεύγοντι τῇ Σῆ* παρακλήσει τῶν δώρων,*  ἥν δίδου μοι,* μετανοοῦντι δέ δεῖξον με. (Η6).

Ἡ πνευματική προσωπογραφία τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ, μέσα ἀπό ἕνα ὑμνογραφικό ποίημα τοῦ Γέροντος Ἰωσήφ τοῦ Βατοπεδινοῦ.
Ἀντί ἄλλου  ἐπιλόγου  τοῦ  παρόντος Εἰσαγωγικοῦ Σημειώματος, παραθέτουμε σύντομό κείμενό μας (2013) ὑπό τόν ἀνωτέρω τίτλο.
Ἕνα ἀπό τά ὑμνογραφικά κείμενα τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Ἰωσήφ τοῦ Βατοπαιδινοῦ,  εἶναι καί ἡ  «Ἱερά Ἀκολουθία τοῦ Ὁσίου καί Θεοφόρου Πατρός  ἡμῶν Μαξίμου τοῦ Βατοπαιδινοῦ». Ὁ Κανόνας τοῦ Ἁγίου τοῦ Ὄρθρου ἀρχίζει μέ παρακλητική προσευχή τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος («Βεβαρημένον τοῖς πολλοῖς μου πταίσμασι, τὸν νοῦν Φιλάνθρωπε, φώτισον καὶ λῦσον τὴν ἐμὴν διάνοιαν,  ὅπως ὑμνήσω Μάξιμον, τὸν σὸν δοῦλον ἀξίως, καὶ τὸν αὐτοῦ μέγαν ἔπαινον, πλέξω εὐφροσύνως γηθόμενος») καί ἔχει τήν ἀκροστιχίδα «Βατοπαιδίου  Μάξιμον  Κλεινόν γεραίρω, Ἰωσήφ». Ὁλόκληρο τό ὑμνογράφημα  μπορεῖ νά χαρακτηρισθεῖ  ὡς  μία ὁλοκληρωμένη πνευματική προσωπογραφία τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ.
Μέ τό πρόσωπο τοῦ Ἁγίου  ἀσχολήθηκαν διάφοροι ἐρευνητές, μή ἔχοντας ὅμως τίς πνευματικές προϋποθέσεις νά ἑρμηνεύσουν τήν προσωπικότητά του, τόν  χαρακτήρισαν κοινωνικό ἀναμορφωτή, φορέα τοῦ οὐμανιστικοῦ πνεύματος  τῆς Δύσεως στήν Ρωσία,  κ.ἄ. Ὁ μακαριστός Γέρων Ἰωσήφ ὅμως, εἶχε τίς πνευματικές προϋποθέσεις  καί  ἔτσι  στό ἔργο  του σκιαγραφεῖται μία ὁλοκληρωμένη - ὅπως προαναφέραμε – πνευματική προσωπογραφία τοῦ Ἁγίου.
Ὁ Μάξιμος ἦρθε στό Ἅγιο Ὄρος τό 1506 γιά νά γίνει μοναχός, ἔγινε Ἁγιορείτης καί σάν Ἁγιορείτης μετέβη στήν Ρωσία. «Ὁ ἅγ. Μάξιμος ἔμεινε Ἁγιορείτης, ὑπέμεινε ὡς Ἁγιορείτης, δίδαξε καί ἔδρασε ὡς Ἁγιορείτης. Καί αὐτή ἡ Ὀρθόδοξη Ἡσυχαστική Παράδοση τόν ἀνέδειξε σέ πρώτου μεγέθους πνευματικό διδάσκαλο  καί ἀναμορφωτή τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας καί κοινωνίας» (π. Γεώργιος Καψάνης). Ὁ ἅγ. Μάξιμος εἶναι γνήσια Πατερική προσωπικότητα, φορέας τοῦ ἤθους  καί τῆς παραδόσεως τοῦ Ἁγίου Ὄρους, κήρυκας τῆς μετανοίας, τῆς ἀγάπης, τῆς ἀνεξικακίας, τῆς μακροθυμίας, τῆς ὑπομονῆς, μιμητής  τῶν  Παθῶν  τοῦ Χριστοῦ, μιμητής  τοῦ Τιμίου Προδρόμου  καί  τοῦ  Ἀποστόλου Παύλου, Διδάσκαλός, Ὁμολογητής  καί Μάρτυρας.
Γιά τόν Γέροντα Ἰωσήφ ὁ Ὅσιος εἶναι πρῶτα Ἁγιορείτης, «βλάστημα τοῦ Ἄθωνος, Βατοπεδίου θεῖον βλάστημα, ἐγκαλλώπισμα  καί  στέφανος», ἀποτελεῖ δέ ἕνα παράδειγμα τῆς προφητικῆς, ἀποστολικῆς  καί  μαρτυρικῆς ζωῆς  τοῦ Ἁγιορείτη μοναχοῦ καί ὡς γνήσιο τέκνο  τοῦ  Ἄθωνος  τόν χαρακτήριζε:
Α. Ἡ  ἀποταγή  καί  ξενιτεία  τοῦ  κόσμου, γιά τήν ἀγάπη  τοῦ Χριστοῦ. «Ὑπὲρ Χριστοῦ, παθεῖν ἀγάπης ἑλόμενος, ἔξω κόσμου καὶ πατρίδος γέγονας, τὴν ἐμπαθῆ σάρκα καὶ θνητήν, καὶ τὰς κάτω φέρειν προφάσεις ἀποδυσάμενος, τὸ ὕψος ἀπαθείας καὶ τῆς θεολογίας, ἀπεκόμισας Μάξιμε χάρισμα».
Β. Ἡ αὐταπάρνηση, ταπείνωση  καί μοναχική ὑπακοή. «Ὄρει θείῳ ἐν Ἄθῳ, πρότερον οἰκήσας ὅσιε Μάξιμε, τοῖς σοφοῖς πατρᾶσι ὑπετάγης φρονίμως μακάριε, καὶ δικαίως ὤφθης, χαρίτων πλήρης τῶν ἐκείνων, καὶ διδάσκεις ἃ πείρᾳ μεμάθηκας.(Ἀπό τόν Κανόνα τοῦ Ὄρθρου). «Ὄρους ἐπέβης θεωρίας, Μάξιμε θεόφρον τῇ σπουδῇ σου, καὶ ὑψώσεις Θεοῦ, ἀνέλαβες κραυγάζων, εὐλογητὸς εἶ Κύριε, ὁ Θεὸς εἰς τοὺς αἰῶνας».
Γ. Ἡ Ὀρθόδοξη ἡσυχαστική ζωή, ὡς θεραπευτική ἀγωγή τῆς ψυχῆς. «Μετανοίας τοῖς πόνοις, πάθη καθηράμενος, ναὸς πανέντιμος, ὅλος τοῖς πατρᾶσι μιμητὴς ἐχρημάτισας ὅσιε, ἀρετῶν δοχεῖον, ὅλον σαυτὸν μεταμορφώσας, ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν τῇ χάριτι».
Δ. Ἡ μέχρις θανάτου πίστη στά Ὀρθόδοξα δόγματα, ὡς ἄριστος θεολόγος καί θεματοφύλακας τῶν πατρώων Ὀρθοδόξων Παραδόσεων. «Ὡραῖός σου ὁ βίος καὶ ἡ σεπτή, ἣν ἐτέ­λεσας Μάξιμε ἔνθεος, ἀποστολή, ὡς ἱεροκῆρυξ καὶ φωτιστής, τῆς ἀχανοῦς Ῥωσσίδος γῆς, σκότει ἀγνωσίας καὶ μαρασμῷ, ἣν ἔστρεψας εὐχαῖς σου, ὀρθῶν δογμάτων πίστιν καὶ τῶν ἠθῶν πρὸς ἐπανόρθωσιν». «Συνέσει καὶ σοφίᾳ πνευματικῇ, ἀνεδεί­χθης διδάσκαλος ἄριστος, θεολογῶν, καὶ Λατίνων θραύων δεινὴν ὀφρύν· τὰ δὲ πατέρων δόγματα, ῥώμῃ ἀνεκήρυξας καὶ σπουδῇ, τοῦ βίου μαρτυροῦντος· καὶ τῇ ὁμολογίᾳ, ἡ τελευτή σου ἐστεφάνωται».
Ε. Θεοτοκοφιλία. Ὡς Ἁγιορείτης ὁ Ὅσιος ἔτρεφε  ἀπεριόριστη ἀγάπη  καί σεβασμό, πρός  τό  ἐξαγνισμένο  καί πάνσεπτο  πρόσωπο  τῆς  Θεομήτορος, γεγονός πού ἡ ἴδια ἡ Παναγία τό ἐπιβεβαίωσε καί μέ τό ὁσιακό του τέλος, κατά  τήν 21η Ἰανουαρίου  1556. Τήν  ἡμέρα  αὐτή    Ἐκκλησία   τιμᾶ  τόν ὁμώνυμο  καί  προστάτη  του  ἅγ. Μάξιμο τόν Ὁμολογητή  καί  στήν Ἱερά  Μονή  τῆς  μετανοίας  του, στό Βατοπαίδι, οἱ  πατέρες  καί  ἀδελφοί  του  τιμοῦν  κατά τό  ἔθος  τήν  ἑορτή  τῆς Παναγίας τῆς Παραμυθίας. Αὐτή  τήν  ἡμέρα παρέδωσε  τό  πνεῦμα  του στά χέρια τοῦ ἀγαπημένου του Κυρίου, γιά νά τόν παραμυθήσει  ἀπό  τούς  κόπους  καί  πόνους  του ἡ  Κυρία  Θεοτόκος, ἡ Βατοπαιδινή μητέρα  του Παραμυθία.
«Τὸ τῆς Πανάγνου θεοφρούρητον Ὄρος, πολλαπλῶς σωτήριον ἀναδειχθέν, ποικίλως τοῖς πᾶσι παρέχει ἀντίληψιν. Καὶ τοῖς μὲν ἐν μετανοίᾳ ζητοῦσι τὸ θεῖον ἔλεος, τὰ κρείττω χαρίζεται. Τοὺς δὲ ὑπερβαλλώντως ἀγωνιζομένους, πατέρας ὁσίους καὶ δικαίους, χάριτος θείας πεπληρωμένους ἀναδείκνυσι. Ὧν εἷς καὶ ὁ παρ᾿ ἡμῖν σήμερον τιμώμενος, ἐπὶ τῇ διπλῇ αὐτοῦ προσφορᾷ, Ὁσίου τε καὶ Διδασκάλου· διὸ εἰκότως αὐτῷ κράζομεν· Χαίροις, πάτερ ἱερώτατε.»
Χαρακτηρισμοί  τοῦ  Ὁσίου  Μαξίμου  ἀπό τόν Γέροντα Ἰωσήφ.
Α. Πιστός καί φρόνιμος οἰκονόμος τοῦ Χριστοῦ - τοῦ Ἄθωνος φοιτητής, «ὁ ἀράμενος τόν Σταυρόν τοῦ Κυρίου» - δόκιμος  ἐργάτης  τοῦ Εὐαγγελίου τῆς Χάριτος - ἀρετῆς  δοχεῖον - καλλιεργητής  ἀνθρωπίνων  καρδιῶν.
«Οὗτος γὰρ οἰκονομήσας ἀρίστως, τὸ δοθὲν αὐτῷ τάλαντον, ἐμέρισε πανσόφως ὡς πιστὸς οἰκονόμος. Πάντα γὰρ καταλιπών, τὸν τοῦ Κυρίου Σταυρὸν ἀράμενος, καὶ τῷ περιβλέπτῳ Ἄθωνι φοιτήσας, ἔξω σαρκὸς καὶ κόσμου ἐγένετο·
«Τοῦ Εὐαγγελίου τῆς χάριτος, δόκιμος ἐργάτης ὤφθης, ὡς ἀρετῆς δοχεῖον, Ὅσιε Μάξιμε· τὸν τῆς πίστεως γὰρ σπόρον, κεχερσωμέναις καρδίαις καλλιεργήσας, προθέλυμνα ἐξέτεμες, ὀθνείων παραδόσεων ζιζάνια·….» (Δοξαστικό Μικροῦ Ἑσπερινοῦ).
Β. «Μάρτυς τῇ ἀσκήσει, τῇ προθέσει, τῇ ἀθλήσει» - κόσμημα τῆς Ἐκκλησίας - ὁδηγός μετανοίας τῶν λαῶν.
                «Ὡς γενναῖον ἐν Μάρτυσι τῇ ἀσκήσει τὸ πρότερον, τῇ ἀθλήσει τὸ δεύτερον, τῇ προθέσει γέγονας  Μάρτυς Μάξιμε,  ἐν διωγμοῖς  ταπεινούμενος, βαστάζων  ἐπ᾿ ὤμων σου, τὸν σταυρὸν καὶ ὁδηγῶν,  τοὺς λαοὺς  πρὸς μετάνοιαν καὶ εὐσέβειαν· τῆς σεπτῆς Ἐκκλησίας κόσμος ὤφθης, ἀπονέμων σαῖς πρεσβείαις, τὸν ἱλασμὸν τοῖς τιμῶσί σε. (Προσόμοιο Μεγάλου Ἑσπερινοῦ).
«Μάρτυς κλεινός, τῇ προαιρέσει γενόμενος, τῶν μισούντων, μάστιγας ὑπέμεινας, καὶ τὰ δεσμὰ φέρεις καρτερῶν, καὶ εἱρκτὴν ζοφώδη, ἐν ᾗ ἐκ φθόνου σε ᾤκιζων, δοκοῦντές σε κωλύειν, τοῦ κράζειν ἀνενδότως, τῇ δυνάμει σου δόξα Φιλάνθρωπε».
Γ. Φωτισμένος διδάσκαλος τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας - κανόνας, τύπος  καί ὁδηγός εὐσεβείας.
«Τῇ τοῦ Πνεύματος χάριτι, ἐλλαμφθεὶς τὴν διάνοιαν, τά  γεώδη ἅπαντα κατεφρόνησας, καὶ περιὼν ἐξεπαίδευσας, λαοὺς πρὸς εὐσέβειαν, θεολόγῳ διδαχῇ, καὶ τῷ ἔργῳ Πατὴρ ἡμῶν, θείᾳ χάριτι, ποδηγῶν πρὸς Χριστὸν πιστῶν τὰ πλήθη, ὁδηγὸς κανὼν καὶ τύπος, καὶ πρεσβευτὴς ἐχρημάτισας».
Δ. Ἄνθρωπος γενναίου φρονήματος - ὑπέρμαχος  τῆς  ἀληθείας καί τῆς εὐσεβείας - Ἀπόστολος  καί Φωτιστής  λαῶν.
                «Πλήρης γενναίου φρονήματος, τῆς σῆς Μονῆς ἀποστάς, τὸν   πλησίον ἐζήτησας, ἄλλος ὡς Ἀπόστολος, εὐσεβείας ὑπέρμαχος, θυμὸν μισούντων οὐκ ἐδειλίασας, εἰρκτῇ καὶ πόνοις οὐ κατενάρκησας· ὢ τῆς ἀνδρείας σου, Μάξιμε πανόλβιε!»
«Τὸ τοῦ Ἄθωνος βλάστημα, καὶ Μονῆς σου ἐντρύφημα, συνελθόντες ἅπαντες σὲ γεραίρομεν, ὡς ἀριστέα πανθαύμαστον, ὡς ἄλλον ἀπόστολον ὡς φωτίσαντα λαούς, ἀληθείας ὑπέρμαχον, ὡς κρατύναντα, εὐσεβείας τὰ δόγματα σπουδῇ σου».
Ε. Ὑπόδειγμα πραότητος  και ὑπομονῆς.
                «Πᾶσαν τοῦ   ἐχθροῦ  τὴν ἔφοδον,  καὶ τῶν φθονούντων ποινάς, ὑπομείνας πραότατα, τὰ τῆς νίκης γέρα σοι, ἐκομίσω μακάριε, τῆς σῆς προθέσεως οὐ διήμαρτες, πεπλανημένους λαοὺς ἐφώτισας, θείαν ἐπίγνωσιν, βίου τὴν ὀρθότητα ποδηγετῶν, μάρτυς τὴν προαίρεσιν, Μάξιμε γέγονας».
«Τῆς κε­κρυμ­μέ­νης ἐν Χρι­στῷ ζω­ῆς, καρ­πο­φο­ρῶν τὴν λαμ­πρό­τη­τα τοὺς ποι­κί­λους πει­ρα­σμοὺς καὶ θλί­ψεις καὶ βα­σά­νους, ἀνεν­δό­τως ἤνεγ­κας, θε­ο­φό­ρε πά­τερ Μά­ξι­με· δι᾿ ὧν ὡς χρυ­σὸς ἐν κα­μί­νῳ δο­κι­μα­σθείς, ὑπὲρ ἥλι­ον ἔλαμ­ψας, καὶ τῶν πα­θῶν τοῦ Σω­τῆ­ρος, σύμ­μορ­φος γέ­γο­νας· καὶ νῦν τῆς δό­ξης αὐ­τοῦ κα­τα­τρυ­φῶν καὶ τῷ τῆς ὁμο­λο­γί­ας στε­φά­νῳ λαμ­πρῶς πε­ποι­κιλ­μέ­νος, ἀδι­α­λεί­πτως πρέ­σβευε, ὑπὲρ τῶν ψυ­χῶν ἡμῶν.(Ἀπό τήν Λιτή).
Στ. Ὑπόδειγμα ἀγάπης, ἀμνησικακίας, συγχωρητικότητας καί μακροθυμίας, «εἰς τύπον  τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ».
         «Πᾶσαν  ὑπερβὰς  προσπάθειαν, διὰ  τὴν  μείζω πασῶν, ἀρετῶν καὶ ἀκρότητα, Μάξιμε μακάριε, ἐν δεσμοῖς ἐκαρτέρησας, ἀμνησικάκως ὡς ὁ Δεσπότης σου, τῶν διωκτῶν σου ὑπερευχόμενος, τούτων μετέβαλες, τὴν πρὸς σὲ διάθεσιν, μακροθυμῶν».
Ζ’. Θεοειδής Διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας.
                « Ὡραῖός σου ὁ βίος καὶ ἡ σεπτή, ἣν ἐτέλεσας Μάξιμε ἔνθεος, ἀποστολή, ὡς ἱεροκῆρυξ καὶ φωτιστής, τῆς ἀχανοῦς Ῥωσσίδος γῆς….».
….. «καὶ σὺ σκίρ­τα καὶ χό­ρευε, ἡ ἐν Ῥωσ­σίᾳ Ἐκ­κλη­σία τοῦ Θε­οῦ, τοι­οῦ­τον ὁδη­γὸν πλου­τή­σα­σα, καὶ θε­ο­ει­δῆ δι­δά­σκα­λον, ἀσφα­λῶς σε ὁ­δη­­γοῦν­τα, πρὸς σω­τη­ρί­ους νο­μας».
Η’. Μύστης τῆς ἀληθινῆς σοφίας - ἐλεγκτής τῶν αἱρετικῶν δοξασιῶν - ἄριστος ἀθλητής  στούς  ἱερούς  ἀγώνες.
«….τῆς ἀλη­θοῦς γὰρ σο­φί­ας, μύ­στης γε­νό­με­νος, δο­κη­σι­σό­φων φλη­να­φή­μα­τα, καὶ αἱ­ρε­τι­κῶν γλωσ­σαλ­γί­ας, τῷ σῷ λό­γῳ δι­ή­λεγ­ξας καὶ πόῤ­ῥω ταῦ­τα ἀπέῤ­ῥι­ψας, τοῦ εὐ­σε­βοῦς πλη­ρώ­μα­τος».
«Τὸν ἐν σο­φίᾳ πε­ρι­φα­νῆ, καὶ ἐν ἱε­ροῖς ἀγῶ­σιν ἀρι­στεύ­σαν­τα, Μά­ξι­μον τὸν φε­ρω­νύ­μως μέ­γαν, πᾶς ὁ τοῦ Θε­οῦ λα­ὸς καὶ ἐξαι­ρέ­τως ὁ Ἄθως, ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς εὐ­φη­μή­σω­μεν».
«Τῇ φιλοσόφῳ σπουδῇ σου, τὸν ἔξω ἄνθρωπον, ἐπλούτησας θεόφρον, καὶ ἀσκήσει τὴν χάριν, τῶν θείων ἀποστόλων ἔνδον λαβών, Ἐκκλησίας τὸ πλήρωμα, ταῖς διδαχαῖς σου, στηρίξας ἀθλητικῶς, ταύτας Μάξιμε ἐσφράγισας».
Θ. Μιμητής  τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στούς κόπους  καί τίς θλίψεις.
                «...οὗ­τος γὰρ κα­τὰ Παῦ­λον, ὡς αὐ­τοῦ ζη­λω­τής, ἐν κό­ποις καὶ θλί­ψε­σιν ὑπερ­βαλ­λών­τως, καὶ ἐν φυ­λα­καῖς πε­ρισ­σο­τέ­ρως, ὑπὲρ τῆς εὐ­σε­βεί­ας δο­κι­μα­ζό­με­νος, τὴν ζω­ὴν δι­ε­λή­λυ­θε».
Ι. Μιμητής τῶν Πατέρων - αὐστηρός τηρητής  τῆς  Πατερικῆς Παραδόσεως  καί  Θεολογίας.
                «Τὴν  τῶν Πατέρων  ζηλώσας, θείαν  παράδοσιν, πράξει καὶ θεωρίᾳ τὸν σὸν βίον τυπώσας, ἐσφράγισας ἀγάπῃ λαοὺς νουθετῶν, καὶ Ἐκκλησίας τὰ δόγματα, τῇ θεολόγῳ σου γλώσσῃ ἐπικροτῶν».
ΙΑ. Μιμητής  τοῦ ζήλου  τοῦ  ἁγ. Ἰωάννη  τοῦ Βαπτιστή.
                «Τοῦ  Βαπτιστοῦ  σὺ  τὸν ζῆλον, ἐκμιμησάμενος, μετάνοιαν διδάσκεις τοῖς  λαοῖς  θεῖε  Πάτερ, πλὴν  φθόνῳ  τῶν κρατούντων διαβληθείς, τῇ εἰρκτῇ κατακέκλεισαι, χρόνοις τριάκοντα Μάξιμε καὶ εὐχαῖς, ἐπεσφράγησας τὸν βίον σου».
ΙΒ. Ὁ «παιδαγωγήσας ἑαυτόν ἐν Ὄρει τοῦ Ἄθωνος» - νέος Ἱσαπόστολος.
                «Ἀσκήσει τὸ πρότερον, παιδαγωγήσας σαυτόν, ἐν ὄρει τοῦ Ἄθωνος, καὶ νεκρωθεὶς τῷ Θεῷ, τὸν κόσμον κατέλαβες· μέγας φανεὶς παμμάκαρ ἰσαπόστολος νέος, ἔστρεψας πλανωμένους εἰς ὁδοὺς τοῦ Κυρίου, διὸ θεόφρον Μάξιμε, ἡμῶν μνημόνευε». (Ἀπολυτίκιον).
ΙΓ. Ἡσυχαστής – Ποιμένας  και Διδάσκαλος.
                «Ὑπετάγης  τῷ Θεῷ,  καὶ ὑπετάγη σοι σοφέ, σαρκὸς τὰ πάθη καὶ ὁ νοῦς, τῆς ἀπαθείας τῷ φωτί, τῇ θεωρίᾳ τοῦ κρείτονος κατελάμθη· σοφίᾳ παιδευθείς, τὰ θεῖα πάσχων λαλεῖς, καὶ γέγονας ποιμήν, σώζων ἐκ πλάνης λαοὺς, Πνεύματος θείου ὤφθης δοχεῖον, τοῦ ἀπροσίτου καὶ θείου φωτός. Μάξιμε θεῖε…»
ΙΔ. Πηγή ὑδάτων ζωῆς διψώντων  καί πτωχῶν λαῶν - κοινωνός τῶν ἄθλων τῶν Ἀποστόλων καί Μαρτύρων - Ὁμολογητής.
                «Ὅσιε πάτερ, τοῦ Παρακλήτου φωτὶ ἐλαμφθείς, ποταμοὺς ὑδάτων ζωῆς ἀνέβλυσας, καὶ διψῶντας λαοὺς ἐνδείᾳ τηκομένους, εἰς λειμῶνας ζῶντας μετέβαλες· τὰ ἤθη δὲ τούτων ἀναπλάσας, λαὸν Κυρίου τούτους ἀπετέλεσας. Ἀποστόλων καὶ Μαρτύρων κοινωνήσας τοῖς ἄθλοις, ὁμολογίᾳ τὸν βίον σου ἐσφράγισας…».
ΙΕ. Φύλακας καί πρόβολος τῶν Ὀρθοδόξων θεσμῶν - κληρονόμος θεοφθόγγων ρητόρων - μιμητής  τῶν  θεοφθόγγων Ἁγίων Ἀποστόλων.
«Δεσμοῖς προ­σω­μί­λη­σας, καὶ φυ­λα­καῖς ζο­φε­ραῖς, ὡς φύ­λαξ καὶ πρό­βο­λος, τῶν ὀρ­θο­δό­ξων θε­σμῶν, θε­ό­σο­φε Μά­ξι­με…».
«Ρητόρων ἐδείχθης κληρονόμος, θεο­φθόγγων τῶν θείων Ἀποστόλων, τὴν τούτων ὁδὸν ἐβάδισας προθύμως, γράφων καὶ διδάσκων, τὸν Κύριον ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.(Ἀπό τόν Κανόνα τοῦ Ὄρθρου).
ΙΣΤ. Μυστικός θεολόγος, συγγραφέας  καί φιλόσοφος - ἰχνηλάτης  τῶν βημάτων τῶν Ὀρθοδόξων Πατέρων  καί μιμητής - σοφός συγγραφέας διδαγμάτων - δοχεῖον ἀρετῶν.
                «Ἀνακαθάρας σου τὸν νοῦν, ἐν πράξει καὶ θεωρίᾳ, θεολόγος ὄντως πάτερ ἐγένου, καὶ διδάγματα σοφά, συγγράφων διετέλεσας, καὶ ἐκκλησίας κόσμος, λαμπρὸς ἐδείχθης μακάριε». (Ἀπό τόν Κανόνα τοῦ Ὄρθρου).
«Ἰχνηλατῶν πάσῃ σπουδῇ, τοῖς βήμασι τῶν Πατέρων, μιμητὴς τούτων ἐδείχθης θεόφρον, καὶ ἐπ᾿ ὤμων τὸν Σταυρόν, ὁδὸν στενὴν διήνυσας, καὶ νῦν γῆν τῶν πρᾳέων, σὺν τούτοις Μάξιμε εἴληφας». (Ἀπό τόν Κανόνα τοῦ Ὄρθρου).
«Μετανοίας τοῖς πόνοις, πάθη καθηράμενος, ναὸς πανέντιμος, ὅλος τοῖς Πατρᾶσι μιμητὴς ἐχρημάτισας Ὅσιε, ἀρετῶν δοχεῖον, ὅλον σαυτὸν μεταμορφώσας, ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν τῇ χάριτι».
«Τῇ φιλοσόφῳ σπουδῇ σου, τὸν ἔξω  ἄνθρωπον,  ἐπλούτησας θεόφρον, καὶ  ἀσκήσει τὴν χάριν, τῶν θείων Ἀποστόλων ἔνδον λαβών, Ἐκκλησίας τὸ πλήρωμα, ταῖς διδαχαῖς σου, στηρίξας ἀθλητικῶς, ταύτας Μάξιμε ἐσφράγησας».
ΙΖ. Στέφανος, ἔπαινος καί καύχημα τῆς Μονῆς Βατοπαιδίου - παραμυθία καί διδάσκαλος τῶν Μοναχῶν - κήρυκας τῶν εὐσεβῶν - στῦλος τῆς Ὀρθοδοξίας.
«Χαίροις τῆς ἱερᾶς σου Μονῆς, στέφανος ὄντως ἔπαινός τε καὶ καύχημα, καὶ θεία παραμυθία, τῶν ἐν αὐτῇ μαθητῶν, οὓς διδάσκεις Πάτερ ἐκ τοῦ βίου σου, συνέσει κοσμούμενος, ἀρετῶν καταγώγιον· πρᾷος τῷ ὄντι, καὶ εὐθὺς τὴν προαίρεσιν, τοῖς αἰτοῦσί σε, τὰ σωτήρια ἔλεγες. Μάξιμε καρτερώτατε, οὐράνιε ἄνθρωπε, Ὀρθοδοξίας ὁ στῦλος, τῶν εὐσεβῶν κήρυξ γέγονας, παιδεύων διδάσκων, καὶ πρὸς θείαν  πολιτείαν τούτους ὡδήγησας». (Ἀπό τούς Αἴνους).
ΙΗ. Θεολόγος θεόληπτος - μύστης σοφότατος - «πύρινος γλῶσσα τάς αἱρέσεις φλογίζουσα» - μάχαιρα  ὀξύτατη  καί δίστομος.
«Ἔχων τὸν εὐσεβῆ λογισμόν, διαφερόντως τῶν παθῶν αὐτοκράτορα, ἐπέβης ἀνεπιστρέπτῳ, τῇ προαιρέσει ὀρθῶς, θείᾳ θεωρίᾳ διὰ πράξεως, θεολόγος θεόληπτος, μυστογράφος σοφώτατος, πύρινος γλῶσσα, τὰς αἱρέσεις φλογίζουσα, ὥσπερ μάχαιρα ὀξυτάτη καὶ δίστομος, πλάνας τὰς ἐκ τῆς Δύσεως, ἀνέτρεψας λόγοις σου, Μάξιμε θείων δογμάτων, ἡ ἀκριβὴς ἀναστήλωσις». (Ἀπό τούς Αἴνους).
ΙΘ. Ἁγνόν καταγώγιον (τόπος φιλοξενίας τοῦ θείου Πνεύματος καί τῆς σοφίας)  - κλίμαξ τῶν ἀρετῶν.
«Χαίροις  τὸ  τῆς  σοφίας  σεπτόν,  καὶ  Θείου  Πνεύματος ἁγνόν καταγώγιον, ἡ κλῖμαξ ἥν εἶδε τότε,  ὁ  Ἰακὼβ ἀρετῶν, ἃς ἐκτήσω Πάτερ ἱερώτατε· ἀγάπην τὴν κρείττονα, πρὸς Θεὸν συνεπλήρωσας, καὶ τὸν πλησίον, πρὸ σαυτοῦ σὺ τετίμηκας, τοῖς ποθοῦσι δὲ τὸν Χριστὸν πόθῳ ἔδειξας, Μάξιμε ἱερώτατε, φωτίζων τοῖς λόγοις σου, τὰς ἐκκλησίας στηρίζων, καὶ τῶν ἠθῶν τὴν ὀρθότητα, σφραγίσας τοῖς πόνοις, ὡς ἀπόστολός τις ἄλλος, τὴν μαρτυρίαν σου. (Ἀπό τούς Αἴνους).
Κ. Διδάσκαλος  καί Φωτιστής τῶν πλανεμένων λαῶν.
«Τὸ  κατ᾿  εἰκόνα  τηρήσας  ἀκέραιον, Μάξιμε πάτερ, πρὸς τὸ   καθ᾿   ὁμοίωσιν, δ’ ὡς δυνατὸν  προσπελάσας, υἱὸς  Θεοῦ πρεπόντως κεκλήρωσαι. Τῆς γὰρ φωνῆς Κυρίου, τοῦ Θεοῦ ἐπακούσας, «στήριξον τὸν ἀδελφόν σου», οὐκ ἔδωκας ὕπνον σοῖς ὀφθαλμοῖς. Τῆς δὲ κρείττονος ὁδοῦ, τὸ πέρας ἐκπληρώσας, τοῖς βορείοις ἀπεδήμησας λαοῖς, σκότει ἀγνωσίας καὶ ἀχλύει αἱρέσεων πεπλανημένοις· οὓς διδάσκων καὶ φωτίζων ἐπέστρεψας, πρὸς νομὰς σωτηρίους· φθόνῳ δὲ τοῦ ἐχθροῦ διασυρείς, φυλακαῖς πολυετὴς ἐκαρτέρησας, σφραγίσας σου τὸ ἔργον δι᾿ ὁμολογίας· καὶ νῦν ἐν οὐρανοῖς, τῶν πόνων σου τὰ ἔπαθλα κομιζόμενος, μνήσθητι καὶ ἡμῶν, τῶν εὐφημούντων σε».
Εὐχόμενος τό διά πρεσβειῶν  τοῦ  ἁγ. Μαξίμου ἔλεος  τοῦ  Θεοῦ  ἐπί  πάντας ἡμᾶς,
Πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Ἀθανασίου
Ἄρτα, Ἅγιον Πάσχα 2014.



[1] Ἀρχιμ. Ἐφραίμ Καθηγουμένου, «Ἐγκώμιο στόν Ἅγιο Μάξιμο τόν Γραικό»· Ἱερᾶς Μονῆς Βατοπεδίου, «Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Βατοπεδινός - Ὁ ἀκατάβλητος κήρυκας τῆς Πατερικῆς Παραδόσεως»· Περιοδικό ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ, φ. 20/Ἀπρίλιος-Ἰούλιος 2006, σελ.114 - 121.
[2] Κ. Τσιλιγιάννη, «Ἡρωελεγειακά Ἔπη τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ», Ἅγιο Ὄρος 1997, σελ. 11, 14 καί 17.
[3] Κ. Τσιλιγιάννη, «Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ - Παρακλητικός Κανόνας εἰς τόν Τίμιον Πρόδρομον», Ἅγιον Ὄρος 2001· Ἐπίμετρο, σελ. 74.
[4] Ἡ Ἐκκλησιαστική ὑμνογραφία εἶναι ἡ Λειτουργική καί λατρευτική ποίηση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί  ἔχει τίς  καταβολές της  στούς ὕμνους  καί τίς  ἔμετρες προσευχές τῆς πρωτοχριστιανικῆς περιόδου. Γιά τίς καταβολές καί τήν  ἐξέλιξή  της βλ. μεταξύ ἄλλων· Kumbacher, «Ἱστορία…», σελ. 644 - 720· Egon Wellesz, «A History of Byzantine Music and Hymnography»· Θ. Ξύδη, «Βυζαντινή Ὑμνογραφία», σελ. 5 - 30· Κ. Μητσάκη, «Βυζαντινή Ὑμνογραφία», σελ. 5 κ. ἑ.
[5] Βλ. μεταξύ ἄλλων· Gr. De Matons, «Liturgie et hymnographie kontakion et canon», DOP 34 – 35 (1980), σελ. 31 – 43· καί Π. Τρεμπέλα, «Ἐκλογή…», σελ. 37 κ. ἑξ.
[6] «Στή Βυζαντινή Ὑμνογραφία τό μέτρο  συνδέεται  μέ τό  μέλος, τό  ὁποῖο  εἶναι δυνατόν νά μεταβάλλει τήν ποιότητα τῶν συλλαβῶν (τονισμένες - ἄτονες), μέ  τόν  μουσικό  χρόνο  νά  αὐξάνει  σέ  κάθε  στίχο  τόν  ἀριθμό  τῶν  συλλαβῶν. Ὁ  συνδιασμός  αὐτός  δίνει  στούς  ὑμνογράφους  ἀπεριόριστες μουσικές  καί  μετρικές  δυνατότητες»·  Ἀρχιμ. Χερουβείμ Ἀποστόλου, «Ἡ Ἀσματική Ἀκολουθία  τοῦ  Ἁγίου Γερμανοῦ τῆς Ἀλάσκας», σελ. 103.
[7] Βλ. E. Wellesz, «A History of Byzantine Music and Hymnography», σελ. 75 - 76· Θ. Ξύδη, «Βυζαντινή Ὑμνογραφία», σελ. 45 - 48· Κ. Μητσάκη, «Βυζαντινή Ὑμνογραφία», σελ. 46 – 47· Π. Τρεμπέλα, «Ἐκλογή…», σελ. 46 – 47.
[8] Ἀρχιμ. Ἐφραίμ Καθηγουμένου, «Ἐγκώμιο στόν Ἅγιο Μάξιμο τόν Γραικό»…, σελ. 11.