Loading...

Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2014

ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ Ἰω. Καρδάση

            Το μήνα Σεπτέμβριο (στις 26), η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη ενός μεγάλου Αγίου Της, του Ιωάννη του Θεολόγου και Ευαγγελιστή. Ο Ιωάννης είναι μια πολύ μεγάλη μορφή της Εκκλησίας μας, είναι ένας από τους 12 Αποστόλους, ο μαθητής ο αγαπημένος του Ιησού. Η Εκκλησία του έχει απονείμει τον τίτλο του Θεολόγου, τίτλο που έχει απονείμει μόνο σε άλλους δυο Πατέρες (Γρηγόριο και Συμεώνα το Νέο) και τούτο γιατί έφτασε στο δοξασμό, στη θεωρία, δηλ. τη θέα του Θεού και την εμπειρία του αυτή κατέγραψε στα έργα του. Το κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο αποτελεί αποκλειστικά το ευαγγέλιο για το Θεό-Λόγο (το 2ο δηλ. πρόσωπο της Αγίας Τριάδος), με υψηλά δογματικά θέματα, που αποτελούν τα θεμέλια της Τριαδολογίας, του μυστηρίου δηλ. της ύπαρξης των τριών θείων προσώπων σε μία και την αυτήν ουσία.
            Το ιστορικό πρόσωπο του Ιωάννη, όπως άλλωστε και των άλλων μαθητών του Ιησού, χάνεται μέσα στους μύθους. Τα ιερά κείμενα είναι φειδωλά σε λεπτομέρειες για τη δράση των πρώτων Αποστόλων και ό,τι είναι γνωστό προέρχεται από τη χριστιανική παράδοση του 3ου αιώνα, που πλουτίζεται με μύθους, συχνά αλληλοσυγκρουόμενους. Αν και ο Ιωάννης, συγγραφέας Ευαγγελίου, Επιστολών και Αποκάλυψης, δίνει προσωπική μαρτυρία της εμπειρίας του, ωστόσο πολλές πληροφορίες για την ζωή του αντλούνται από τα κείμενα άλλων, κυρίως όμως από παραδόσεις και φήμες.
            Η επικρατέστερη εκδοχή για το ιστορικό πρόσωπο του Ιωάννη, τον προσδιορίζει ως Ιουδαίο την καταγωγή, υιό του Ζεβεδαίου και της Σαλώμης, θυγατέρας του «Μνήστορος Ιωσήφ» (επομένως ανιψιό του Ιησού Χριστού).  Μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του Ιάκωβο ακολουθεί το επάγγελμα του πατέρα του, που ήταν ψαράς. Όλες οι πηγές τονίζουν τη μεγάλη του ευσέβεια στην πατρογονική θρησκεία, καθώς και τη μαθητεία του, έφηβου ακόμη στο Μωσαϊκό Νόμο. Πηγαίνει στην έρημο του Ιορδάνη και γίνεται μαθητής του Ιωάννη του Προδρόμου (που ως γνωστόν ήταν δεύτερος εξάδελφος του Ιησού, διότι η Θεοτόκος και η Ελισάβετ, η μητέρα του Προδρόμου, ήταν πρώτες εξαδέλφες). Αργότερα και σε ηλικία 22 ετών, ακολουθεί τον Μεσσία στην λίμνη Γεννησαρέτ και έτσι μεταμορφώνεται από αλιέας ψαριών σε αλιέας ανθρώπων. Φαίνεται ότι πρέπει να είναι ο νεώτερος των μαθητών, γι’ αυτό τον αποκαλούν «παρθένο» και «ηγαπημένο». ΄Εχει οξύ χαρακτήρα και βροντερή φωνή, γι’ αυτό τον αποκαλούν «γιο της βροντής».
            Βρίσκουμε τον Ιωάννη στη Σταύρωση, όπου σε ηλικία 27 ετών του ανατίθεται η φροντίδα της Θεοτόκου, στην Αποκαθήλωση, στον ενταφιασμό του Ιησού, μαζί με τις Μυροφόρες μπροστά στον κενό τάφο και αργότερα μετά την Ανάσταση μέχρι και την Πεντηκοστή. Για τα επόμενα χρόνια οι μαρτυρίες είναι λίγες. Επτά με εννέα χρόνια ζει μαζί με την Θεοτόκο ως το 67 μ.Χ., οπότε μετά την Κοίμησή της έρχεται και μένει στην Έφεσο. Στο μεγάλο διωγμό του Αυτοκράτορα Δομητιανού, το 81, εξορίζεται στην Πάτμο, όπου παραμένει μέχρι την δολοφονία του Αυτοκράτορα, το 96. Ο διάδοχός του Νέρβας, ευνοϊκά διακείμενος προς τον Χριστιανισμό, διατάσσει την απελευθέρωσή του. Τότε είναι που θα επιστρέψει στην Έφεσο, όπου θα πεθάνει υπερεκατονταετής γύρω στο 104. Κατά την παράδοση διαισθάνεται το τέλος του και βγαίνει απ’ την πόλη, για να προσευχηθεί μαζί με τους επτά μαθητές του. Λέγεται, πως όρισε να ανοιχθεί λάκκος σε σχήμα σταυρού, έστρωσε τον μανδύα του και ξάπλωσε, την δε επόμενη ημέρα οι μαθητές δεν βρήκαν το σώμα του. Στην Έφεσο έγραψε το Ευαγγέλιό του και τρεις επιστολές: την πρώτη και εκτενέστερη προς τις Εκκλησίες της Μ. Ασίας, την δεύτερη προς την «Κυρία», όπως ονομάζει την Εκκλησία και την τρίτη προς κάποιον ονόματι Γάιο τον Πρεσβύτερο.
            Για την ζωή του στην Πάτμο και Έφεσο, υπάρχουν ορισμένα κείμενα που αποδίδονται στον μαθητή του Πρόχορο. Σ’ αυτά αναφέρεται η τρικυμία κατά την πλεύση προς Πάτμο και το θαύμα της γαλήνευσης των υδάτων, η θεραπεία του δαιμονιζόμενου γιού του Μύρωνα που τον φιλοξενεί, η αναμέτρηση του με τον μάγο Κύνωπα που βρίσκεται επικεφαλής των ιερέων του Απόλλωνα και η χειραγώγηση της νήσου Πάτμου στον Χριστό.
            Το ερημητήριο του Ιωάννη στην Πάτμο είναι μια σπηλιά κοντά στο λιμάνι. Παραμένει εκεί για 20 ημέρες και την εικοστή, ημέρα Κυριακή, σχίζεται ο βράχος και ακούγεται η φωνή του Ιησού. Κατ’ επιταγή του Κυρίου ο Ιωάννης θα υπαγορεύσει στον Πρόχορο την πλήρη οπτασία προφητειών του, την Αποκάλυψη. Σε κάθε περίπτωση, η Αποκάλυψη γράφτηκε σε μια εποχή σχεδόν απόλυτης ρωμαϊκής κυριαρχίας στην λεκάνη της Μεσογείου. Ο συγγραφέας της οραματιζόταν την πτώση της Ρώμης, δανειζόμενος σκηνές κοσμικής καταστροφής από την πρόσφατη πτώση της Ιερουσαλήμ. Το κείμενο της Αποκάλυψης απευθύνεται στις επτά Εκκλησίες της Μ. Ασίας. Πιθανόν, γιατί ο Ιωάννης τις γνώριζε. Αν και υποστηρίζεται η άποψη, πως η αναφορά είναι συμβολική και υπονοεί το σύνολο του Χριστιανισμού.
            Κατωτέρω, παρατίθενται τρεις μορφές της αρχής του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου. Η πρώτη, αφορά στο αρχαίο πρωτότυπο κείμενο, όπως έχει βρεθεί σε πάπυρο. Η δεύτερη, αφορά στην αρχαία τυπωμένη μορφή, που χρησιμοποιείται στη Λειτουργική και γενικά στις θ. Λειτουργίες. Η τρίτη, αφορά στη μετάφραση στη σύγχρονη νεοελληνική γλώσσα, που χρησιμοποιείται ενίοτε στις θ. Λειτουργίες, μετά την ανάγνωση στην αρχαία του μορφή.
ΤΟ ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
           Α/ στο αρχαίο πρωτότυπο κείμενο.
ΕΝΑΡΧΗΗΝΟΛΟΓΟC.ΚΑΙΟΛΟΓΟCΗΝΠΡΟCΤΟΝΘΕΟΝ.ΚΑΙΘΕΟCΗΝΟΛΟΓΟC.ΟΥΤΟCΗΝΕΝΑΡΧΗΠΡΟCΤΟΝΘΕΟΝ.ΠΑΝΤΑΔΙΑΥΤΟΥΕΓΕΝΕΤΟ.ΚΑΙΧωΡΙCΑΥΤΟΥΕΓΕΝΕΤΟΟΥΔΕΕΝΟΓΕΓΟΝΕΝ.ΕΝΑΥΤωΖωΗΗΝΚΑΙΗΖωΗΗΝΤΟΦωCTωΝΑΝΘΡωΠωΝ.ΚΑΙΤΟΦωCΕΝΤΗCΚΟΤΙΑΦΑΙΝΕΙ.ΚΑΙΗCΚΟΤΙΑΑΥΤΟΟΥΚΑΤΕΛΑΒΕ
                                                   (Πάπυρος 66, 150 μ.Χ.)
 Β/ στην αρχαία τυπωμένη μορφή.
1 ν ρχ ν Λγος, κα Λγος ν πρς τν Θεν, κα Θες ν Λγος.  2 Οτος ν ν ρχ πρς τν Θεν.  3 πντα δι' ατο γνετο, κα χωρς ατο γνετο οδ ν γγονεν.  4 ν ατ ζω ν, κα ζω ν τ φς τν νθρπων.  5 κα τ φς ν τ σκοτίᾳ φανει, κα σκοτα ατ ο κατλαβεν. (Ελληνική Βιβλική Εταιρεία, 1989).
         Γ/ στη σύγχρονη νεοελληνική γλώσσα.
1 Απ’ όλα πριν υπήρχε ο Λόγος κι ο Λόγος ήτανε με το Θεό, κι ήταν Θεός ο Λόγος.
2 Απ’ την αρχή ήταν αυτός με το Θεό.
3 Τα πάντα δι’ αυτού δημιουργήθηκαν
   κι απ’ όσα έγιναν τίποτα χωρίς αυτόν δεν έγινε.
4 Αυτός ήτανε η ζωή,
   και ήταν η ζωή αυτή το φως για τους
   ανθρώπους.
5 Το φως αυτό έλαμψε μέσα στου κόσμου το
   σκοτάδι, μα το σκοτάδι δεν το δέχτηκε.
                                        (Ελληνική Βιβλική Εταιρεία, 1989).

 

 

 

 

 

 

Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2014

ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΑΓΙΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ


 Συνέντευξη στόν Ἰστότοπο ΛΕΙΨΑΝΟΘΗΚΗ (www.leipsanothiki.blogspot.com)

Ἐρώτηση: κ. Καθηγητά, πότε ξεκίνησε ἡ συλλογή  ἁγίων Λειψάνων  καί  μέ ποιούς τρόπους ἀποκτήθηκε;

Ἀπάντηση: Ἡ συλλογή  ἁγίων Λειψάνων ξεκίνησε τό  ἔτος 1978, ὅταν μοῦ προσφέρθηκε «εὐλογίας χάριν», ἀπό Ὀρθόδοξο Ἱερομόναχο Γαλλικῆς  καταγωγῆς, ὁ  ὁποῖος  ἀσκοῦνταν  σέ  Ἡσυχαστήριο  τῶν Πυρηναίων, ἀπότμημα  τῶν  Ἱερῶν Λειψάνων  τοῦ  ἁγ. Μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος.
Οἱ κύριοι τρόποι ἀποκτήσεως τῶν Λειψάνων τῆς Συλλογῆς εἶναι πρωτευόντως ἡ δωρεά  καί  δευτερευόντως ἡ ἀνταλλαγή.
Σέ ὅτι ἀφορᾶ τό πρῶτο, καθ’ ὅλη τήν  διάρκεια  τῆς ἀκαδημαϊκῆς  μου  καρριέρας, πρόσφερα κάποιες πτωχές ὑπηρεσίες τοῦ ἀντικειμένου μου σέ νομικά ἐκκλησιαστικά πρόσωπα (Ναούς, Μονές, Μητροπόλεις) καί ἀσφαλῶς καί φυσικά πρόσωπα (Μητροπολίτες, Κληρικούς, Μοναχούς/χές καί λαϊκούς),   χωρίς νά ζητήσω ἤ νά δεχθῶ (ἐκτός ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων), κάποια οἰκονομικῆς φύσεως ἀμοιβή. Αὐτό εἶχε σάν συνέπεια νά μοῦ προσφέρονται «εὐλογίας χάριν» κάποια ἅγια Λείψανα, τά ὁποῖα ἀσφαλῶς  καί δεχόμουν σάν ἔκφραση  τῆς προνοίας τοῦ Θεοῦ.

Ἐρώτηση: Ἀπό ἐκκλησιαστικῆς καί νομικῆς πλευρᾶς, ἐπιτρέπεται ἡ προσφορά  καί  ἀποδοχή δωρεᾶς, καθώς καί ἡ ἀνταλλαγή ἁγίων Λειψάνων;

Ἀπάντηση: Πάνω  σ’ αὐτό  καί σέ συναφῆ θέματα (ἰδιοκτησία, ἀγορά/ πώληση), ἔχει  ἀπαντήσει ὁ διακεκριμένος Καθηγητής  τοῦ  Κανονικοῦ  Δικαίου Κων. Μ. Ράλλης, σέ ἀνακοίνωσή του στήν  Ἀκαδημία  Ἀθηνῶν  (βλ.  Πρακτικά  Ἀκαδημίας  Ἀθηνῶν, τ. 13, 1938, σελ. 30 - 42). Σύμφωνα μέ αὐτή, τά ἅγια Λείψανα:
Α. Ἐπιτρέπεται:
Νά  ἀνήκουν  σέ  φυσικό  πρόσωπο, κατά  κυριότητα    συγκυριότητα, ὅμως ὁ  ἰδιοκτήτης  τους  πρέπει  νά  ἀποφεύγει  κάθε  τί  πού  ἀπάδει  πρός  τήν  ἱερότητά  τους, νά  σέβεται  τίς  σχετικές  μέ  τά  Λείψανα  παραδόσεις  καί  διδασκαλίες  τῆς  Ἐκκλησίας, νά  παρακωλύει  τήν  βεβήλωσή  τους καί νά  διευκολύνει  τήν  τιμητική  τους  προσκύνηση.
Ἐπιτρέπεται ἀκόμη νά γίνουν ἀντικείμενο ἀγοραπωλησίας, νά ἀνταλλάσονται  μέ  ἄλλα  Ἅγια Λείψανα, νά γίνονται ἀντικείμενο  δωρεᾶς, χρησιδανείου καί προίκας, νά κληροδοτηθοῦν καί νά  μεταφερθοῦν σέ  ἄλλη  περιοχή, χάριν εὐλογίας, μέ τήν  ἄδεια τοῦ  ἐπιχωρίου Ἐπισκόπου.
Β. Ἀπαγορεύεται:
Νά  περιοδεύονται  "πρός  ἀργυρολογίαν" (βλ.  σχετικές  Ἐγκυκλίους  τῆς Ἱερᾶς  Συνόδου  τῆς  Ἐκκλησίας  τῆς  Ἑλλάδος, 1934 κ. ἑ.), νά  ἐκτίθενται  στήν  ἀγορά, νά  κατάσχωνται  γιά  τήν  πληρωμή  χρέους, ἰδιωτικοῦ    δημοσίου καί νά  ἀφαιροῦνται  ἀπό  τούς  τόπους  λατρείας, καθώς  καί  ὁποιαδήποτε  βλάβη  καί  φθορά  τους   (τό  ἄρθρο 374, ἐδάφιο  1 τοῦ Ποινικοῦ  Κώδικα καί τό  ἄρθρο  425 τοῦ Ποινικοῦ  Νόμου,  προβλέπουν  αὐστηρές  ποινές).
Χάριν ἐνημερώσεως ἀναφέρω, ὅτι τό ἀδιάφθορο Λείψανο  τοῦ ἁγ. Σπυρίδωνος ἐπ. Τριμυθοῦντος, ἦταν μέχρι πρότινος ἰδιοκτησία γνωστῆς Κερκυραϊκῆς οἰκογενείας (στά ἀρχεῖα τῆς Βενετίας ὑπάρχουν πολλά σχετικά ἔγγραφα).

 Ἐρώτηση: Πόσα Λείψανα περιλαμβάνει ἡ Συλλογή;

Ἀπάντηση: Ἡ ἀρχική δωρεά/προσφορά, ἀποτέλεσε  τήν  ἀρχή  μιᾶς  πολύ μεγάλης σειρᾶς δωρεῶν/προσφορῶν/ἀνταλλαγῶν, ὥστε νά φθάσουν σήμερα τά Λείψανα τῆς Συλλογῆς  τά 182.

Ἐρώτηση: Ἐπιτρέψτε μου μία δύσκολη ἐρώτηση. Πῶς εἶστε σίγουρος γιά τήν γνησιότητα ἑνός Λειψάνου;

Ἀπάντηση: Ἀνθρωπίνως  βεβαιότητα γνησιότητος ἑνός ἁγίου Λειψάνου ἀποτελεῖ ἡ  πηγή προελεύσεως. Συνήθως  τά μοναστήρια  μας εἶναι ἐγγυημένες πηγές. Σύμφωνα ὅμως μέ τήν προηγουμένως ἀναφερομένη ἀνακοίνωση  τοῦ Καθηγητοῦ Κ. Μ. Ράλλη, «ἡ γνησιότητα  τῶν ἁγίων Λειψάνων, ΔΕΝ ἀποδεικνύεται  ὑποχρεωτικά  ἀπό  τίς  βεβαιώσεις  πού  ἴσως  ἔχουν  οἱ  κάτοχοί  τους». Αὐτό παραπέμπει σε ἄλλου εἴδους «βεβαίωση γνησιότητος». Ἕνα ἅγιο Λείψανο «μαρτυρεῖ»  ἀπό  μόνο  του τήν γνησιότητά  του. Ἀναφέρομαι  στήν  εὐωδία  πού ἀναδίδει, μόνιμα ἤ εὐκαιριακά, καί στά θαύματα πού τελοῦνται.

Ἐρώτηση: Ἐννοεῖτε, ὅτι κατέχετε Λείψανα πού εὐωδιάζουν;

Ἀπάντηση: Ἀσφαλῶς. Σέ μόνιμη βάση εὐωδιάζει τό  ἀπότμημα  τοῦ Τιμίου Προδρόμου, τοῦ ἁγ. Μύρωνος Κυζίκου  καί  τοῦ  ἁγ. Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ. Μάλιστα τοῦ δευτέρου  ἡ εὐωδία γίνεται  ἀντιληπτή  ἀπό  ἀπόσταση μέτρων! Ἐκτάκτως ἔχει εὐωδιάσει τό ἀπότμημα  τοῦ  ἁγ. Μεγαλομάρτυρος Μηνᾶ (κατά  τήν Ἀκολουθία  τῆς μνήμης του, τόν Νοέμβριο  τοῦ 2000). Ὅμως, ἐπειδή  ἔχουμε  τήν  συνήθεια νά ἐκθέτουμε  τά  Λείψανα  τῶν  ἑορταζόντων  Ἁγίων  σέ  προσκύνηση, τήν  ἡμέρα  τῆς  μνήμης  τους, στόν Ἐνοριακό  μας  Ναό, ἐκεῖ  εὐωδιάζουν ὅλα, μέ  διαφορά  μόνο  στήν ἔνταση  καί  τήν  διάρκεια, καί  αὐτό γίνεται ἀντιληπτό ἀπό ὅλους  τούς  ἐκκλησιαζομένους  καί  κυρίως  ἀπό παιδιά! Μέ αὐτό  τόν  τρόπο ὁ ἑορταζόμενος Ἅγιος, μέ τήν εὐωδία δηλαδή  τοῦ σωματικοῦ του λειψάνου, φανερώνει  τήν  πνευματική του  παρουσία  μεταξύ  τῶν  πιστῶν  πού τιμοῦν  τήν μνήμη  του  καί  δι’ αὐτῆς  τόν  Ἴδιο  τόν  Θεό,  ὁ Ὁποῖος εἶναι «θαυμαστός  ἐν  τοῖς  Ἁγίοις Αὐτοῦ».

Ἐρώτηση: Ἔχουν συμβεῖ θαύματα;

Ἀπάντηση: Ὡς θαῦμα ὁρίζεται ἡ ὑπέρβαση τοῦ φυσικοῦ νόμου. Καί ὁ μόνος πού μπορεῖ νά ὑπερβεῖ τόν φυσικό νόμο, εἶναι αὐτός πού τόν ἔθεσε, δηλαδή ὁ Θεός. Ὁ Παντελεήμων Θεός, λοιπόν, κάνει θαύματα ὑπερβαίνοντας  τούς φυσικούς νόμους, «ἐπικαμπτόμενος τῇ πρεσβείᾳ τῶν Ἁγίων Του».
Ἐμεῖς προσωπικά ὅλα αὐτά τά χρόνια ὑπήρξαμε μάρτυρες πολλῶν θαυμάτων, κυρίως θεραπειῶν. Πολλοί  ἄνθρωποι ζήτησαν  νά ἐπισκεφθοῦν  τό  Παρεκκλήσιο (ὄχι τουριστικῶς, ἀλλά προσκυνηματικῶς) καί  νά  προσκυνήσουν  τό  Λείψανο συγκεκριμένου Ἁγίου  καί  κατά  τήν  πίστη τους ὁ  Θεός  οἰκονόμησε  τό  πρόβλημά  τους, πρός τό συμφέρον τῆς ψυχῆς τους.
Εἴχουμε τήν εὐλογία νά κατέχουμε ἀποτμήματα τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων Κοσμᾶ  καί Δαμιανοῦ τῶν Ρωμαίων. Ἐντελῶς συμπτωματικά, ἐπ’ ὀνόματί  τους  τιμᾶται  καί    Ναός  τῆς  Ἐνορίας  μας. Ἔτσι τά διαθέσαμε στήν Ἐνορία, ὅπου κατασκευάσθηκε εἰδική Λειψανοθήκη  καί «βαλιτσάκι ἐκστρατείας», μέ τό ὁποῖο ὁ Ἐφημέριος  τά  μεταφέρει  σέ  σπίτια  καί νοσοκομεῖα, ὅπου  ἀσθενεῖς  πιστοί  τά  ἔχουν  ἀνάγκη.

Ἐρώτηση: Ὑπάρχει κάποιος Ἅγιος τόν ὁποῖο ζητοῦν οἱ πιστοί περισσότερο  ἀπό ἄλλους;

Ἀπάντηση: Μάλιστα. Πρόκειται γιά τόν ἅγ. Παρθένιο ἐπ. Λαμψάκου, ὁ  ὁποῖος ἐλεήθηκε ἀπό τόν Θεό  μέ τό χάρισμα κατά τοῦ καρκίνου.

Ἐρώτηση: Ἡ πλήρης ἀναφορά τοῦ καταλόγου τῶν ἁγίων Λειψάνων, θά αὔξανε σημαντικά τόν ὄγκο  τῆς συνεντεύξεως, ὅμως θά μπορούσατε νά ἀναφέρετε κάποια ἐπιγραμματικά;

Ἀπάντηση: Ἔχω τήν αἴσθηση, ὅτι τά πιό  σημαντικά Λείψανα εἶναι  ἱερῶν προσώπων  πού σχετίζονται  μέ  τόν  Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό  καί  αὐτά  εἶναι  τοῦ Τιμίου Προδρόμου, τῆς  Θεοπρομήτορος Ἄννης, τοῦ Συμεών τοῦ Θεοδόχου, τῆς  Μυροφόρου Σαλώμης, Λαζάρου τοῦ Τετραημέρου, τῶν Εὐαγγελιστῶν Λουκᾶ  καί  Μάρκου, τοῦ  Ἀποστόλου  ἐκ τῶν ΙΒ’ Φιλίππου καί τῶν Ἀποστόλων ἐκ τῶν Ο’ Βαρνάβα καί Φιλήμονος.
Συνολικά κατέχουμε Λείψανα 55 Μαρτύρων (μεταξύ αὐτῶν Γεωργίου Τροπαιοφόρου, Δημητρίου Μυροβλύτου, Ἰακώβου Πέρσου, Βλασίου Σεβαστείας, Βαρβάρας, Παρασκευῆς, Χαραλάμπους, κ.ἄ.), 18 Ἱεραρχῶν (Τριῶν Ἱεραρχῶν, Ἰω. Ἐλεήμονος, Σπυρίδωνος Τριμυθοῦντος, Φλαβιανοῦ καί Νήφωνος ΚΠόλεως, Διονυσίου Ζακύνθου, Βησσαρίωνος Λαρίσης, Μακαρίου Νοταρᾶ, κ.ἄ.) καί 38 Ὁσίων (Ἀντωνίου τοῦ Μεγάλου, Παταπίου, Ἰωακείμ Νοτενῶν καί Ἰθακησίου, Δαβίδ Εὐβοίας καί πολλῶν Ἁγιορειτῶν, ὅπως Κοσμᾶ τοῦ Πρώτου).

Ἐρώτηση: Ὑπάρχει κάποια ὑπο-ομάδα πού νά παρουσιάζει γιά σᾶς ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον;

Ἀπάντηση: Μάλιστα, τά Λείψανα Ἁγίων τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας. Μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ κατέχουμε Λείψανα 32 Ρώσων Ἁγίων, ὅπως τῶν Σεραφείμ Σάρωφ, Ἀρτεμίου Βέρκολα, Ἰννοκεντίου Βενιαμίνωφ, Μητροφάνους Βορονέζ, Δημητρίου Ροστώφ, Ὁσίων Στάρετς τοῦ Γκλίνσκ καί τοῦ «παρ’ἡμῖν» Ἰωάννου τοῦ Ρώσου.

Ἐρώτηση: Ποιά εἶναι τά μεγέθη τῶν Λειψάνων τῆς Συλλογῆς;

Ἀπάντηση: Μία ἰδιωτική συλλογή, δέν μπορεῖ νά φιλοξενεῖ μεγάλα τμήματα, ἐφ’ ὅσον αὐτά  ἀποτελοῦν κειμηλιακή περιουσία κυρίως Μονῶν. Ἔτσι και ἡ Συλλογή  μας  διαθέτει κυρίως μικρά τμήματα, ἐκτός  ὡρισμένων περιπτώσεων. Γιά λόγους ἀσφαλείας  τά πολύ μικρά τμήματα ἔχουν ἐνσωματωθεῖ  σέ  ἐπιστήθιο ἱερατικό Σταυρό. Πρόκειται γιά ξυλόγλυπτο Σταυρό ἐξαιρετικῆς  τέχνης, δεμένο σέ ἀσήμι, ἔργο  ἑνός ἐξαιρετικά προικισμένου Γεωργιανοῦ καλλιτέχνη.
Στά «μεγάλα» ἅγια Λείψανα τῆς Συλλογῆς  περιλαμβάνονται:
Μία φάλαγγα χειρός  τοῦ  ἁγ. Ἀποστόλου Βαρνάβα.
Μέρος Κάρας ἑνός τῶν συνάθλων τοῦ  ἁγ. Ἱερομάρτυρος Βλασίου  τοῦ ἐν Σκλαβαίνοις.
Μέρος Κάρας  καί γνάθου  ἑνός  τῶν  14.000 Νηπίων.
Τμήματα μεγάλων ὀστῶν τῶν Ὁσιομαρτύρων τῶν Μονῶν ἁγ. Σάββα, Χοζεβᾶ καί ἁγ. Θεοδοσίου Ἱεροσολύμων.
Ἕνας σπόνδυλος  τοῦ  ὁσ. Λεοντίου τοῦ διά Χριστόν Σαλοῦ.
Ἕνας σπόνδυλος  τῆς  Ὁσιομάρτυρος Ἀγαθονίκης τῆς Κυπρίας.
Ἕνα γόνατο  καί μία κερκίδα τοῦ ὁσ. Γενναδίου τοῦ Κρητός.
Ἐρώτηση: Πού φυλάσσονται τά Λείψανα τῆς Συλλογῆς;

Ἀπάντηση: Ἡ ἐρώτηση ἔχει δύο σκέλη: Σέ τί φυλάσσονται (ἀντικείμενο)  καί  πού (τόπος). Τά μεγάλα Λείψανα φυλάσσονται σέ ξυλόγλυπτες Λειψανοθήκες. Τά μικρά τοποθετοῦνται ἀρχικά σέ μεταλλικά  πυξία (κουτάκια),  μέ  προστατευτικό τζάμι, ἰδίου σχήματος  καί μεγέθους, καί στή συνέχεια γιά φύλαξη σέ  ἐπίσης ξυλόγλυπτες  Λειψανοθήκες. Γιά τήν  μεταφορά  καί  ἔκθεσή  τους  στόν  Ναό, ἔχουν  κατασκευασθεῖ δύο ἀντίστοιχες ξυλόγλυπτες Λειψανοθήκες.
Ὅλα τά Λείψανα φυλάσσονται  στό  Παρεκκλήσιο  τῆς  ὁσ. Ξένης  τῆς  διά Χριστόν Σαλῆς, τό ὁποῖο ἄλλωστε  κατασκευάσθηκε  γιά  τόν  σκοπό  αὐτό.

Ἐρώτηση: Εἶναι ἐπισκέψιμο τό Παρεκκλήσιο;

Ἀπάντηση: Ναί, κατόπιν συννενοήσεως  καί  ὑπό προϋποθέσεις. Ὅπως ἀντιλαμβάνεσθε, γιά λόγους  ἀσφαλείας πρέπει νά εἴμεθα πολύ προσεκτικοί.

Ἐρώτηση: Ἀπό δημοσιεύματα στό Διαδύκτιο  τῆς  Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κηθύρων, πληροφορηθήκαμε τήν δωρεά ἀπό πλευρᾶς σας ἀποτμήματος τοῦ ἁγ. Μύρωνος Κυζίκου, προστάτου τῶν Ἀντικηθύρων, γιά  τό  ἐκεῖ  Ἱερό Προσκύνημα. Πῶς ἔγινε αὐτό;

Ἀπάντηση: Ἐντελῶς τυχαῖα πληροφορηθήκαμε, ὅτι ὁ Σεβ. Μητροπ. Κηθύρων κ. Σεραφείμ, εἶχε  ἀπευθυνθεῖ  ἀπό  3ετίας  σέ  κάποια  μονή, ὅπου  ὑπάρχει  τό  μοναδικό  ἐξακριβωμένο  Λείψανο  τοῦ  ἁγ. Μύρωνος Κυζίκου και εἶχε ζητήσει ἀπότμημα γιά τό Προσκύνημα τῶν Ἀντικηθύρων (θά μοῦ  ἐπιτραπεῖ  νά  μήν  ἀναφέρω περισσότερα στοιχεῖα, γιά  εὐνοΐτους λόγους), ὅμως  δεν  ἔτυχε ἱκανοποιήσεως, οὔτε κἄν ἀπαντήσεως. Ἐμεῖς εἴχαμε στή Συλλογή μας  εὐωδιάζον  ἀπότμημα  τοῦ  Ἱερομ. Μύρωνος  ἤδη  ἀπό  τό  ἔτος 1979 (ἦταν ἀπό τά πρῶτα ἀποκτήματα), προερχόμενο  ἀπό τήν προσωπική συλλογή  τοῦ  Πατριάρχου Ἱεροσολύμων Νικοδήμου  (+ 1890), ὁ  ὁποῖος εἶχε γεννηθεῖ  στήν Κύζικο (περί τοῦ τρόπου ἀποκτήσεως κ.λ.π. ἀναφερόμεθα  στό  ἐπίσημο ἔγγραφό  μας  πρός  τόν  Μητρόπολη Κηθύρων)  καί  ἀποφασίσαμε  τήν  δωρεά  του, χάριν  τῶν  μόλις  45  κατοίκων  τῆς  ἀκριτικῆς  αὐτῆς  νήσου.
Εἶναι  ἀλήθεια, ὅτι    Μητρόπολις  καί    Δημοτική  Ἀρχή τῶν Κηθύρων, στό  πρόσωπο τοῦ  Μητροπολίτου  κ. Σεραφείμ  καί  τοῦ  Δημάρχου  κ. Στράτου Χαρχαλάκη, τίμησαν ἰδιαιτέρως  τό Λείψανο. Κατασκευάσθηκε ὡραιότατη Λειψανοθήκη, μέ  ἁγιογραφίες  τῆς  Ἱερᾶς Μονῆς  ἁγ. Πάντων Σετσῶν, καθ’ ὅλη  τήν  διάρκεια  τῆς  Μεγάλης  Τεσσαρακοστῆς  τ. ἔ. 2014, ὁ  Σεβασμιώτατος  τό  περιέφερε χάριν εὐλογίας, σέ ὅλες  τίς  ἐνορίες τῶν Κηθύρων  και  την  Τρίτη  τοῦ  Πάσχα  μεταφέρθηκε  μέ τιμές  στά  Ἀντικήθυρα.

Ἐρώτηση: Πῶς εἶναι μία ἡμέρα σέ ἕναν χῶρο πού φυλάσσονται τόσα Λείψανα;

Ἀπάντηση: Δέν ὑπάρχει κάποια  ἰδιαιτερότητα. Ἡ ζωή τοῦ Χριστιανοῦ  στήν καθημερινότητά  της εἶναι ἴδια. Τό Εὐαγγέλιο ἰσχύει γιά ὅλες τίς  ἡμέρες  καί γιά ὅλες τίς ὥρες. Στό Παρεκκλήσιο τελοῦνται συχνά Θείες Λειτουργίες, καίει ἀκοίμητη κανδήλα, στίς ὥρες τῆς προσευχῆς, ἀτομικῆς καί κοινῆς, ἀνάβουν λαμπάδες ἁγνοῦ κεριοῦ καί προσφέρεται θυμίαμα καί στίς ἡμέρες μνήμης τά Λείψανα ἐκτίθενται σέ προσκύνηση καί - ὅπως προαναφέρθηκε - μεταφέρονται  στήν  ἐνορία γιά  κοινή  προσκύνηση.

Ἐρώτηση: Ἐπιρρέασε σέ κάτι  τήν  ζωή σας    συλλογή  τόσων  ἁγίων Λειψάνων;

Ἀπάντηση: Ἀσφαλῶς. Γέννησε  στήν  ψυχή  μου  τήν  ἀγάπη  γιά τούς  Ἁγίους  τοῦ  Θεοῦ. Αὐτό εἶχε σάν πρώτη συνέπεια εἰδικευμένες σπουδές πάνω  στήν  Ἁγιολογία  καί  στή  συνέχεια συστηματική  ἐνασχόληση  μέ τήν  Ἁγιολογία (σέ  ἐπίπεδο μελέτης  καί  συγγραφῆς)  καί  τήν  Ὑμνογραφία. Ἐπιγραμματικά  θά ἔλεγα, ὅτι ἡ Συλλογή  τῶν ἁγίων Λειψάνων (στό ἀρχικό της τμῆμα), δημιούργησε  τό Κέντρο Ἁγιολογικῶν Μελετῶν καί αὐτό στή συνέχεια δημιούργησε τήν Συλλογή στό σύνολό της, τό Παρεκκλήσιο  καί μία πολύ  ἀξιόλογη ἁγιολογική βιβλιοθήκη 3.000 τίτλων περίπου.

Ἐρώτηση: Καί κάτι τελευταῖο. Μετά τόν θάνατό σας αὐτή ἡ συλλογή  τί θά ἀπογίνει;

Ἀπάντηση: Μέ τήν χάρι τοῦ Θεοῦ αὐτό ἔχει προβλεφθεῖ. Δέν πρέπει νά διαφεύγει τῆς προσοχῆς μας, ὅτι ὅλα τά ἀνθρώπινα ἔργα χωλαίνουν  στό θέμα τῆς διαδοχῆς. Γι’ αὐτό, ἄν μετά  ἀπό  μᾶς  τό  Κέντρο  Ἁγιολογικῶν Μελετῶν  πάψει  νά ὑφίσταται, ἡ Συλλογή  συνολικῶς  θά  δωρηθεῖ  σέ  Μονή, ὅπου  θά  συνεχίσει  τήν  «πορεία»  της.

 

 

Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2014

Η ΑΓΙΑ ΣΤ' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ Ἰω. Καρδάση

        Η ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος συνεκλήθη το 680 (7.11.680-17.11.681) στην ΚΠολη από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Δ΄ Πωγωνάτο, με σκοπό την καταδίκη της αίρεσης του Μονοθελητισμού και Μονοενεργητισμού. Στη Σύνοδο μετείχαν 174 Επίσκοποι, μεταξύ των οποίων οι: ΚΠόλεως Γεώργιος, οι αντιπρόσωποι του Πάπα Αγάθωνα, Πρεσβύτεροι Θεόδωρος και Γεώργιος και ο Διάκονος Ιωάννης, ο Αντιοχείας Μακάριος με τον μαθητή του Στέφανο (που καθηρέθησαν ως αιρετικοί), ο νεοεκλεγείς Αντιοχείας Θεοφάνης, ο αντιπρόσωπος του Αλεξανδρείας Πρεσβύτερος Πέτρος, ο αντιπρόσωπος του Ιεροσολύμων Πρεσβύτερος Γεώργιος, τρεις Ιταλοί Επίσκοποι (Πόρτου, Πατέρνου, Ρηγίου), οι Εφέσου Θεόδωρος, Ηρακλείας Σισίννιος, Κυζίκου Γεώργιος, Νικομηδείας Πέτρος, Νικαίας Φώτιος, Χαλκηδόνος Ιωάννης κ.ά.
            Οι εναπομείναντες Μονοφυσίτες δίδασκαν, ότι ο Χριστός είχε μια θέληση και μια ενέργεια και η διδασκαλία αυτή είναι γνωστή ως Μονοθελητισμός και Μονοενεργητισμός. Ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος στράφηκε σ’ αυτούς επωφελούμενος από την απελευθέρωσή τους από τους Πέρσες, αλλά και από τον επαπειλούμενο Αραβικό κίνδυνο. Οι Μονοφυσίτες όμως εδέχοντο με την προϋπόθεση να δεχτούν οι Ορθόδοξοι, ότι ο Χριστός έχει μια θέληση και μια ενέργεια. Ο Ηράκλειος ζήτησε τη συμβουλή του Σύρου Πατριάρχη ΚΠόλεως Σέργιου, ο οποίος συγκατένευσε και μάλιστα συμπαρέσυρε και τους Ρώμης Ονώριο, Φαράν Θεόδωρο και Φάσιδος Κύρο.
            Ο Ηράκλειος έπεισε τους Επισκόπους βασιζόμενος στη διδασκαλία του Διονυσίου Αρεοπαγίτη για τη μια «θεανδρική ενέργεια» του Χριστού. Γράφει ο άγιος Διονύσιος σε επιστολή του στον μοναχό Γάιο (Δ΄): «Και το λοιπόν, ου κατά Θεόν τα θεία δράσας, ου τα ανθρώπεια κατά άνθρωπον, αλλ’ ανδρωθέντος θεού, καινήν τινα την θεανδρικήν ενέργειαν ημίν πεπολιτευμένος». Κατά τον Αντιοχείας Σεβήρο πρόκειται για μια ενέργεια, ενώ για τον άγιο Διονύσιο (ψευδο-Διονύσιο) είναι δυο, που εκφράζεται ως μια θεανθρώπινη ενέργεια.
Μια παραπλήσια διατύπωση βλέπουμε και στον δικό μας Καθηγητή Π. Χρήστου: Στο έργο του, Εκκλησιαστική Γραμματολογία, καταγράφει: «Κατά ταύτα ο Χριστός, ως συνιστάμενος εκ δυο φύσεων, έχει δυο φυσικά θελήματα, ως αποτελών δε ενιαίον πρόσωπον έχει ενιαίον γνωμικόν θέλημα, ενιαίαν δύναμιν εκλογής». Στο κείμενο αυτό υπάρχει μια σύγχυση. Ο Χριστός παρουσιάζεται έχοντας «ενιαίο πρόσωπο». Αυτή η έκφραση είναι απαράδεκτη και φυσικά μπορεί να δημιουργήσει χίλιες δυο παρερμηνείες και νεστοριανικές παραστάσεις. Το δόγμα της Χαλκηδόνας λέγει ότι ο Χριστός έχει ένα πρόσωπο, ενώ το «ενιαίο» είναι κάτι άλλο και ανήκει μάλλον στο Νεστοριανισμό. Έπειτα εκτός από το «ενιαίο», υπάρχει και «ενιαίο γνωμικό θέλημα», οπότε ο Χριστός παρουσιάζεται να έχει τρία θελήματα: δυο φυσικά και ένα «ενιαίο γνωμικό θέλημα». Η πατερική όμως θεολογία απορρίπτει το γνωμικό θέλημα, ως θέλημα του Χριστού.
            Ο Ηράκλειος εξέδωσε το 638 διάταγμα, την «Έκθεση», με το οποίον επέβαλλε τον Μονοθελητισμό και απηγορεύετο κάθε συζήτηση γύρω από τις δυο θελήσεις. Το διάταγμα αποδέχθηκαν οι ΚΠόλεως Σέργιος, Αλεξανδρείας Κύρος, Αντιοχείας Μακάριος, ενώ αντετάχθη ο Ιεροσολύμων Σωφρόνιος με τη Συνοδική επιστολή του 634, την οποία  Συνοδική αυτή επιστολή ενέκρινε η Σύνοδος και την ψήφισε, ως αυθεντικό δογματικό κείμενο.
            Εκτός του αγίου Σωφρονίου, αγώνα κατά του Μονοθελητισμού ανέλαβε και ο άγιος Μάξιμος Ομολογητής με τη βοήθεια της Ρώμης, στο πρόσωπο των Παπών Θεοδώρου Α΄, Ιωάννη Δ΄, που καταδίκασε την αίρεση με τη Σύνοδο της Ρώμης το 641, Μαρτίνου Α΄, Ευγένιου Α΄ και Βιταλιανού, εκ των οποίων ο τρίτος καταδίκασε τον Μονοθελητισμό στη Σύνοδο του Λατερανού το 649 και εκ του λόγου αυτού μαρτύρησε. Ο ΚΠόλεως Πέτρος είχε μάλιστα διακόψει κοινωνία με τη Ρώμη, λόγω της απόρριψης της αίρεσης από αυτήν.
            Ο νέος Αυτοκράτορας Κώνστας Β΄ και αφού οι χώρες των Μονοφυσιτών είχαν καταληφθεί από τους Άραβες απέσυρε την «Έκθεση» του Ηράκλειου, εκδίδοντας τον «Τύπον», που απαγόρευε κάθε θεολογική συζήτηση για μια ή δυο θελήσεις, χωρίς όμως να επιτύχει ειρήνευση στη διαμάχη αυτή.
             Οι Πάπας Μαρτίνος και Μάξιμος Ομολογητής συνελήφθησαν και δικάστηκαν στην ΚΠολη, γιατί αρνήθηκαν τον «Τύπον». Και οι δυο εξορίσθηκαν και απέθαναν από τις κακουχίες. Μετά τη δολοφονία του Κώνσταντα Β΄, ανέλαβε ο Κων/νος Δ΄ Πωγωνάτος, ο οποίος αποφάσισε τη σύγκλιση Οικουμενικής Συνόδου το 680, για την καταδίκη του Μονοθελητισμού.
            Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονισθεί η συμβολή του Πάπα Αγάθωνα στην προετοιμασία της Συνόδου. Έτσι καταγράφεται, ότι Ρώμης άγιος Αγάθωνας (20 Φεβρουαρίου) (678-681), με την ευκαιρία που του δόθηκε, άσκησε και τόνισε ιδιαίτερα το Πρωτείο εξουσίας. Επί ποιμαντορίας του καταργήθηκε η «λογία» (Κορ. Α΄ 16. 1) για την επικύρωση της εκλογής του από τον Αυτοκράτορα. Έκτοτε, η επικύρωση δεν συνοδευόταν από το τεράστιο χρηματικό ποσό που δινόταν στον Αυτοκράτορα για την επικύρωση αυτή (σιμωνία;). Ενεργοποίησε την επιστολή του Κων/νου Δ΄ Πωγωνάτου, για τη σύσταση θεολογικών επιτροπών Ανατολικών και Δυτικών και την επίλυση του σχίσματος της Ραβέννας και της αίρεσης του Μονοενεργητισμού. Επ’ αυτών των θεμάτων παρακαλούσε ο Αυτοκράτορας τον Πάπα να συγκαλέσει Οικουμενική Σύνοδο για την επίλυσή τους. Ο Πάπας δέχθηκε τη πρόταση και συγκάλεσε τοπική Σύνοδο στη Ρώμη για την προετοιμασία της Οικουμενικής Συνόδου, η οποία συνεκλήθη στην Κων/πολη ως ΣΤ΄ Σύνοδος και καταδίκασε τον Μονοθελητισμό και Μονοενεργητισμό.
            Η Σύνοδος ξεκίνησε τις εργασίες της στις 7 Νοεμβρίου 680 και τις τερμάτισε στις 16 Σεπτεμβρίου 681, καταδίκασε δε τον Μονοθελητισμό, δηλ. ότι υπάρχει μια θέληση και μια ενέργεια στο Χριστό  και αναθεμάτισε τους πρωτεργάτες Πάπα Ρώμης Ονώριο Α΄, Πέργης Απέργιο και κάποιο Πολυχρόνιο, Πατριάρχες ΚΠόλεως Σέργιο, Πύρρο, Παύλο, Πέτρο, Αλεξανδρείας Κύρο, Αντιοχείας Μακάριο και το μαθητή του Στέφανο και Φαράν Θεόδωρο, μετά των οπαδών αυτών. Βάση της δογματικής διδασκαλίας και θεολογίας της ΣΤ΄ Οικουμενικής αποτελεί η Δογματική και Χριστολογική διδασκαλία του αγίου Μαξίμου, δηλ. ότι στο Χριστό υπάρχουν δυο φυσικά θελήματα και ενέργειες και ότι δεν υπάρχει γνωμικό θέλημα σ’ αυτόν.
            Η Σύνοδος επικύρωσε τις προηγούμενες πέντε Οικουμενικές Συνόδους, θεώρησε δε εαυτήν ως Οικουμενικήν. Εξέδωσε Όρο Πίστεως, στον οποίο καθορίζονται σαφώς οι δυο φυσικές θελήσεις και οι δυο φυσικές ενέργειες του Χριστού «αδιαιρέτως, ατρέπτως, αμερίστως, ασυγχύτως» λογιζόμενες. Δεν έχει δε κανένα γνωμικό θέλημα, διότι τούτο (κατά τον άγιο Μάξιμο) είναι κατώτερος βαθμός ελευθερίας, διότι επιτρέπει και τη «γνωμική» αμαρτία. Τη διδασκαλία του αγίου Μαξίμου (που βασίζεται στους προ αυτού Πατέρες, κυρίως Μ. Αθανάσιο και Καππαδόκες) ακολούθησε κατόπιν και ο άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός. Έτσι, στο ένα πρόσωπο του Χριστού, τη θεότητα, αποδίδονται ιδιώματα των δυο φύσεων, της κτιστής και της άκτιστης, της παθητής και της απαθούς. Η ένωση του Λόγου με τη σάρκα έγινε δια μέσου του νου.
            Ο Πάπας Λέων Β΄ βεβαίωσε και δέχθηκε όλα όσα έκαμε η Σύνοδος και μάλιστα αναφέρει, ότι η Σύνοδος επικύρωσε, όσα προηγούμενως είχε αποφασίσει παρόμοια Σύνοδος στη Ρώμη, αναθεματίζει δε και ο ίδιος τον προκάτοχό του Ονώριο «ο οποίος αυτή την αποστολική (Ρωμαϊκή) Εκκλησία δεν φώτισε με τη διδασκαλία της αποστολικής παραδόσεως, αλλά άφησε την άσπιλη πίστη να μιανθεί με τη βέβηλη προδοσία» (Mansi XI, 733A, 1055)! Οι Πάπες Ιωάννης Δ΄, Θεόδωρος και άγιος Αγάθωνας παραβλέπουν την καταδίκη του, ως αιρετικού, ο δε Αδριανός Β΄ προσπαθεί να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Τελικά, η Α΄ Βατικανή σύνοδος (1870) απάλλαξε τον Ονώριο της κατηγορίας και κήρυξε το δόγμα, για το Παπικό «αλάθητο».
            Ο επόμενος Αυτοκράτορας Ιουστινιανός Β΄ Ρινότμητος υποστήριξε τα της ΣΤ΄ Οικουμενικής, ο ίδιος δε συγκάλεσε το 691 μεγάλη Σύνοδο από 215 Επισκόπους, οι οποίοι υπέγραψαν τις συνοδικές αποφάσεις της ΣΤ΄ και ασχολήθηκαν μόνο με κανονικά ζητήματα, θεωρείται δε αυτή, ως συνέχεια των Ε΄ και ΣΤ΄ Οικουμενικών Συνόδων, οι οποίες δεν εξέδωσαν κανένα κανόνα, αναφέρεται δε ως Πενθέκτη Οικουμενική ή συνέχεια της ΣΤ΄ Οικουμενικής. Εξέδωσε 102 Ι. Κανόνες, ορισμένοι των οποίων καταφέρονται κατά πρακτικών της Εκκλησίας της Ρώμης (αγαμία κλήρου, νηστεία Σαββάτου κ.λπ.), τους οποίους υπέγραψαν και οι αποκρισάριοι του Πάπα, πλην όμως αργότερα οι Επίσκοποι Ρώμης δεν αποδέχτηκαν. Αναφέρεται, ότι όταν ο Πάπας Κων/νος Α΄ επισκέφθηκε το 711 την ΚΠολη, ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός Β΄ τον υποδέχτηκε γονατίζοντας μπροστά του, προφανώς, ως ένδειξη υποταγής με την προοπτική της υπογραφής των Κανόνων της Πενθέκτης. Πράγματι, ο Πάπας υπέγραψε τους μισούς Κανόνες της Πενθέκτης (αυτούς που τον συνέφεραν), πάντως όχι και εκείνον, που έδιδε στον ΚΠόλεως τα ίσα πρεσβεία τιμής με εκείνα της Ρώμης (λς΄ κανόνας).
            Είναι αξιοσημείωτο, ότι η Σύνοδος αυτή άλλαξε την αρχή χρονολόγησης, που υπήρχε μέχρι τότε και είχε καθιερωθεί από την Α΄ Οικουμενική και ήταν από του θανάτου του Μ. Αλεξάνδρου. Έτσι:     Η Εκκλησία μέχρι της Πενθέκτης Οικουμενικής δεν είχε επίσημα καθορίσει σημείον αναφοράς ως αρχής χρονολόγησης. Βλέπουμε βέβαια, στην Α΄ Οικουμενική τη χρονολόγηση από Αλεξάνδρου. Έτσι, για πρώτη φορά στον γ΄ κανόνα της Πενθέκτης βρίσκουμε αρίθμηση από Κτίσεως Κόσμου (και όχι από Χριστού γεννήσεως) ως έτος 6199 από κτίσεως κόσμου (691 μ.Χ.), θέτουσα έτσι, ως έτος κτίσεως του κόσμου, το έτος 5508 π.Χ: «….. ώστε, τους μεν δυσί γάμοις περιπαρέντας, και μέχρι της πεντεκαιδεκάτης του διελθόντος Ιανουαρίου μηνός της παρελθούσης τετάρτης Ινδικτιώνος, έτους εξακισχιλιοστού εκατοστού εννενηκοστού εννάτου, δουλωθέντας τη αμαρτία, και μη εκνήψαι ταύτης προελουμένους, καθαιρέσει κανονική υποβαλείν». Η αρίθμηση αυτή από Κτίσεως Κόσμου διήρκεσε επί 1000 περίπου χρόνια, στην Ανατολή, μέχρις ότου, το Πατριαρχείο ΚΠόλεως το άλλαξε (αλλάζοντας τον προσδιορισμό χρονολόγησης από Κτίσεως Κόσμου σε χρονολόγηση από Χριστού γεννήσεως) με τον Κύριλλο Α΄ Λούκαρι. Το ερώτημα είναι αν μια Πατριαρχική Σύνοδος μπορεί να αλλάξει χρονολόγηση, που υπάρχει σε Κανόνα μιας Οικουμενικής Συνόδου.
            Ο επόμενος Αυτοκράτορας Βαρδάνης Φιλιππικός άλλαξε στάση προς το Μονοθελητισμό. Σύνοδος στην ΚΠολη (υπό τον ΚΠόλεως Ιωάννη) καταδίκασε την ΣΤ΄ Οικουμενική και αποκατέστησε το Μονοθελητισμό. Η Ρώμη αντέδρασε και η προσπάθεια απέτυχε. Ο νέος Αυτοκράτορας Αναστάσιος Β΄ συγκάλεσε Σύνοδο στην ΚΠολη, η οποία καταδίκασε το Μονοθελητισμό και αποκατέστησε την ΣΤ΄ Οικουμενική.
            Μεγάλο ρόλο στη Σύνοδο έπαιξε και η εγκύκλιος του Ιεροσολύμων Σωφρόνιου (634-638), για την Χριστολογία των δυο φύσεων, δυο θελήσεων και δυο ενεργειών, που είχε σαφέστατα διατυπωθεί στην εγκύκλιό του αυτή. Σ’ αυτήν διατυπώνεται επίσης για πρώτη φορά ξεκάθαρα η θεότητα του αγίου Πνεύματος, ότι είναι φως εκ φωτός, Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού, καθώς και  η ομοουσιότητα με τον Πατέρα: «Πιστεύω τοίνυν, μακάριοι, καθάπερ αρχήθεν πεπίστευκα, εις ένα Θεόν, πατέρα, παντοκράτορα, άναρχον παντελώς και αϊδιον, πάντων ορατών τε και αοράτων ποιητήν. Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον μονογενή, τον αϊδίως και απαθώς εξ αυτού γεννηθέντα του Θεού και Πατρός και ουκ άλλην αρχήν ή τον Πατέρα γινώσκοντα, αλλ’ ουδέ αλλόθεν πόθεν ή εκ του Πατρός την υπόστασιν έχοντα, φως εκ φωτός ομοούσιον, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού συναϊδιον. Εις εν Πνεύμα άγιον, το εκ Θεού Πατρός εκπορευόμενον, το φως και Θεόν και αυτώ γνωριζόμενον, και ον αληθώς Πατρί και Υιώ συναϊδιον, ομοούσιόν τε και ομόφυλον, και της αυτής ουσίας και φύσεως, και ωσαύτως δε και θεότητος». Όσα αναφέρονται στην εγκύκλιο αυτή έγιναν δεκτά από τους πατέρες της ΣΤ΄ Οικουμενικής.
            Η Σύνοδος επίσης, για πρώτη φορά αναφέρει δι’ εαυτήν ότι δογμάτισε «απλανώς» (και όχι «αλαθήτως»). Ο όρος «απλανής και απλανώς» χρησιμοποιείται στην Ορθόδοξη παράδοση. Οι Σύνοδοι και οι Πατέρες δογμάτισαν «απλανώς» και όχι «αλαθήτως». Πρβλ. Mansi XI, 632A: «όρον εξεφώνησαν απλανή» και 632D: «και τη των αγίων και εκκρίτων πατέρων απλανώς ευθεία τρίβω κατακολουθήσασα……….».
Ο όρος πίστεως της Συνόδου
«Επομένη ταις τε αγίαις και Οικουμενικαίς πέντε Συνόδοις και τοις αγίοις και εγκρίτοις Πατράσι και συμφώνως ορίζουσα, ομολογεί τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, τον αληθινόν Θεόν ημών, τον ένα της αγίας, ομοουσίου και ζωαρχικής Τριάδος, τέλειον εν θεότητι και τέλειον τον αυτόν εν ανθρωπότητι, Θεόν αληθώς και άνθρωπον αληθώς τον αυτόν εκ ψυχής λογικής και σώματος, ομοούσιον τω Πατρί κατά την θεότητα και ομούσιον ημίν τον αυτόν κατά την ανθρωπότητα, κατά πάντα όμοιον ημίν χωρίς αμαρτίας. τον προ αιώνων μεν εκ Πατρός γεννηθέντα κατά την θεότητα, επ’ εσχάτων δε των ημερών τον αυτόν δι’ ημάς και δια την ημετέραν σωτηρίαν εκ Πνεύματος αγίου και Μαρίας της παρθένου, της κυρίως και κατ’ αλήθειαν Θεοτόκου, κατά την ανθρωπότητα. ένα και τον αυτόν Χριστόν, υιόν, κύριον, μονογενή, εν δυο φύσεσιν ασυγχύτως, ατρέπτως, αχωρίστως, αδιαιρέτως γνωριζόμενον, ουδαμού της των φύσεων διαφοράς ανηρημένης δια την ένωσιν, σωζομένην δε μάλλον της ιδιότητος εκατέρας φύσεως, και εις εν πρόσωπον και μιαν υπόστασιν συντρεχούσης, ουκ εις δυο πρόσωπα μεριζόμενον ή διαιρούμενον, αλλ’ ένα και τον αυτόν μονογενή Θεού Λόγον, Κύριον Ιησούν Χριστόν, καθάπερ άνωθεν οι προφήται περί αυτού και αυτός ημάς Ιησούς ο Χριστός εξεπαίδευσε και το των αγίων Πατέρων ημίν παραδέδωκε σύμβολον.
Και δυο φυσικάς θελήσεις, ήτοι θελήματα, εν αυτώ και δυο φυσικάς ενεργείας αδιαιρέτως, ατρέπτως, αμερίστως, ασυγχύτως, κατά την των αγίων Πατέρων διδασκαλίαν ωσαύτως κηρύττομεν. και δυο μεν φυσικά θελήματα ουχ υπεναντία, μη γένοιτο, καθώς οι ασεβείς έφησαν αιρετικοί, αλλ’ επόμενον το ανθρώπινον αυτού θέλημα και μη αντιπίπτον ή αντιπαλαίον, μάλλον μεν ουν και υποτασσόμενον τω θείω αυτού και πανσθενεί θελήματι «έδει γαρ το της σαρκός θέλημα κινηθήναι, υποταγήναι δε τω θελήματι τω θεϊκώ», κατά τον πάνσοφον Αθανάσιον. ώσπερ γαρ η αυτού σαρξ, σαρξ του Θεού Λόγου λέγεται και εστίν, ούτω και το φυσικόν της σαρκός αυτού θέλημα ίδιον του Θεού Λόγου λέγεται και έστι, καθά φησίν αυτός «ότι καταβέβηκα εκ του ουρανού, ουχ ίνα ποιώ το θέλημα το εμόν, αλλά το θέλημα του πέμψαντός με πατρός», ίδιον λέγων θέλημα αυτού το της σαρκός, επεί και η σαρξ ιδία αυτού γέγονεν. ον γαρ τρόπον η παναγία και άμωμος εψυχωμένη αυτού σαρξ θεωθείσα ουκ ανηρέθη, αλλ’ εν ιδίω αυτής όρω τε και λόγω διέμεινεν, ούτω και το ανθρώπινον αυτού θέλημα θεωθέν ουκ ανηρέθη, σέσωσται δε μάλλον, κατά τον θεολόγον Γρηγόριον λέγοντα, «το γαρ εκείνου θέλειν, του κατά τον Σωτήρα νοουμένου, ουδέ υπεναντίον Θεώ θεωθέν όλον».
Δυο δε φυσικάς ενεργείας αδιαιρέτως, ατρέπτως, αμερίστως, ασυγχύτως εν αυτώ τω Κυρίω ημών Ιησού Χριστώ τω αληθινώ Θεώ ημών δοξαζόμενον, τουτέστι θείαν ενέργειαν και ανθρωπίνην ενέργειαν, κατά τον θεηγόρον Λέοντα τρανέστατα φάσκοντα, «ενεργεί γαρ εκατέρα μορφή μετά της θατέρου κοινωνίας όπερ ίδιον έσχηκε, του μεν Λόγου κατεργαζομένου τούτο όπερ εστί του Λόγου, του δε σώματος εκτελούντος άπερ εστί του σώματος». Ου γαρ δήπου μίαν δώσομεν φυσικήν την ενέργειαν Θεού και ποιήματος, ίνα μήτε το ποιηθέν εις την θείαν αναγάγωμεν ουσίαν, μήτε μην της θείας φύσεως το εξαίρετον εις τον τοις γενητοίς πρέποντα καταγάγωμεν τόπον. ενός γαρ και του αυτού τα τε θαύματα και τα πάθη γινώσκομεν κατ’ άλλο και άλλο των εξ ων εστι φύσεων, και εν αις το είναι έχει, ως ο θεσπέσιος έφησε Κύριλλος. Πάντοθεν γουν το ασύγχυτον και αδιαίρετον φυλάττοντες, συντόμω φωνή το παν εξαγγέλομεν. ένα της αγίας Τριάδος και μετά σάρκωσιν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, τον αληθινόν Θεόν ημών, είναι πιστεύοντες, φαμέν δυο αυτού τας φύσεις εν τη μια αυτού διαλαμπούσας υποστάσει, εν η τα τε θαύματα και τα παθήματα δι’ όλης αυτού της οικονομικής αναστροφής ου κατά φαντασίαν, αλλά αληθώς επεδείξατο, της φυσικής εν αυτή τη μια υποστάσει διαφοράς γνωριζομένης τη μετά της θατέρου κοινωνίας εκατέραν φύσιν θέλει τε και ενεργείν τα ίδια. καθ’ ον δη λόγον και τα δυο φυσικά θελήματά τε και ενεργείας δοξάζομεν προς σωτηρίαν του ανθρωπίνου γένους καταλλήλως συντρέχοντα.
Τούτων τοίνυν μετά πάσης πανταχόθεν ακριβείας τε και εμμελείας παρ’ ημών διατυπωθέντων, ορίζομεν ετέρα πίστιν μηδενί εξείναι προφέρειν, η γουν συγγράφειν ή συντιθέναι ή φρονείν ή διδάσκειν ετέρως. τους δε τολμώντας ή συντιθέναι πίστιν ετέραν ή εθέλουσι επιστρέφειν εις επίγνωσιν της αληθείας εξ Ελληνισμού ή εξ Ιουδαϊσμού ή γουν εξ αιρέσεως οίας ουν, ή καινοφωνίαν, ήτοι λέξεως εφεύρεσιν, προς ανατροπήν εισάγειν των νυνί παρ’ ημών διορισθέντων, τούτους, ει μεν επίσκοποι είεν ή κληρικοί, αλλοτρίους είναι τους επισκόπους της επισκοπής και τους κληρικούς του κλήρου, ει δε μονάζοντες είεν ή λαϊκοί, αναθεματίζεσθαι αυτούς».  
Η Σύνοδος εορτάζεται στις 13, 14 ή 18 Σεπτεμβρίου, καθώς και στις 23 Ιανουαρίου.
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
1.- Η ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε για την καταδίκη του Μονοθελητισμού και του Μονοενεργητισμού.
2.- Η φροντίδα για τη σύγκλιση της Οικουμενικής Συνόδου ανατέθηκε από τον Αυτοκράτορα στον Πάπα Ρώμης Αγάθωνα.
3.- Ο Πάπας της Ρώμης φρόντισε, με την ευκαιρία που του δόθηκε, να ασκήσει το πρωτείο εξουσίας σ’ όλη την Εκκλησία, όπως οι προ αυτού Πάπες.
4.- Στην απόφαση της Συνόδου έχουμε καταδίκη του Πάπα Ρώμης Ονώριου Α΄, η οποία ανεκλήθη από την Α΄ Βατικανή σύνοδο, διότι ήταν εμπόδιο στην καθιέρωση του αλαθήτου του Πάπα από τη σύνοδο αυτή.
5.- Για πρώτη φορά σε Οικουμενική Σύνοδο αναγνωρίστηκε επίσημα η Θεότητα του αγίου Πνεύματος, καθώς και η ομοουσιότητά του με τον Πατέρα και ότι είναι και αυτό, Φως εκ Φωτός και Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού
6.- Η Σύνοδος αναφέρει ότι δογμάτισε «απλανώς» και δεν αναφέρει, ότι δογμάτισε «αλαθήτως».
7.- Η Πενθέκτη Σύνοδος καθιέρωσε για πρώτη φορά χρονολόγηση από Κτίσεως Κόσμου και άλλαξε τη χρονολόγηση που ίσχυε μέχρι τότε και ήταν από του θανάτου του Μ. Αλεξάνδρου.