Loading...

Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2015

Χρυσοστόμου Λόγοι, Ἰω. Καρδάση

ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΠΙΣΤΩΝ
Παραπονείται, λοιπόν, ο Άγιος για την συμπεριφορά των πιστών μέσα στο ναό, για τις πολλές απουσίες τους, για την αδιαφορία τους: «Σήμερα όλοι σας έχετε μεγάλη χαρά. Μόνον εγώ έχω απέραντη λύπη. Κι αυτό, γιατί όταν αναλογισθώ πώς όταν πέραση η εορτή και αυτό το πλήθος πάλι θα εξαφανισθή. Καίγομαι και λυπούμαι κατάκαρδα. Τόσα παιδιά γέννησε η Εκκλησία και όμως δεν τα βλέπη για να τα απόλαυση σε κάθε σύναξι, αλλά μόνον όταν υπάρχη κάποια μεγάλη εορτή. Πόση αγαλλίασις πνευματική, πόση χαρά, πόση δόξα για τον Θεό, πόση ωφέλεια για τις ψυχές θα υπήρχε, αν σε κάθε σύναξι βλέπαμε να είναι γεμάτη η εκκλησία;
Τι μπορώ, για πες μου, να σε διδάξω για όλα τα αναγκαία της πίστεως, όταν έρχεσαι στην εκκλησία μία ή δύο φορές τον χρόνο; Για την ψυχή, για το σώμα, για την αθανασία, για την Βασιλεία των ουρανών, για την κόλασι, για την γέεννα, για την μακροθυμία τού Θεού, για την συγχώρησι, για την μετάνοια, για το βάπτισμα, για την άφεσι των αμαρτιών, γι’ αυτή την δημιουργία, την ουράνια και την επίγεια, για την φύσι των αγγέλων, για την κακουργία των δαιμόνων, για τα τεχνάσματα του διαβόλου, για τον τρόπο ζωής των Χριστιανών, για τα δόγματα, για την ορθή πίστι, για τις διεφθαρμένες αιρέσεις;» (Λόγος εις το άγιον Βάπτισμα).
Παραπονείται για την αδιαφορία των Χριστιανών για τα πνευματικά. Ερμηνεύων το τού Κυρίου «Ζητείτε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού και ταύτα πάντα προστεθήσεται ημίν» (Ματθαίου ΣΤ’, 33), αναφέρει: «Προσέξτε, μη ζητείτε, λέγει ο Κύριος, τα τού παρόντος βίου διόλου. Εμείς όμως συνεχώς αυτά ζητούμε. Λέγει να επιζητείτε τα επουράνια. Εμείς όμως ούτε για λίγη ώρα δεν τα επιζητούμε. Ίσα ίσα όση μέριμνα επιδεικνύουμε για τα βιωτικά, τόσην ολιγωρία και αδιαφορία έχουμε για τα πνευματικά. Μάλλον δε η αδιαφορία μας είναι πολύ περισσότερη»(Ομιλία ΚΒ’ εις τον Ματθαίον).
Είχε δε ο ιερός Πατήρ πρόβλημα με το ακροατήριόν του. Άλλοτε συνωθούντο, άλλοτε εξηφανίζοντο.
Κάποια μεγάλη Τεσσαρακοστή συνέβη το εξής: Αρχίζει την Καθαρά Δευτέρα την ερμηνείαν εις την εξαήμερον τού Μωυσέως, τις εξ δηλαδή ημέρες της δημιουργίας. Ομιλία πρώτη: «Χαίρω και ευφραίνομαι γιατί βλέπω να στολίζεται η Εκκλησία τού Θεού με το πλήθος των παιδιών της. Σάς βλέπω όλους να τρέχετε προς τον ναό με πολλή την χαράν». Έρχεται η Καθαρά Τρίτη: «Είμαι γεμάτος σήμερα με χαρά μεγάλη, βλέποντας τα αγαπημένα σας πρόσωπα». Τα ίδια και την Καθαρά Πέμπτη: «Βλέποντας, αγαπητοί, την μεγάλη σας προθυμία στο να συγκεντρώνεσθε στην σύναξί μας στον ναό, διακατέχομαι από μεγάλη χαρά και δεν παύω να δοξάζω τον φιλάνθρωπο Θεό για την προκοπή σας». Έρχεται όμως και το Σάββατο: «Θέλω να αρχίσω την συνειθισμένη μου διδασκαλία, αλλά διστάζω και υποφέρω. Λίγο φύσηξεν ο διάβολος και ξεχάσατε όλη την προηγούμενη διδασκαλία και την καθημερινή παραίνεσι. Τρέξατε οι πάντες στην σατανική εκείνη πομπή, στον Ιππόδρομο. Βγάλατε από τις ψυχές σας την σύνεσι της αγίας Τεσσαρακοστής και πέσατε στα δίχτυα τού διαβόλου». Κρίμα στα τόσα κηρύγματα.
Συνέβαιναν όμως διάφορα παράξενα πράγματα. Πολλοί από τους ακροατάς νύσταζαν, άλλοι δεν πρόσεχαν ή πρόσεχαν άλλου. «Αλλά ξυπνήστε και αφήστε την βαρυεστημάρα. Σάς κηρύττουμε ερμηνεύοντες την Αγία Γραφή, και σεις αντί να προσέχετε παίρνετε τα μάτια σας από μένα και κοιτάτε προσεκτικά τις λαμπάδες και τον νεωκόρο που τις ανάβει. Δεν βλέπετε τίποτε το παράξενο, ούτε κάτι το παράδοξο. Βλέπετε ένα άνθρωπο που κάνη συνηθισμένα πράγματα. Και όμως στρέφετε προς τα εκεί τα πρόσωπα σας» (Λόγος Δ’ εις την Γένεσιν). Πολλοί βαρυόντουσαν τα συνεχή κηρύγματα. Πήγαιναν στα πρώτα και σιγά-σιγά αραίωναν: «Τι συμβαίνει; Όσο προχωρούν οι εορτές, τόσον και οι συγκεντρώσεις γίνονται αραιότερες. Αλλ’ ας μη βαρυόμαστε εμείς οι παρόντες. Αυτές οι συνάξεις γίνονται αραιότερες ως προς το πλήθος, αλλ’ όχι ως προς την προθυμία. Λιγότερες σε αριθμό, αλλ’ όχι και στον ιερό πόθο» (Ομιλία προς τους εγκαταλείψαντας την σύναξιν της Εκκλησίας).
Οι δε Κωνσταντινουπολίτες ήσαν λίαν ευπαθείς και στις καιρικές συνθήκες. Καταπέλτης ο ιερός Πατήρ: «Τι συμβαίνει λοιπόν; Έπρεπε όλη η Πόλις να είναι εδώ, παρούσα σήμερον. Και όμως ελάχιστοι από τους πιστούς προσήλθαν. Γιατί άραγε; Μήπως αίτιον είναι η λάσπη και η βροχή; Δεν θέλω να το πιστέψω. Δεν είναι η λάσπη αλλ’ η ραθυμία σας και η πεσμένη σας προθυμία. Πώς μπορούν να συγχωρηθούν αυτοί που απουσιάζουν, την στιγμή που αυτοί οι μάρτυρες που ήλθαμε να τιμήσουμε περιφρόνησαν και αυτή την ίδια τους την ζωή; Και είναι δυνατόν να εμποδισθούν από την λάσπη;» (Ομιλία εν τη παλαιά Πέτρα).
Πιστεύει ότι «όπου υπάρχει πλούτος και άρπαγες εκεί ο άνθρωπος είναι λύκος. Όπου υπάρχει πλούτος και θηριωδία εκεί βλέπω λιοντάρι και όχι άνθρωπο»( Λόγος ΣΤ’ εις τον πτωχόν Λάζαρον). Δεν υπάρχει σχεδόν λόγος όπου να μη καταφέρεται κατά της ασπλαχνίας των πλουσίων και της ανάγκης για φιλανθρωπία και ελεημοσύνη.
ΟΙ αντίπαλοί του τον κατηγορούσαν: «Αεί κολλάσαι τοις πλουσίοις». Και απαντούσε: «Κολλώμαι πλουσίοις ότι κολλώνται πτωχοίς». Αυτός ο άνισος αγών τον ωδήγησε στην εξορία και τον μαρτυρικό θάνατο. Όμως ποτέ δεν υπεχώρησε καίτοι εγνώριζε τι τον περιμένει.
Ας επανέλθουμε όμως στο παράπονο του ιερού Πατρός για την συμπεριφορά των Χριστιανών μέσα στον ναό: «Όταν γίνεται προσευχή, νέοι και γέροντες κάθονται ψυχροί. Ανάξιοι και καθάρματα μάλλον παρά νέοι, καγχάζοντας, συνομιλούντες και κοροϊδεύοντες αλλήλους, καθισμένοι στα γόνατα… Βλέπετε πόση κακία κατέχει την οικουμένη… Βλέπω και άλλους να κουβεντιάζουν όρθιοι, ενώ τελείται η θεία Λειτουργία. Οι δε πιο ανόητοι απ’ αυτούς, όχι μόνον την ώρα της προσευχής αλλά και την ώρα που δέχονται την ευλογίαν του ιερέως. Τι τόλμη, Θεέ μου, πότε θα έλθη η σωτηρία; Πώς θα μπορέσουμε να εξιλεώσουμε τον Θεό; Δεν καταλαβαίνεις ότι συμπροσεύχεσαι με αγγέλους; Με αυτούς συμψάλλεις, με αυτούς υμνείς και στέκεσαι και γελάς; Δεν φοβάσαι τον Θεό;» (Ομιλία ΚΔ΄ εις τας Πράξεις).
Και εντός τού ναού ευρισκόμενοι «ενωτισθώμεν» τα παράπονα τού ιερού Πατρός διά τους μετέχοντας εις την θείαν Ευχαριστίαν. Ερωτά κατά πρώτον: «Ποιους πρέπει να παραδεχθούμε; Αυτούς που κοινωνούν μια φορά τον χρόνο; Αυτούς που κοινωνούν πολλές φορές; Αυτούς που κοινωνούν λίγες; Ούτε τους άπαξ, ούτε τους πολλάκις, ούτε τους ολιγάκις. Αλλά μόνον αυτούς που έχουν καθαρή συνείδησι. Αυτούς που έχουν καθαρή καρδιά και βίον ανεπίληπτον. Αυτοί μπορούν να προσέρχωνται πάντοτε. Οι άλλοι ούτε μία φορά τον χρόνο. Γιατί παίρνουν κρίμα καταδίκη, κόλασι και τιμωρία» (Ομιλία ΙΖ’ εις την προς Εβραίους). Και αλλού λέγει: «Γνωρίζω ότι πολλοί από σας θα έλθουν να κοινωνήσουν επειδή ήλθε κάποια εορτή. Σας είπα και σας ξαναείπα: δεν πρέπει να εξετάζετε πότε θα έλθη η εορτή για να κοινωνήσετε, αλλά να καθαρίζετε την συνείδησί σας και τότε να εγγίζετε αυτή την ιερά θυσία. Γιατί ο μαγαρισμένος και ο ακάθαρτος, έστω και αν έλθη εορτή δεν δικαιούται να κοινωνήση εκείνη την άγια και φρικτή σάρκα. Ο καθαρός όμως, αυτός πού με ακριβή μετάνοια έχει σφογγίση τα πλημμελήματά του, και κατά την εορτή και πάντοτε μπορεί να συμμετέχη στα θεία Μυστήρια και έτσι να γίνεται άξιος των δωρεών του Θεού. Όμως μερικοί τα περιφρονούν όλα αυτά και ενώ είναι γεμάτοι από μύρια κακά, σαν δουν να έρχεται η εορτή, σαν να τους σπρώχνη κάτι, εγγίζουν τα άχραντα Μυστήρια, τα οποία ενώ είναι τέτοιοι ούτε να δουν δεν επιτρέπεται» (Λόγος εις το άγιον Βάπτισμα).
           Για την μετοχή στην θεία Ευχαριστία χρειάζεται επιμελής προετοιμασία: «Σας παρακαλώ, όταν πρόκειται να μετάσχετε στην θεία Κοινωνία, πρέπει πριν από πολλές ημέρες να καθαρίζετε τους εαυτούς σας με μετάνοια, προσευχή, ελεημοσύνη και με απασχόληση στην πνευματική ζωή» (Λόγος ΣΤ’ «Περί Ακατάληπτου»).
Ασχολείται εις πολλάς του ομιλίας με τον τρόπο προσελκύσεως εις την θείαν Κοινωνίαν και παραπονείται εντόνως διά την συμπεριφορά των Χριστιανών: «Υπάρχει ένα αμάρτημα. Ποιο; Το να μη προσέρχεσθε με φρίκη, αλλά κλωτσώντας, χτυπώντας, γεμάτοι θυμό, φωνάζοντας, κοροϊδεύοντας, σπρώχνοντας ο ένας τον άλλον, γεμάτοι ταραχή… Στην αγορά να υπάρχη ησυχία και στην εκκλησία κραυγές; Στο πέλαγος γαλήνη και στο λιμάνι τρικυμία; Γιατί θορυβείς; Πες μου, άνθρωπε μου, γιατί βιάζεσαι; Υπάρχει η ανάγκη κάποιων πραγμάτων; Αλλ’ είναι δυνατόν να σκέπτεσαι κάποιες υποθέσεις, κατ’ αυτήν την ώρα; Θυμάσαι ότι ευρίσκεσαι στην γη; Νομίζεις ότι ευρίσκεσαι ανάμεσα σε ανθρώπους; Και δεν είναι το μυαλό σου σκέτη πέτρα, το να νομίζης κατ’ αυτόν τον καιρό ότι πατάς στην γη και ότι δεν συγχορεύεις με τους αγγέλους; Μυστήρια λέγονται και όντως είναι. Όπου δε υπάρχουν μυστήρια εκεί επιβάλλεται σιγή. Με πολλήν λοιπόν σιγή, με πολλή ευταξία, με την πρέπουσα ευλάβεια να προσερχώμεθα σ’ αυτήν την θυσία» (Λόγος εις το άγιον Βάπτισμα).
«Αφήστε λοιπόν, κραυγάζει ο Πατήρ, αφήστε τα φαγητά και τα μαγικά. Αξιοθαύμαστο και μοναδικό φαγητό είναι ο Σταυρός. Αυτός έχει μεγίστην ισχύ. Ευτυχής η ψυχή που επικαλείται το όνομα τού Ιησού Χριστού, που για μας σταυρώθηκε. Αυτό το όνομα να επικαλεσθή και κάθε αρρώστια θα φύγη και κάθε επιβουλή σατανική θα υποχώρηση» (Κατήχησις ΙΒ’). «Δεν γνωρίζεις πόσα κατώρθωσεν ο Σταυρός; Κατέλυσε τον θάνατο, έσβησε την αμαρτία, αχρήστευσε τον Άδη, διέλυσε την δύναμι τού διαβόλου και δεν είναι ικανός και αξιόπιστος να σού δώση την υγεία τού σώματος; Ανέστησε όλη την οικουμένη και συ δεν τον εμπιστεύεσαι;» (Λόγος εις τον Σταυρόν).
Υπάρχουν κάποιες φεμινίστριες της συμφοράς που ανιστορήτως κατηγορούν τους αγίους Πατέρας επί μισογυνισμώ. Απ’ αυτή την συκοφαντία (διότι περί συκοφαντίας πρόκειται) δεν εξαιρείται ο άγιός μας. Τιμά τις αγαθοπροαίρετες, ελέγχει τις ελαφρόμυαλες. Λέγει (και πολύ σωστά): «Μέγαν αγαθόν γυνή, ωσπερούν και κακόν μέγα» (ομιλία Κ’ εις την προς Εβραίους). Με αυτό το «μέγα αγαθόν» ο ιερός Πατήρ είχε στενάς και επωφελείς σχέσεις. Η Ολυμπιάς, η Πενταδία, η Πρόκλη, η Σαλβίνα, ήσαν από αυτές. Δεν είχεν όμως σχέσεις με το «μέγα κακόν». Τις «ανασείστριες και ταραξάνδριες» γυναίκες, την Ευγραφία, την Μάρσα, την Καστρικία. Δεν ανείχετο τον προκλητικόν τρόπον ζωής των. «Γραίδες ούσαι διό τον χρόνον, τι ανηβάν παραβιάζεσθε το σώμα, βροστρύχους επί τού μετώπου φέρουσαι καθαπερ εταιρίδες, υβρίζουσαι και τας λοιπάς ελευθέρας, επί απάτη των συντυγχανόντων και τούτο χήραι;» (Παλλαδίου, Βίος Ι. Χρυσοστόμου κεφ. Δ’ και Η’).
Άλλ’ ας έλθουμε σε κάποια αλλά παράπονα. Ασχάλλει ο άγιος διά τις ιεροκατηγορίες: «Ακονίζουμε την γλώσσα μας κατά των ιερέων» (ομιλία ΠΣΤ’ εις το κατά Ιωάννην). «Εάν αυτοί που κακολογούν τον πατέρα ή την μητέρα τους πρέπει να θανατώνονται (κατά την Παλαιά Διαθήκη), ποιας τιμωρίας θα είναι άξιος αυτός που τολμά να κατηγορήση εκείνον που είναι κατά πολύ αναγκαιότερος και καλύτερος από τους γονείς; Και δεν φοβάται μήπως ανοίξη η γη και τον καταπιή ή μήπως πέσει κεραυνός απ’ τον ουρανό και κατακαύση την κατηγορούσα γλώσσα του;» (Ομιλία εις Πρίσκιλλαν και Ακύλαν). Η χάρις των μυστηρίων δεν εξαρτάται από το ποιόν του τελούντος κληρικού. Ο κληρικός απλώς «την εαυτού δανείζει γλώτταν και την εαυτού παρέχει χείρα» (ομιλία ΠΣΤ’ εις το κατά Ιωάννην). Ο ιδιωτικός βίος τού κληρικού δεν παρακωλύει τον αγιασμόν των μυστηρίων. «Και δι’ αναξίων είωθεν ο Θεός ενεργείν» (Ομιλία Η’ εις την Α’ προς Κορινθίους). «Δεν μας χαρίζεται η χάρις τού άγιου Πνεύματος εξ αίτιας της αρετής των ιερέων. Αυτός καθήκον έχει να ανοίγη το στόμα του, το παν είναι έργον Θεού» (ομιλία ΠΣΤ’ εις το κατά Ιωάννην). Και διά να μη παρεξηγηθεί προσθέτει: «Τα λέγω αυτά χωρίς να παραδέχωμαι αυτούς που αναξίως μετέρχονται την ιερωσύνη. Τουναντίον ….
ΒΛΑΣΦΗΜΙΑ ΘΕΟΥ
Τους εν τη πόλει βλασφημούντας ΣΩΦΡΟΝΙΣΑΤΕ.
Καν ακούσης τινας αμφοδώ ή εν αγορά βλασφημουντας τον Θεον, ΠΡΟΣΕΛΘΕ, επιτίμησον, 
ΚΑΝ ΠΛΗΓΑΣ ΕΠΙΘΕΙΝΑΙ ΔΕΗ,
ΜΗ ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ (και αν πρέπει να τον δείρης, να μη διστάσης).
ΡΑΠΙΣΟΝ ΑΥΤΟΥ ΤΗΝ ΟΨΙΝ, 
ΣΥΝΤΡΙΨΟΝ ΤΟ ΣΤΟΜΑ, 
ΑΓΙΑΣΟΝ ΣΟΥ ΤΗΝ ΧΕΙΡΑ ΔΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΓΗΣ.
Καν εις δικαστήριον έλθωσιν, ειπέ μετά παρρησίας, ότι τον βασιλέα των αγγέλων εβλασφήμησεν.
ΚΟΛΑΣΩΜΕΝ των βλασφήμων την μανίαν, σωφρονίσωμεν αυτών την διάνοιαν, προνοήσωμεν αυτών της σωτηρίας. 
Καν αποθανείν δέη τούτο ποιούντας, μέγα ημίν οίσει το πράγμα κέρδος.
ΜΗ ΠΑΡΙΔΩΜΕΝ ΤΟΝ ΚΟΙΝΟΝ ΥΒΡΙΖΟΜΕΝΟΝ  ΔΕΣΠΟΤΗΝ. ΜΕΓΑ ΤΙ ΤΕΞΕΤΑΙ ΤΗ ΠΟΛΕΙ ΚΑΚΟΝ. ΤΟ ΤΑ ΤΟΙΑΥΤΑ ΠΑΡΟΡΑΝ (ΕΠΕ 30,348.31,642).
            ΚΑΛΟΣΥΝΗ ΣΤΑ ΖΩΑ
«Οφείλουμε να δείξουμε στα ζώα μεγάλη καλοσύνη και ευγένεια για πολλούς λόγους. Αλλά πάνω απ’ όλα επειδή έχουμε την ίδια καταγωγή».
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΕΤΡΟΥ          
Παρουσία Πέτρου στη Ρώμη
In Petrum et Paulum
Εις τους κορυφαίους των αποστόλων Πέτρον και Παύλον και το αυτό μαρτύριον ενδοξότατον.
Σταύρωση Πέτρου:  PG 59. 494.
«Χαίροις, Πέτρε, ο του ξύλου του σταυρού απολαύσας, και καθ’ ομοιότητα του Διδασκάλου σταυρωθήναι μη θελήσας εν ορθίω τω σχήματι, καθώς ο Δεσπότης ημών, αλλά μάλλον επί κεφαλήν, ως εις ουρανόν την πορείαν επί γης ποιούμενος».
Κοίμηση Πέτρου στη Ρώμη: PG 59. 495-496
«Έστιν ουν ο μακάριος Πέτρος ο του Χριστού απόστολος από Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας, ένθα ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός τας πλείστας θαυματουργίας ειργάσατο, εξ ης και ο Φίλιππος ώρμητο πόλεως, ο δε μακάριος Παύλος από Ταρσού της Κιλικίας. Κεκοίμηνται δε αμφότεροι εν τη μεγαλοπόλει Ρώμη τη αρχαία μηνί Ιουνίω, εικάδι εννάτη, επί Νέρωνος του ανομωτάτου βασιλέων αναιρεθέντες, και προς τον διδάσκαλον και Κύριον των απάντων μετά πλείστας πραγματείας αφικόμενοι».
Πέτρος, διάδοχος Χριστού: Λόγος 2. 1. PG 48. 632
Ι. Χρυσοστόμου: De sacerdotio
Προς τον εγκαλούντα επί το διαφυγείν την ιερωσύνην
 «δια τι και το αίμα εξέχεεν (ο Κύριος); Ίνα τα πρόβατα κτήσηται ταύτα α τω Πέτρω και τοις μετ’ εκείνον ενεχείριζεν».
ΠΕΡΙ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΩΝ ΚΑΙ ΧΡΟΝΩΝ
§ 5. Και όπως τώρα προτιμάται να τα υπομένετε όλα, παρά να αλλάξετε τη συνήθεια, έτσι έπρεπε αυτή να την περιφρονείτε και να προτιμάτε να υποφέρετε τα πάντα και να κάμνετε το κάθε τι, ώστε να προσέρχεσθε χωρίς αμαρτήματα στη θεία ευχαριστία. Το ότι ο Θεός αδιαφορεί για τη διαφύλαξη ορισμένων ημερών, άκουσέ τον τι λέγει όταν κρίνει˙ πεινώντα με είδετε και εθρέψατε, διψώντα και εποτίσατε, γυμνόν και περιεβάλετε˙ ενώ τους ευρισκομένους στα αριστερά του τους κατηγορεί με τα αντίθετα από αυτά. Και πάλι προσάγοντας άλλον για την μνησικακία, τον κολάζει λέγοντας˙ πονηρέ δούλε, πάσαν την οφειλήν εκείνην αφήκά σοι˙ έδει και σε ελεήσαι τον συνδούλον σου, ως και εγώ σε ηλέησα. Πάλι τις παρθένες, επειδή δεν είχαν λάδι στις λαμπάδες τους, τις απέκλεισε από τον νυμφώνα. Άλλον πάλι τον απέκλεισε επειδή εισήλθε μη έχοντας ένδυμα γάμου, αλλά με ρυπαρά ενδύματα, δηλαδή την πορνεία και την ακαθαρσία. Αλλά κανείς δεν αποκλείσθηκε επειδή τέλεσε το Πάσχα αυτόν ή τον άλλο μήνα….
Και γιατί να ομιλώ για μας, που έχουμε απαλλαγή από κάθε νομική υποχρέωση και βρίσκεται το πολίτευμά μας επάνω στους ουρανούς, όπου δεν υπάρχουν μήνες και ήλιος και σελήνη και κύκλοι ετών;…
§ 6. Ας μη φιλονικούμε λοιπόν, ούτε και να λέμε εκείνο, ότι δηλαδή τόσα χρόνια νήστευα έτσι και τώρα θα αλλάξω; Άλλαξε ακριβώς γι’ αυτό και μόνο˙ επειδή για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα αποκόπηκες από την Εκκλησία, γύρισε τώρα πίσω στην μητέρα. Κανείς δεν λέγει, επειδή για τόσο χρόνο παρέμενα στην έχθρα, ντρέπομαι τώρα να συμφιλιωθώ. Γιατί ντροπή είναι όχι η προς το καλύτερο μεταβολή αλλά η παραμονή στην άκαιρη φιλονικία. …
Ας μην επιστρέφουμε λοιπόν προς τα πρώτα, την στιγμή που ήρθαν τα τελειότερα, κι ούτε να φυλάσσουμε ακόμη ημέρες και εποχές και έτη, αλλά παντού ας ακολουθούμε με κάθε ακρίβεια την Εκκλησία, προτιμώντας πάνω απ’ όλα την αγάπη και την ειρήνη. Γιατί, κι αν ακόμη η Εκκλησία διέπραττε σφάλμα, δεν θα ήταν το κατόρθωμα από την ακριβή τήρηση των χρόνων τόσο μεγάλο, όσο είναι το έγκλημα που προέρχεται από τη διαίρεση και το σχίσμα.
Τώρα δεν έχει για μένα καμιά σημασία η τήρηση του καιρού, αφού, όπως αποδείξαμε, δεν έχει ούτε για τον Θεό σημασία. Άλλωστε για το θέμα αυτό αφιέρωσα πολλούς λόγους. Αλλά ένα μόνο πράγμα ζητώ˙ το να κάνουμε τα πάντα με ειρήνη και ομόνοια και όταν εμείς και όλος ο λαός νηστεύουμε και οι ιερείς αναπέμπουν τις κοινές υπέρ της οικουμένης ευχές, συ να μην παραμένεις στο σπίτι μεθυσμένος.
Ούτε η Εκκλησία ανεγνώριζε την υποχρεωτική και ακριβή τήρηση των καιρών. Αλλ’ επειδή από την αρχή φάνηκε καλό στους Πατέρες που ήταν διασκορπισμένοι παντού, να συνέλθουν και να ορίσουν την ημέρα αυτή, η Εκκλησία τιμώντας πάντοτε την συμφωνία και αγαπώντας την ομόνοια, αποδέχθηκε την απόφαση. Για το ότι και σε μας και σε σας και σε οποιονδήποτε άλλον είναι αδύνατο να καθορίσει επακριβώς την ημέρα, κατά την οποία ο Κύριος τέλεσε το μυστήριο, αποδείχθηκε ικανοποιητικά με τα όσα έχουν λεχθή.
Ας μη σκιαμαχούμε, λοιπόν, κι ας μη βλάπτουμε τους εαυτούς μας στα μεγάλα πράγματα, φιλονικώντας για τα ανάξια λόγου. Γιατί δεν αποτελεί έγκλημα το να νηστεύουμε αυτή η την άλλη περίοδο, αλλά έγκλημα, και μάλιστα ασυγχώρητο και άξιο καταδίκης και πρόξενο μεγάλης τιμωρίας, είναι η διαίρεση της Εκκλησίας, ο διαπληκτισμός, η σπορά της διχόνοιας και η συνεχής αποστέρηση του εαυτού μας από τις συνάξεις των πιστών.
Γι’ αυτό τερματίζοντας εδώ την ομιλία, ας ευχηθούμε από κοινού όλοι, να επιστρέψουν οι αδελφοί μας κοντά μας, και αφού ασπασθούν την ειρήνη, αποφύγουν την άκαιρη φιλονικία, καταγελάσουν την ψυχρότητα των αισθημάτων τους, σκεφθούν πιο σοβαρά και απαλλαγούν από την τήρηση των ημερών, όλοι μαζί τότε μ’ ένα στόμα να δοξάζουμε τον Θεό και Πατέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και το κράτος, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

ΠΕΡΙ ΝΗΣΤΕΙΑΣ

Ν η σ τ ε ύ ε ι ς ; Απόδειξέ το μέσα από τα έργα σου….
Ε ά ν δεις φτωχό, να τον ελεήσεις
E ά ν δεις εχθρό, να συμφιλιωθείς μαζί του
Ε ά ν δεις μια όμορφη γυναίκα, να μην την κοιτάξεις
Ας μη νηστεύει μόνον το στόμα… αλλά και το μάτι και η ακοή και τα χέρια και τα πόδια και όλα τα μέλη του σώματος.
Τα χέρια, από την αρπαγή και την πλεονεξία
Τα πόδια, από τους δρόμους που οδηγούν σε αμαρτωλά θεάματα
Τα μάτια, να μην πέφτουν λάγνα πάνω σε όμορφα πρόσωπα ούτε να περιεργάζονται τα κάλλη άλλων.
Δεν τρως κρέας;
Τα μάτια σου, ας μη φάνε την ακολασία
Η ακοή σου, ας μη δέχεται κακολογίες και διαβολές
Το στόμα, ας νηστεύσει από αισχρά λόγια και λοιδορίες.
Αφού δεν είμαστε σαν τα ζώα, γιατί πρέπει να δαγκώνουμε και να τρώμε τους αδελφούς μας; 
ΠΛΑΝΗ ΕΚΛΕΚΤΩΝ
PG 58.693 ΟΜΙΛΙΑ ΟS΄: 58.695: «Και ει μη εκολοβώθησαν αι ημέραι εκείναι, ουκ αν εσώθη πάσα σάρξ. δια δε τους εκλεκτούς κολοβωθήσονται αι ημέραι εκείναι….. β΄. Τίνας δε ενταύθα φησί τους εκλεκτούς; Τους πιστούς τους εν μέσοις απειλημμένους αυτοίς». 58696: «Τότε εάν τις υμίν είπη. Ιδού ώδε ο Χριστός, ή ώδε, μη πιστεύσητε. Εγερθήσονται γαρ ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήται, και δώσουσι σημεία και τέρατα, ώστε πλανήσαι, ει δυνατόν, και τους εκλεκτούς». 58697: ¨Τότε ουν εάν τις υμίν είπη, φησίν, Ώδε ο Χριστός, ή ώδε, μη πιστεύσητε….. Ελεύσονται γαρ, φησί, και απατήσουσι πολλούς. οι δε προ της δευτέρας αυτού παρουσίας, οι και εκείνων ήσαν πικρότεροι. Δώσουσι γαρ, φησί, σημμεία και τέρατα, ώστε πλανήσαι, ει δυνατόν, και τους εκλεκτούς. Ενταύθα τον αντίχρηστον φησί, και δείκνυσί τινας και διακονησομένους αυτώ….. Και όρα πως ασφαλίζεται. Μη εξέλθητε, φησί, εις την έρημον, μη εισέλθητε εις τα ταμεία. Ουκ είπεν, Απέλθετε και μη πιστεύσητε. αλλά, Μη εξέλθητε. Και γαρ πολλή τότε η απάτη, δια το και σημεία γίνεσθαι απάτης….. Ει γαρ ο Ιουυδαϊκός πόλεμος δια τους εκλεκτούς εκολοβώθη, πολλώ μάλλον ούτος ο πειρασμός συσταλήσεται δια τους αυτούς τούτους». 58.698: «τότε δε πάλιν Αποστελεί τους αγγέλους αυτού μετά σάλπιγγος μεγάλης, και συνάξουσι τους εκλεκτούς εκ των τεσσάρων ανέμων, απ’ άκρων των ουρανών έως άκρων αυτών».
Αλλά ποιοι είναι οι εκλεκτοί; Ο εκλεκτός είναι ο εκλεγείς από το Θεό, ο «μακάριος» (Ψ. ξδ΄ 5). «Πολλοί οι κλητοί, ολίγοι οι εκλεκτοί», όπου ο Παύλος είναι κατηγορηματικός: «Τις εγκαλέσει κατά εκλεκτών Θεού;» οι εκλεκτοί αποτελούν το σώμα του Χριστού: «αξίως περιπατήσαι της κλήσεως ης εκλήθητε» (Εφ. 4. 1-4). Οι Χριστιανοί «ως εκλεκτοί του Θεού άγιοι και ηγαπημένοι» (Κολ. 3. 12). Στην Αποκάλυψη, οι εκλεκτοί θα ζήσουν αιωνίως, για τον αγώνα τους, κατά των εκπροσώπων του κακού: «ούτοι μετά του αρνίου πολεμήσουσι, και το αρνίον νικήσει αυτούς, ότι Κύριος κυρίων εστί και Βασιλεύς βασιλέων και οι μετ’ αυτού κλητοί και εκλεκτοί και πιστοί» (Απκ. 17. 14).
Επομένως, οι εκλεκτοί είναι οι άγιοι του Θεού, οι αγαπημένοι, που θα ζήσουν αιώνια, για τον αγώνα τους κατά του κακού και άρα είναι εκείνοι, που δεν θα πλανηθούν από τον Αντίχρηστο. Αυτό το: «ει δυνατόν» αυτό ακριβώς θέλει να ειπεί, ότι «δεν θα πλανηθούν», δεν θα παραπλανηθούν, γιατί είναι οι άγιοι και οι εκλεκτοί του Θεού. Αλλοίμονο, αν επλανώντο! Τότε, -αν είχαν πλανηθεί-, πως με τη σάλπιγγα του αγγέλου του Θεού θα μαζεύονταν όλοι οι εκλεκτοί από τα πέρατα του κόσμου (κατά Χρυσόστομο), αφού θα είχαν πλανηθεί!!! Να κάνουν τι; Να ζήσουν αιώνια οι «πλανηθέντες» εκλεκτοί;
Θα προσπαθήσει λοιπόν ο Αντίχριστος να παραπλανήσει ακόμη και τους εκλεκτούς του Θεού, αλλά δεν θα τα καταφέρει.
            ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΥΠΕΡ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ
          Ιω. Χρυσόστομος: «β΄. Μιμού τον Θεόν. Ει πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι, εικότως υπέρ απάντων δει εύχεσθαι, ει πάντας αυτός ηθέλησε σωθήναι, θέλε και συ, ει δε θέλεις, εύχου, των γαρ τοιούτων εστί το εύχεσθαι. Οράς πως πανταχόθεν την ψυχήν έπεισεν, ώστε και υπέρ Ελλήνων εύχεσθαι; Και το κέρδος δείκνυς όσον εκ τούτου τίκτεται, ίνα ήρεμον, φησί, και ησύχιον βίον διάγωμεν και το πολλώ τούτου μείζων, ότι και τω Θεώ τούτο δοκεί, και ότι όμοιοι αυτώ κατά τούτο γινόμεθα, κατά το τα αυτά αυτώ θέλειν. Ικανά ταύτα δυσωπήσαι και θηρίον. Μη τοίνυν φοβηθής υπέρ Ελλήνων ευχόμενος και αυτός τούτο βούλεται, φοβήθητι το κατεύξασθαι μόνον, τούτο γαρ ου βούλεται. Ει δε υπέρ Ελλήνων εύξασθαι χρη, και υπέρ αιρετικών δήλον ότι υπέρ γαρ απάντων ανθρώπων εύχεσθαι δει, ου διώκειν…» (PG 62, 536).
          Μετάφραση. Μιμήσου τον Θεό. Εάν θέλει (ο Θεός) να σωθούν πάντες οι άνθρωποι, είναι εύλογο ότι κι εσύ θα πρέπει να εύχεσαι υπέρ πάντων. Εάν αυτός (ο Θεός) θέλησε πάντες οι άνθρωποι να σωθούν, να θέλεις κι εσύ το ίδιο. Αν θέλεις το ίδιο τότε να εύχεσαι διότι των τοιούτων είναι το να εύχεσαι. Βλέπεις πως πανταχόθεν την ψυχή προτρέπει, ώστε και υπέρ των Ελλήνων εύχεσθαι. Και το κέρδος δείχνει όσο προκύπτει από αυτή την πράξη, για να διάγουμε ήρεμο κι ήσυχο βίο, και το περισσότερο από αυτό, θέλημα Θεού είναι, διότι γινόμαστε όμοιοι με αυτόν επειδή θέλουμε κι εμείς αυτά που θέλει ο Θεός. Όλα αυτά είναι ικανά να κατευνάσουν και θηρίο. Μη φοβηθείς όταν εύχεσαι υπέρ των Ελλήνων διότι και ο Θεός αυτό θέλει. Να φοβάσαι μόνον το να εύχεσαι εναντίον τους, διότι αυτό δεν το θέλει ο Θεός. Εάν χρειάζεται να εύχεσαι υπέρ των Ελλήνων, και υπέρ των αιρετικών θα πρέπει να κανείς το ίδιο, διότι θα πρέπει να εύχεσαι υπέρ πάντων των ανθρώπων και να μην διώκεις κανέναν».
ΥΒΡΙΣ
«Ιδού σας στέλνω σαν πρόβατα ανάμεσα σε λύκους να είσθε φρόνιμοι σαν τα φίδια, ώστε να μην εκθέτετε τον εαυτό σας σε άσκοπους κινδύνους, και άκακοι σαν τα περιστέρια» (Ματθ. ι΄ 16).
«Ιδού, σας στέλνω σαν πρόβατα ανάμεσα σε λύκους να είσθε φρόνιμοι σαν τα φίδια, ώστε να μην εκθέτετε τον εαυτό σας σε άσκοπους κινδύνους, και άκακοι σαν τα περιστέρια». Τι λες; Βρισκόμαστε ανάμεσα σε λύκους και μας δίνεις εντολή να είμαστε σαν πρόβατα και σαν τα περιστέρια; Ναι, λέγει, διότι τίποτε δεν αλλάζει τη διαγωγή του κακοποιού τόσο, όσο το να υπομένουμε με γενναιότητα όσα μας κάνει και να μην ανταποδίδουμε την κακία, ούτε με λόγια, ούτε με έργα. Αυτό κι εμάς, μας κάνει περισσότερο στοχαστικούς και μεγαλύτερο μισθό μας φέρνει και εκείνους ωφελεί. Αλλά σε έβρισε ο τάδε; Συ ευχήσου γι αυτόν. Πρόσεξε πόσο κερδίζεις από αυτό: έσβησες το κακό, ετοίμασες μισθό για τον εαυτό σου, άλλαξες τη διαγωγή εκείνου, και συ δεν έπαθες κανένα κακό» (Εις την προς Εβραίους, ομιλ. Α΄, ΕΠΕ 25, 298).
            ΦΙΛΟΣΤΟΡΓΙΑ
            «Όπως ακριβώς στην περίπτωση των νηπίων, κι’ αν να ακόμη το παιδί που υποβαστάζεται, χτυπάει το πρόσωπο του πατέρα, δεν μειώνεται καθόλου η φιλοστοργία του προς αυτό, έτσι και στη δική μας περίπτωση, κι’ όταν ακόμη πληγωνόμαστε από τους ανθρώπους, που βρίσκονται έξω από το χώρο της Εκκλησίας, δεν πρέπει να μειώνεται καθόλου η συμπάθειά μας προς αυτούς» (Α’  προς Τιμόθεον, ΕΠΕ 23, 212-214).    

 

 

Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2015

Περί Ἐξελίξεως, ἁγ. Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητή, Ἰω. Καρδάση

Ἀπό το ἔργο του, Περί διαφόρων ἀποριῶν τῶν Ἁγίων Διονυσίου και Γρηγορίου.
            Ο άγιος Μάξιμος δεν ασχολείται λεπτομερειακά με τη διαδικασία της εξέλιξης, όπως οι Μ. Βασίλειος και Γρηγόριος Νύσσης, αλλά επικεντρώνεται στην περίπτωση του ανθρώπου, που τον θεωρεί ως διφυές δημιούργημα και που αποτελείται από το υλικό μέρος (της ζωώδους φύσεως και προελεύσεως) και το πνευματικό μέρος (της δυνατότητας θεώσεως) και που καθιστά τον άνθρωπο μεσολαβητή θεώσεως ολοκλήρου του σύμπαντος κόσμου.
            Ερμηνεύοντας σχετικά χωρία του αγίου Μαξίμου, από το έργο του: «Περί των διαφόρων αποριών των αγίων Διονυσίου και Γρηγορίου» (PG 91, 1305), ο πρωτ. Δημήτριος Στανιλοάε λέγει εισαγωγικά: «Ο άνθρωπος είναι ενοποιητικό στοιχείο, όχι μόνο γιατί έχει μέσα του όλα τα μέρη που είναι κοινά με όλη την πραγματικότητα, αλλά πιο πολύ γιατί, μ’ όλα αυτά τα μέρη που αφομοιώνουν τα μέρη του ενεργοποιημένου κόσμου, έχει το νου. Αλλά το ανθρώπινο πνεύμα έχει αυτή την ενοποιητική δύναμη, γιατί έχει μέσα του τον κόσμο και τον ξεπερνά. Είναι συζευγμένο κι ενωμένο με το θείο πνεύμα».
Ειδικώτερα δε ερμηνεύοντας το σχετικό χωρίο αναφέρει: «Εισδύοντας όμως από την ψυχή στο σώμα ο Θεός περνά μαζί με τη θεοποιό ενέργειά του δια μέσου του ανθρώπινου συνόλου και στο βιολογικό και φυσικό σύμπαν, αφού όλα τα στοιχεία του σύμπαντος συγκλίνουν στην ενοποιό ανθρώπινη φύση επιτυγχάνοντας μιαν ενότητα, που ο Θεός διαπερνά ολόκληρη δια μέσου του ανθρώπου. Κι αφού τα ανθρώπινα όντα έχουν επιτύχει μέσα στη θεία υπόσταση που ενσαρκώθηκε μιαν έσχατη υπόσταση σαν ένα θεμελιακό και ενεργητικό υποκείμενο που δεν αποκλείει τη θέληση και την ενέργεια των ανθρωπίνων όντων, μαζί με τα ανθρώπινα όντα όλα τα στοιχεία του σύμπαντος έχουν υποστασιωθή μέσα στον Θεό που ενσαρκώθηκε. Έτσι, κανένα πλάσμα δεν έχει πια κίνηση αποσυνδεδεμένη από τη θεία ενέργεια. Όλα τα στοιχεία του σύμπαντος γίνονται επίσης τμήματα του Θεού, που τείνουν προς το τέλος τους μέσα στον Θεό σαν σκοπό που τους δόθηκε από τον Θεό".
            Σ’ αυτές τις γραμμές έχει διατυπωθή και η κοσμολογική διδασκαλία του αγίου Μαξίμου. Ολόκληρος ο κόσμος έχει προορισθή να θεωθεί, αλλά με τη μεσολάβηση της ανθρώπινης φύσης, που αποτελείται από την ψυχή και το σώμα. Η σημασία της ψυχής εμφανίζεται σ’ όλο το μέγεθός της, ακριβώς επειδή είναι ενωμένη με το σώμα. Γιατί δια μέσου του σώματος είναι ενωμένη με τον κόσμο. Και δια μέσου της ο Θεός θεοποιεί τον κόσμο. Η ψυχή ως προς το σώμα και δια μέσου του ως προς τον κόσμο ολόκληρο κάνει το έργο που κάνει ο Θεός ως προς την ψυχή. Ενώ η θεωρία αυτή αγκαλιάζει με μιαν αισιόδοξη αντίληψη ολόκληρο τον κόσμο, ο πλατωνικός Ωριγενισμός παίρνει μιαν ολότελα αρνητική στάση ως προς τον υλικό κόσμο που γι’ αυτόν δεν είναι άλλο από μια φυλακή για τα πνεύματα»: «………. ιν’ όπερ εστί Θεός ψυχή, τούτο ψυχή σώματι γένηται, και εις αποδειχθή των όλων Δημιουργός, αναλόγως δια της ανθρωπότητος πάσιν επιβατεύων τοις ούσι, και εις εν έλθη τα πολλά αλλήλων κατά φύσιν διεστηκότα περί την μιαν του ανθρώπου φύσιν αλλήλοις συννεύοντα, και γένηται τα πάντα εν πάσιν αυτός ο Θεός, πάντα περιλαβών και ενυποστήσας εαυτώ, δια του μηδέν έτι των όντων άφετον κεκτήσθαι την κίνησιν, και της αυτού άμοιρον παρουσίας, καθ’ ην και θεοί και τέκνα και σώμα και μέλη και μοίρα Θεού και τα τοιαύτά εσμεν και λεγόμεθα τη προς το τέλος αναφορά του θείου σκοπού».
            Εκτός αυτών στο έργο του αγίου Μαξίμου αναφέρονται οι έννοιες: διαφορά και διαίρεση. Κατά τον άγιο Μάξιμο, άλλο είναι διαφορά, και άλλο διαίρεση. Ο άνθρωπος διαφέρει από τα άλλα ζώα, αλλά δεν είναι διηρημένος από αυτά. Γι' αυτό και αν ερωτάτο σήμερα ο άγιος Μάξιμος, για τη σχέση ανθρώπου και άλλων ζώων, όπως αυτή προβάλλεται από τη σύγχρονη Βιολογία, θα έλεγε: «Ναι, ο άνθρωπος έχει βιολογικό δεσμό με τα άλλα ζώα, (όπως αποδεικνύει και η σύγχρονη Βιολογία). Αλλά και διαφέρει από αυτά ως προς το αυτεξούσιο και την ελευθερία». Η διαφορά δεν πρέπει να μας οδηγήσει στο να δεχθούμε διαίρεση, ωσάν ο άνθρωπος να μην ήταν ενωμένος με τη λοιπή δημιουργία, οπότε και θα ήταν αδύνατος ο ρόλος του ως μεσίτου μεταξύ Θεού και κόσμου, στον οποίο ρόλο επιμένει ο άγιος Μάξιμος τόσο πολύ. Αλλά και η βιολογική του ένωση με τα λοιπά ζώα, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει και διαφορά. Γιατί τα ζώα στερούνται του αυτεξουσίου και τής ελευθερίας που έχει ο άνθρωπος. Αν λοιπόν αρνηθούμε τη βιολογική συνέχεια τού ανθρώπου με τα άλλα ζώα, τότε η μεσιτεία τού ανθρώπου μεταξύ υλικού κόσμου και Θεού, καθίσταται αδύνατη. Και αν δεν δεχθούμε τη διαφορά μεταξύ αυτών των δύο, τότε η μεσιτεία αυτή καθίσταται ανελεύθερη και αναγκαστική. Και αυτό έχει πελώρια σημασία, (η φιλοσοφική αυτή θέση τού αγίου Μαξίμου), ότι άλλο διαφορά και άλλο διαίρεση. Η κοσμολογία λοιπόν τού αγίου Μαξίμου, είναι ανθρωποκεντρική. Ο άνθρωπος είναι κεκλημμένος από τον Θεό, να υπηρετήσει την ενότητα της δημιουργίας και την ανύψωσή της σε κοινωνία με τον Θεό. Δεν είναι όμως η κοσμολογία του ανθρωπομονιστική. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να νοηθεί αποκομμένος από τη λοιπή υλική δημιουργία. Είναι και αυτός μέρος της. Και ό,τι συμβαίνει στην υλική δημιουργία έχει άμεσες επιπτώσεις και σ' αυτόν.


 

 

 

 

           

Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2015

Οἱ ἀδελφοί τοῦ Ἰησοῦ, Ἰω. Καρδάση

Περί της αειπαρθενίας της Θεοτόκου
 
            Απόσπασμα από την επιστολή του Αγ. Επιφανίου προς τους Χριστιανούς της Αραβίας, κατά των Αντιδικομαριανιτών, δηλαδή των αιρετικών, οι οποίοι δεν εδέχοντο την αειπαρθενία της Θεοτόκου. Η επιστολή εγράφη το 367, μόλις ανέλαβε τα επισκοπικά του καθήκοντα. Η επιστολή σώζεται αυτούσια στο Πανάριο, που συνεγράφη το 375 (PG  42.705-740).
            Σύμφωνα με την επιστολή αυτή:
            Ο Ιακώβ (επονομαζόμενος Πάνθηρ) είχε δυο υιούς:
            α/ Ιωσήφ τον μνήστορα
            β/ Σίμωνα Κλωπά
            Ο Ιωσήφ νυμφεύθηκε μια γυναίκα από την φυλή Ιούδα και γέννησε έξη (6) παιδιά, τέσσερα αγόρια και δυο κορίτσια (τούτο αναφέρουν Ματθαίος 13.53, Μάρκ. 6.3)
            Ο Ιωσήφ έμεινε χήρος και σε ηλικία 80 ετών μνηστεύθηκε τη Μαρία.
            Ο Ιωσήφ αποθνήσκει μετά τα 92 του χρόνια.
            Τα έξη παιδιά του Ιωσήφ αναφέρονται με τα ονόματά τους:
            Ιάκωβος, Ιωσής, Σίμων, Ιούδας, Μαρία, Σαλώμη.
            Ο Ιάκωβος (αποκαλούμενος αδελφόθεος, ωβλίας = τείχος, δίκαιος, ναζωραίος = άγιος). Εγέννησεν τούτον ο Ιωσήφ σε ηλικία 40 ετών. Αδελφός του Ιησού εξ αγχιστείας, ήταν 40 ετών όταν γεννήθηκε ο Ιησούς. Κατά δε την Πεντηκοστή ήτανε 73 ετών και ανέλαβε πρώτος Επίσκοπος Ιεροσολύμων. Ο Παύλος αναφέρει: «Έτερον δε των Αποστόλων ουκ είδον, ει μη Ιάκωβον τον αδελφόν του Κυρίου» (Γαλ. 1.19). Ο Ιάκωβος τελευτά σε ηλικία 96 ετών, παρθένος, με το μαρτύριο του λιθοβολισμού. Δεν αναφέρεται στους 12 Αποστόλους, όπως ο Ιάκωβος ο του Αλφαίου και ο Ιάκωβος ο του Ζεβεδαίου. Είναι ένας εκ των 71 αποστόλων. Αναφέρονται στο πρόσωπό του: η επιστολή Ιακώβου στην Καινή Διαθήκη, καθώς και η Λειτουργία του, ως Ιακώβου του Αδελφοθέου. Επίσης αναφέρεται και το Πρωτοευαγγέλιο του Ιακώβου, απόκρυφο κείμενο με μυθώδεις αφηγήσεις. Η μνήμη του εορτάζεται στις 23 Οκτωβρίου.
            Ο Σίμωνας ο αδελφόθεος (και Συμεών και Κλεόπας επονομαζόμενος), εκ των 71 Αποστόλων, δεύτερος Επίσκοπος Ιεροσολύμων μετά τον Ιάκωβο τον Αδελφόθεο και Ιερομάρτυρας. Η μνήμη του εορτάζεται στις 27 Απριλίου.
            Ο Ιωσής ο Αδελφόθεος. Η ονομασία του είναι εξελληνισμένος τύπος του εβραϊκού ονόματος Γιωσέφ = Ιωσήφ.
            Ο Ιούδας ο Αδελφόθεος, αδελφός του Κυρίου εξ αγχιστείας (και Θαδδαίος και Λεββαίος επονομαζόμενος), εκ των 71 Αποστόλων, αναφέρεται ως ο συγγραφέας της επιστολής Ιούδα στην Καινή Διαθήκη. Ο Ιούδας με τη σύζυγό του έχουν ιεραποστολικό έργο: «ως και οι λοιποί Απόστολοι και οι αδελφοί του Κυρίου και Κηφάς;» (Κορινθ. Α΄ 9.5). Η μνήμη του τιμάται στις 19 Ιουνίου.

Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2015

Βίος καί Πολιτεία τοῦ ἁγ. Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Ἰω. Καρδάση

         Ο Άγιος Βασίλειος, γεννημένος το 330 μ.Χ. στη Νεοκαισάρεια του Πόντου από γονείς ευγενείς με δυνατό χριστιανικό φρόνημα, έμελλε να γίνει Μέγας πνευματικός διδάσκαλος και κορυφαίος θεολόγος και Πατέρας της Εκκλησίας, αφού η χριστιανική του ανατροφή και η πνευματική του πορεία τον οδήγησαν στην θεία θεωρεία του Αγίου Ευαγγελίου, και στην αυστηρή ασκητική ζωή, παράλληλα με το ποιμαντικό, παιδαγωγικό και φιλανθρωπικό του έργο.
Ο πατέρας του, Βασίλειος, ήταν καθηγητής ρητορικής στη Νεοκαισάρεια και η μητέρα του Εμμέλεια απόγονος οικογένειας Ρωμαίων αξιωματούχων. Στην οικογένεια εκτός από το Βασίλειο υπήρχαν άλλα οκτώ παιδιά. Μεταξύ αυτών, ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ο Όσιος Ναυκράτιος ασκητής και θαυματουργός, η Οσία Μακρίνα και ο Άγιος Πέτρος, Επίσκοπος Σεβαστείας.
Τα πρώτα γράμματα, του τα δίδαξε ο πατέρας του. Συνέχισε τις σπουδές του στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, στην Κωνσταντινούπολη και στην Αθήνα. Εκεί σπούδασε γεωμετρία, αστρονομία, φιλοσοφία, ιατρική, ρητορική και γραμματική. Οι σπουδές του διήρκησαν τεσσεράμισι χρόνια. Η ασκητική του ζωή ξεκίνησε ήδη από τα χρόνια όπου φοιτούσε στην Αθήνα. Ο σοφός δάσκαλος του, Εύβουλος, εντυπωσιασμένος από την αυστηρή νηστεία, του Αγίου, και μετά την παραίνεση του, λέγεται ότι έγινε Χριστιανός
Συμφοιτητές του ήταν και δύο νέοι που έμελλε να διαδραματίσουν σπουδαίο ρόλο στην ιστορία. Ο ένας, φωτεινό σημείο, ο Άγιος και Μέγας Πατέρας της Εκκλησίας, ο Θεολόγος Γρηγόριος και ο άλλος μελανό σημείο, στον αντίποδα, προδότης του Ιησού, ειδωλολάτρης και διώκτης των Χριστιανών, ο Ιουλιανός ο Παραβάτης. Κατά την διάρκεια αυτών των ετών, ο Άγιος Βασίλειος και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ανέπτυξαν μεγάλη και ισχυρή φιλία. Ταυτόχρονα με τις σπουδές τους, είχαν  ιεραποστολική δράση. Διοργάνωναν  χριστιανικές συγκεντρώσεις, στις οποίες ανέλυαν θρησκευτικά ζητήματα. Ίδρυσαν επίσης και τον πρώτο φοιτητικό χριστιανικό σύλλογο.
Επέστρεψε στην Καισαρεία το καλοκαίρι του 356μ.Χ. και συνεχίζοντας την παράδοση του πατέρα του, έγινε καθηγητής της ρητορικής. Το 358 μ.Χ. επηρεασμένος από το θάνατο του αδερφού του μοναχού Ναυκρατίου, καθώς και με την παρότρυνση της αδερφής του Μακρίνας, βαπτίζεται Χριστιανός, και αποφασίζει να αφιερώσει τον εαυτό του στην ασκητική πολιτεία. Αποσύρθηκε λοιπόν σε ένα κτήμα της οικογένειας του στον Πόντο. Χαρακτηριστικό της μεγαλοψυχίας του είναι, ότι μετά την βάπτιση του δώρισε στους φτωχούς και στην εκκλησία το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του. Το φθινόπωρο του ίδιου έτους ξεκινά ένα οδοιπορικό σε γνωστά κέντρα ασκητισμού της Ανατολής, Αίγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία και Μεσοποταμία, επιθυμώντας να συναντήσει πολλούς ασκητές και μοναχούς για να γνωρίσει τον τρόπο ζωής τους.  Όταν γύρισε στο Πόντο από το ταξίδι αυτό, μοίρασε και την υπόλοιπη περιουσία του και αποσύρθηκε στο κτήμα του επιθυμώντας να ζήσει πλέον ως μοναχός. Εκεί έγραψε τους: «Κανονισμούς δια τον Μοναχικόν βίον», κανόνες που ρυθμίζουν τη ζωή στα μοναστήρια μέχρι τις μέρες μας. Με την υψηλή του κατάρτιση στην Ορθόδοξη Πίστη και τον ασκητικό, θαυμαστό του βίο, η φήμη του Αγίου Βασιλείου εξαπλώθηκε με τον καιρό σε όλη την Καππαδοκία. Έτσι και ο Μητροπολίτης της Καισαρείας Ευσέβιος πραγματοποιώντας την Θεία Βούληση αλλά και αυτή των χριστιανών της περιοχής, χειροτόνησε το 364 μ.Χ. τον Άγιο Βασίλειο πρεσβύτερο. Το 370 μ.Χ., μετά τον θάνατο του Ευσεβίου και σε ηλικία 41 ετών, τον διαδέχθηκε ο Άγιος Βασίλειος στην επισκοπική έδρα, με τη συνδρομή του Ευσεβίου επισκόπου Σαμοσάτων και του Γρηγορίου επισκόπου Ναζιανζού. Επίσκοπος πλέον, ο Άγιος Βασίλειος αντιμετώπισε την προσπάθεια του Αυτοκράτορα Ουάλη να επιβάλει τον Ομοιανισμό (ρεύμα του Αρειανισμού), επικοινωνώντας μέσω επιστολών με τον Μέγα Αθανάσιο, Πατριάρχη Αλεξανδρείας και τον Πάπα Ρώμης Δάμασο. Στον τόπο του, στην περιφέρεια της δικής του ποιμαντικής ευθύνης είχε να αντιμετωπίσει την έντονη παρουσία του αρειανικού στοιχείου και άλλων κακοδοξιών. Από τις επιστολές του  φαίνονται οι προσπάθειες που κατέβαλε για την καταπολέμηση της σιμωνίας των επισκόπων, για την ανάδειξη άξιων κληρικών στο ιερατείο, καθώς και για την πιστή εφαρμογή των ιερών κανόνων από όλους τους πιστούς και φανερώνεται επίσης η ποιμαντική φροντίδα στα αποκομμένα και περιθωριοποιημένα μέλη της Εκκλησίας.
Στην οικουμενική Εκκλησία ο Μέγας Βασίλειος ουσιαστικά αναλαμβάνει τα πνευματικά ηνία από το Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος γηραιός πλέον, αποσύρεται από την ενεργό δράση. Εργάζεται συνεχώς για την επικράτηση των ορθόδοξων χριστιανικών αρχών και υπερασπίζεται με σθένος το δογματικό προσανατολισμό της Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας.
Ο Άγιος Βασίλειος, βοηθούσε πάντοτε τους αδικημένους και κουρασμένους, τους πεινασμένους και τους αρρώστους, ανεξάρτητα από το γένος, τη φυλή και το θρήσκευμα. Έτσι το όραμά του το έκανε πραγματικότητα ιδρύοντας ένα πρότυπο και για τις μέρες μας κοινωνικό και φιλανθρωπικό σύστημα, τη «Βασιλειάδα». Ένα ίδρυμα που λειτουργούσε νοσοκομείο, ορφανοτροφείο, γηροκομείο και ξενώνας για την φροντίδα και ιατρική περίθαλψη των φτωχών αρρώστων και ξένων. Τις υπηρεσίες του τις πρόσφερε το ίδρυμα δωρεάν σε όποιον τις είχε ανάγκη. Το προσωπικό του ιδρύματος αυτού ήταν εθελοντές που προσφέρανε την εργασία για το καλό του κοινωνικού συνόλου. Ήταν ένα πρότυπο και σε άλλες επισκοπές και στους πλουσίους ένα μάθημα να διαθέτουν τον πλούτο τους με ένα αληθινά χριστιανικό τρόπο. Πραγματικά είναι άξιο θαυμασμού η έμπνευση που είχε ο Άγιος Βασίλειος, τον 4ο αιώνα μ.Χ. να ιδρύσει και να λειτουργήσει ένα τέτοιο ίδρυμα - πρότυπο.
Καταπονημένος από την μεγάλη δράση που ανέπτυξε σε τόσους πολλούς τομείς, εναντίον των διαφόρων κακοδοξιών και ειδικά της αιρέσεως του Αρειανισμού, μη διστάζοντας πολλές φορές να αντιταχθεί με την εκάστοτε πολιτική εξουσία, με όπλα του την πίστη και την προσευχή, με τα κηρύγματα και τους λόγους του, με τα πολλά ασκητικά και παιδαγωγικά συγγράμματα, καθώς και την ασκητική ζωή του ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας παραδίδει το πνεύμα στο Θεό την 1η Ιανουαρίου του 379 μ.Χ. σε ηλικία 49 ετών. Ο θάνατός του βυθίζει στο πένθος όχι μόνο το ποίμνιό του αλλά και όλο το χριστιανικό κόσμο της Ανατολής. Στην κηδεία του συμμετέχει και ένα πλήθος ανομοιογενές από άποψη θρησκευτικής και εθνικής διαφοροποιήσεως. Το υψηλής σημασίας θεολογικό και δογματικό του έργο καθώς και η λειτουργική και πρωτότυπη ανθρωπιστική του δράση, είναι η μεγάλη παρακαταθήκη που μας άφησε. Η μνήμη του τιμάται από την Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία την 1ην Ιανουαρίου.  Από το 1081μ.Χ. ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως - Νέας Ρώμης Ιωάννης Μαυρόπους (ο από Ευχαΐτων) θέσπισε έναν κοινό εορτασμό των Τριών Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννη του Χρυσοστόμου, στις 30 Ιανουαρίου, ως προστατών των γραμμάτων και της παιδείας.
Με σοφία, στο απολυτίκιο του αναφέρεται η φράση «... τα των ανθρώπων ήθη κατεκόσμησας...». Και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, στον Επιτάφιο για τον καλό και Μέγα φίλο του Άγιο Βασίλειο, αποδίδει σ' αυτόν, με την ποιητική και βαθιά στοχαστική ματιά του, το χαρακτηρισμό «παιδαγωγός της νεότητος»
Ο Μ. Βασίλειος, εκτός των άλλων θαυμάσιων και θείας εμπνεύσεως έργων του, έγραψε και την εκτενή  και κατανυκτική Θεία Λειτουργία, που, μετά την επικράτηση της συντομότερης Θείας Λειτουργίας  του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, τελείται 10 φορές το χρόνο: την 1η Ιανουαρίου (όπου γιορτάζεται και η μνήμη του), τις πρώτες πέντε Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής, τις παραμονές των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων, την Μ. Πέμπτη και το Μ. Σάββατο.
Λίγα θαυμαστά γεγονότα από τον βίο του Αγίου
Ιουλιανός ο Παραβάτης
Όταν ο Ιουλιανός ο παραβάτης,  ο ασεβής και διώκτης των Χριστιανών, θέλησε να πάει στην Περσία να πολεμήσει πέρασε κοντά από την Καισάρεια. Ο Άγιος Βασίλειος γνωρίζοντας τον από την Αθήνα όπου ήταν συμφοιτητές, πήγε μαζί με τον λαό να τον τιμήσει. Ο Ιουλιανός απαίτησε να του δωρίσει, αφού ο Άγιος δεν είχε τίποτε άλλο, τρεις από τους κριθαρένιους άρτους του. Ο Άγιος το έκανε και ο Ιουλιανός διέταξε τους υπηρέτες να ανταμείψουν τη δωρεά και να δώσουν χόρτο από το λιβάδι. Ο Άγιος Βασίλειος βλέποντας την καταφρόνηση του βασιλιά του είπε: «εμείς, βασιλιά ότι μας ζήτησες από κείνο που τρώμε σου το προσφέραμε κι εσύ μας αντάμειψες από κείνο που τρως». Τότε ο Ιουλιανός θύμωσε πάρα πολύ και απείλησε, ότι όταν θα επιστρέψει από την Περσία νικητής, θα κάψει την πόλη και τον λαό θα τους πάρει δούλους. Όσο για τον ίδιο τον Άγιο Βασίλειο θα τον ανταμείψει όπως πρέπει.
Ο Άγιος Βασίλειος όταν πήγε στην πόλη ζήτησε από το λαό να μαζέψουν ότι πολύτιμο είχαν και να το αποθηκεύσουν κάπου, έως ότου επιστρέψει ο φιλοχρήματος Ιουλιανός, για να του το προσφέρουν. Ίσως κι έτσι κατευνάσουν την οργή του.
Όταν έμαθε ότι επιστρέφει ο άφρων βασιλιάς, ο Άγιος Βασίλειος ζήτησε από τους πολίτες  να προσευχηθούν και να νηστεύσουν τρεις μέρες. Μετά όλοι μαζί ανέβηκαν στο δίδυμον όρος της Καισαρείας όπου στη μια από τις δύο κορυφές ήταν ο ναός της Υπεραγίας Θεοτόκου. Εκεί προσευχόμενος ο Άγιος είδε σε οπτασία, μια μεγάλη ουράνια στρατιά, να κυκλώνει το όρος και στη μέση να κάθεται σε θρόνο μια γυναίκα (η Παναγία) και να δοξάζεται, η οποία γυναίκα είπε στους αγγέλους να της φέρουν τον Μερκούριο για να φονεύσει τον Ιουλιανό, τον εχθρό του υιού της. Έπειτα είδε τον Μάρτυρα Μερκούριο να φθάνει οπλισμένος μπροστά στην βασίλισσα των Αγγέλων κι όταν εκείνη τον πρόσταξε αυτός να φεύγει γρήγορα. Κατόπιν προσκάλεσε τον Άγιο Βασίλειο και του έδωσε ένα βιβλίο που ήταν γραμμένη όλη η δημιουργία της κτίσεως κι έπειτα του ανθρώπου. Στην αρχή του βιβλίου ήταν η επιγραφή «Είπε» και στο τέλος του βιβλίου εκεί που έγραφε για την πλάση του ανθρώπου ήταν η επιγραφή «Τέλος». Μόλις είδε την οπτασία αυτή ο Άγιος ξύπνησε.
Το νόημα της οπτασίας του βιβλίου, ήταν ότι ο Άγιος Βασίλειος έγραψε, όντως, ερμηνεία στην Εξαήμερον του Μωϋσέως στην οποία διηγείται, πως ο Θεός εποίησε τον ουρανό, την γη, τον ήλιο, την σελήνη, τη θάλασσα, τα ζώα και όλα τα αισθητά κτίσματα. Όταν όμως, έμελλε να γράψει και για την ημέρα κατά την οποία ο Θεός έπλασε τον Αδάμ και την Εύα, τότε ο Μέγας αυτός Άγιος άφησε την τελευταία του πνοή στη γη και πήγε στους ουρανούς να συναντήσει τον Κύριον του, που με δύναμη  αγάπησε και που γι' Αυτόν μέσα σε πολύ σύντομο διάστημα που έζησε έπραξε τόσα πολλά και τόσο μεγάλα. Το έργο του συμπλήρωσε κατόπιν ο αδελφός του, ο Άγιος Γρηγόριος ο Αρχιεπίσκοπος Νύσσης, που έγραψε για την ημέρα της πλάσης του ανθρώπου.
Όταν ο Άγιος είδε την οπτασία, πήγε στην πόλη με μερικούς κληρικούς, στο Ναό του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Μερκουρίου, όπου μη βρίσκοντας το λείψανο του Αγίου και τα όπλα του που φυλάσσονταν στον Ναό έναν αιώνα αφότου μαρτύρησε επί της βασιλείας του Βαλεριανού και Βαλερίου, κατάλαβε τι είχε συμβεί κι έτρεξε αμέσως στο λαό να τους ειδοποιήσει ότι ο άφρων Ιουλιανός φονεύθηκε.
Βλέποντας το θαύμα οι Χριστιανοί και την παρρησία του Αγίου Βασιλείου δεν θέλησαν να πάρουν πίσω την περιουσία που είχαν αποθηκεύσει για τον τύραννο Ιουλιανό. Ο Άγιος όμως αφού τους επαίνεσε για την πράξη τους, το ένα τρίτο του ποσού τους το έδωσε και τα υπόλοιπο ποσό το διέθεσε για να κτίσουν πτωχοτροφεία, ξενοδοχεία, νοσοκομεία, γηροτροφεία και ορφανοτροφεία.
Ουάλης
Μετά τον Ιουλιανό τον παραβάτη, βασίλευσε ο θεοσεβής Ιοβιανός μόνο για ένα χρόνο και κατόπιν τη βασιλεία παρέλαβαν ο Ουαλεντιανός και ο αδελφός του Ουάλης που ήταν αιρετικός, οπαδός του Αρειανισμού και διώκτης των Ορθοδόξων Χριστιανών. Ο Ουάλης αφού πήρε με το μέρος του όλους τους επισκόπους, θέλησε να κάμψει και τον Μέγα Βασίλειο που έμαθε ότι ήταν ανένδοτος. Έστειλε δύο δικούς του ανθρώπους, οι οποίοι με απειλές προσπάθησαν να αποδεχθεί ο Άγιος τις αιρετικές και βλάσφημες δοξασίες του Αρείου. Ο ένας, μάλιστα ο άρχοντας Μόδεστος αφού γύρισε άπραγος στον βασιλιά του είπε ότι, ευκολότερο είναι να μαλακώσει κανείς το σίδηρο παρά την γνώμη του Βασιλείου. Ακούγοντας αυτά ο βασιλιάς Ουάλης θέλησε να πάει ο ίδιος στον Μέγα Βασίλειο. Αυτό και έκανε. Ήταν η μεγάλη εορτή των Θεοφανείων, όταν έφθασε ο βασιλιάς στον Ναό. Εκεί είδε την τάξη και την ησυχία των Χριστιανών που παρακολουθούσαν, τον Άγιο Βασίλειο να τους διδάσκει, σεμνός, απέριττος, με λόγο δυνατό, γεμάτο σοφία και χάρη του Αγίου Πνεύματος. Ο βασιλιάς έδειξε να μετανιώνει κι αφού μίλησε με τον Άγιο, έφυγε.
Οι Αρειανοί Αρχιερείς, όμως και πάλι μετέβαλαν τη γνώμη του βασιλιά και τον έπεισαν να εξορίσει τον Άγιο. Όρισε τότε ο βασιλιάς να συντάξουν ένα κείμενο με την απόφαση της εξορίας του Αγίου. ‘Ομως, βλέποντας ότι το χέρι εκείνου που θα έγραφε την απόφαση της εξορίας, ξεράθηκε και το ίδιο του το παιδί αρρώστησε βαριά, κάλεσε τον Άγιο να προσευχηθεί. Και κείνος μόνο που είδε το παιδί το ίασε. Και τον Μόδεστο, ακόμη γιάτρευσε που και κείνος κινδύνευε  να πεθάνει. Αυτά είδε ο βασιλιάς και γύρισε στο θρόνο του.
Ο βασιλιάς Ουάλης αργότερα, θέλησε να χωρίσει την επαρχία της Καππαδοκίας σε δύο επαρχίες, με έδρα την Καισάρεια στη μία και τα Τύανα στην άλλη. Οι επίσκοποι αιρετικοί όπως ήταν βρήκαν ευκαιρία, γιατί συνέχεια φιλονικούσαν με τον Άγιο Βασίλειο να χωρίσουν και τις Μητροπόλεις σε δύο, ορίζοντας δικό τους Μητροπολίτη στα Τύανα. Τότε ο Άγιος με ταπείνωση τους είπε ότι η Εκκλησία δεν έχει υποχρέωση να ακολουθεί τη βασιλεία, αλλά η βασιλεία την Εκκλησία, ούτε είναι πρέπον να χωρίζουν οι Μητροπολίτες, οι μιμητές του Χριστού επειδή χώρισαν οι έπαρχοι. Δεν τον άκουσαν όμως οι επίσκοποι και όρισαν Μητροπολίτη Τυάνων κάποιον Άνθιμο. Κι όχι μόνο αυτό αλλά έκλεψαν και κάποια κτήματα του Ναού του Αγίου Ορέστου που ήταν στη δικαιοδοσία του Αγίου Βασιλείου. Ο Άγιος ως μιμητής Χριστού, ειρήνευσε και αρκέσθηκε στην επαρχία της Καισαρείας. Βλέποντας ο Θεός την υπομονή του, σύντομα τιμώρησε τον Μητροπολίτη Τυάνων  Άνθιμο και ενώθηκαν και πάλιν οι επαρχίες. Τότε είναι καθώς λένε, ότι χειροτόνησε ο Άγιος Βασίλειος τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο Επίσκοπο στα Σάσιμα.
Αργότερα πάλι, με περίσσιο θράσος οι Αρειανοί επίσκοποι και με την άδεια του βασιλιά Ουάλη εκδίωξαν τον Ορθόδοξο Αρχιερέα της Νίκαιας και τους Χριστιανούς της πόλης και κατέλαβαν τον Μητροπολιτικό Ναό. Τότε έδρασε γι' άλλη μια φορά ο Μέγας αυτός Άγιος της Εκκλησίας μας και αφού πήρε την άδεια του βασιλιά να διευθετήσει όπως αυτός ήθελε με τον τρόπο του, αρκεί να είναι δίκαιος και για τα δύο μέρη, έφθασε στη Νίκαια και είπε να σφραγίσουν τον Ναό και οι Ορθόδοξοι και οι Αρειανοί και αφού προσευχηθούν πρώτα οι οπαδοί του Αρείου, εάν ανοίξουν οι πύλες να πάρουν αυτοί τον Ναό, εάν όμως όχι να προσευχηθούν οι Ορθόδοξοι και εάν ανοίξουν οι πύλες να τους δοθεί και πάλιν ο Ναός, εάν όχι να πάει στους Αρειανούς. Συμφώνησαν όλοι και περισσότερο οι Αρειανοί αφού πλεονεκτούσαν στη περίπτωση που δεν άνοιγαν οι πύλες. Έτσι κι έγινε. Προσευχήθηκαν πρώτα οι Αρειανοί, για τρεις ημέρες. Πώς να τους ακούσει ο Υιός του Θεού, όταν αυτοί τον υβρίζουν; Οι πύλες και βέβαια έμειναν κλειστές. Μετά προσευχήθηκαν οι Ορθόδοξοι με τον Άγιο Βασίλειο στο Ναό του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Διομήδους, που ήταν κοντά στον Μητροπολιτικό Ναό. Κατόπιν ο Άγιος Βασίλειος με όλο το πλήθος των Ορθοδόξων Χριστιανών πήγαν στο Μητροπολιτικό Ναό και όταν ακούσθηκε  ο Μέγας Βασίλειος να λέει «Ευλογητός ο Θεός των Χριστιανών εις τους αιώνας των αιώνων», έσπασαν οι μοχλοί και οι κλειδαριές και οι πύλες άνοιξαν. Μετά από αυτό το θαύμα, ο Ναός επανήλθε στους Ορθοδόξους και πολλοί από τους πιστούς του Αρείου έγιναν Ορθόδοξοι.
Όσιος Εφραίμ ο Σύρος
Μαθαίνοντας ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος, τα θαύματα του Αγίου Βασιλείου, παρακάλεσε τον Θεό να του αποκαλύψει ποιος είναι ο Άγιος. Είδε τότε στήλη πυρός που έφθανε μέχρι τον ουρανό και άκουσε μια φωνή να λέει «Εφραίμ, Εφραίμ, καθώς την πυρίνην ταύτην στήλην, τοιούτος είναι ο Μέγας Βασίλειος». Τότε γρήγορα έφυγε από την έρημο παίρνοντας μαζί του ένα διερμηνέα που να μιλάει την Ελληνική και Συριακή γλώσσα και πήγε να βρει τον Άγιο Βασίλειο. Έφθασε την ημέρα της εορτής των Θεοφανείων, όταν την ώρα εκείνη λειτουργούσε ο Μέγας Βασίλειος και βλέποντας ο Όσιος Εφραίμ τα λαμπρά και πολύτιμα άμφια τα οποία φορούσε ο Άγιος Βασίλειος, θέλησε να φύγει γιατί νόμιζε ότι μάταια πήγε. Τότε έστειλε, ο Άγιος Βασίλειος ένα διάκονο να βρει στη δυτική πύλη τον Όσιο Εφραίμ και να τον φέρει στο ιερό. Ο Όσιος δεν θέλησε να πάει λέγοντας στον διάκονο, ότι μάλλον πλανήθηκε ο Αρχιερέας, γιατί αυτοί είναι ξένοι. Έστειλε πάλι τον διάκονο ο Άγιος Βασίλειος λέγοντας του να του πει «Κύριε Εφραίμ, ελθέ εις το Άγιον Βήμα, διότι σε καλεί ο Αρχιεπίσκοπος». Κατάλαβε έτσι ο Όσιος, ότι στήλη πυρός ήταν ο Μέγας Βασίλειος και πήγε στο Άγιο Βήμα και αφού τον ασπάσθηκε συνομίλησε μαζί του για πνευματικά θέματα και θεία νοήματα.
Μια χάρη σου ζητώ, Άγιε Δέσποτα του είπε μέσω του διερμηνέα του ο Όσιος Εφραίμ, να προσευχηθείς στον Κύριο μας να μου χαρίσει το Πανάγιο Πνεύμα την δύναμη να μιλήσω Ελληνικά. Προσευχήθηκε ο Άγιος Βασίλειος μαζί με τον Όσιο Εφραίμ και να το θαύμα. Ο Όσιος πραγματικά μίλησε Ελληνικά. Κατόπιν ο Άγιος Βασίλειος χειροτόνησε τον Όσιο Εφραίμ Ιερέα και τον διερμηνέα του Διάκονο.
Μιμητής Χριστού
Όταν κάποτε παρατήρησε τον τοπικό άρχοντα για μία αδικία που έκανε σε μια χήρα γυναίκα, κι αφού ο άρχοντας δεν συμμορφώθηκε, αναγκάσθηκε ο Άγιος να του πει, ότι όπως έμενε ασυγκίνητος στις εκκλήσεις αυτής της αδικημένης γυναίκας, έτσι κάποιοι θα μένουν ασυγκίνητοι όταν αυτός ο ίδιος θα έχει την ανάγκη τους. Έτσι έγινε όταν ο βασιλιάς του έδειξε την οργή του, οδηγώντας τον σιδηροδέσμιο οι στρατιώτες του στις πόλεις για να πληρώσει τις αδικίες που είχε κάνει. Τότε κατάλαβε την πρόρρηση του αγίου και παρακάλεσε τον Άγιο Βασίλειο και  τον Θεό να τον λυπηθεί. Ο αμνησίκακος Άγιος προσευχόμενος στον Θεό και μόνο με την ευχή του ηρέμησε το βασιλιά και μετά από έξι μέρες αφ' ότου ο δυστυχής άρχοντας παρακάλεσε τον Άγιο Βασίλειο έφθασε γράμμα από το βασιλιά όπου τον ελευθέρωνε. Μ' αυτό τον τρόπο συνετίσθηκε ο άρχοντας κι αναγνώρισε την καλοσύνη του Αγίου τον οποίο κι ευχαρίστησε. Και στη γυναίκα που είχε αδικήσει έδωσε διπλάσιο το ποσό.
Προς το τέλος της επίγειας πορείας του, καθώς μετέβαινε στην Εκκλησία, μία αμαρτωλή γυναίκα έπεσε στα πόδια του ρίχνοντας ένα γράμμα στο οποίο έγραψε τις αμαρτίες της, γιατί ντρεπόταν η ίδια να τις ξεστομίσει και κλαίγοντας παρακαλούσε τον Άγιο να το διαβάσει και να συγχωρήσει τις αμαρτίες της. Ο Άγιος την παρηγόρησε, και είπε ότι μόνο ο Κύριος συγχωρεί τις αμαρτίες μας. Φιλεύσπλαχνος, όπως ήταν, κρατούσε το γράμμα σ' όλη τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας. Στο τέλος κάλεσε τη γυναίκα και της επέστρεψε το γράμμα. Εκείνη μόλις το άνοιξε δεν βρήκε τίποτε γραμμένο, παρά μόνο ένα σημείο όπου αναφέρει ένα θανάσιμο αμάρτημά της. Κλαίγοντας πάλι τον παρακαλούσε να την λυπηθεί και να προσευχηθεί και πάλι στο Θεό να τη συγχωρήσει. Ο Άγιος Βασίλειος τότε της είπε να πάει αμέσως στην έρημο να βρει τον Όσιο Εφραίμ και να δεηθεί αυτός, στον Θεό για το αμάρτημα της. Η γυναίκα χωρίς να χρονοτριβήσει με την ευχή του Αγίου πήγε αμέσως στην έρημο. Εκεί βρήκε τον Όσιο Εφραίμ κι αφού του διηγήθηκε την ιστορία της, τον παρακάλεσε θερμά, για τη συγχώρηση.
Ο Όσιος όμως της αρνήθηκε, λέγοντας της να πάει στον Άγιο Βασίλειο, όπου οι δικές του δεήσεις έσβησαν τις αμαρτίες της, έτσι αυτός πάλι μπορεί να δεηθεί στον Κύριο και για τη μία αμαρτία που έμεινε. Να το κάνει σύντομα όμως γιατί ο Άγιος σε λίγο πεθαίνει. Εκείνη μόλις το άκουσε έφυγε τρέχοντας να προλάβει ζωντανό τον Άγιο. Όταν έφθασε, όμως η δύστυχη βρήκε το φέρετρο του και πλήθος κόσμου πάνω του. Έκλαιγε και φώναζε, ρίχνοντας το γράμμα στα πόδια του Αγίου είπε σε όλους την ιστορία. Κλαίγοντας έλεγε, ότι ο Άγιος μπορούσε να δεηθεί και γι' αυτή την αμαρτία αλλά την έστειλε σε άλλον. Ένας Ιερέας τότε θέλησε να δει στο γράμμα για ποια αμαρτία μιλούσε η γυναίκα. Και τότε να το θαύμα. Δεν υπήρχε στο γράμμα τίποτε γραμμένο.
Κατά την τελευταία μέρα πάλι της ζωής του ο Άγιος και Μέγας Βασίλειος έκανε Χριστιανό τον Εβραίο γιατρό και φίλο του Ιωσήφ καθώς και όλη του την οικογένεια  με θαυμαστό τρόπο. Αφού ο γιατρός τον επισκέφθηκε, ρώτησε ο Άγιος να του πει πόσες ώρες του μένουν. Αυτός πιάνοντας τον σφυγμό του, του είπε ότι μένουν λίγες ώρες, κι ότι στη δύση του ηλίου θα πεθάνει. Ο Άγιος τότε του είπε ότι αν ζήσει μέχρι την επόμενη ημέρα, τι θα κάνει; Ο Ιωσήφ του είπε ότι αν συμβεί κάτι τέτοιο να πεθάνει ο ίδιος. Καλά το λες του είπε ο Άγιος να πεθάνεις την αμαρτία και να ζήσεις εν Χριστώ. Δέχθηκε ο Ιωσήφ γιατί ήταν αδύνατο με τους φυσικούς νόμους να συνέβαινε κάτι τέτοιο. Όταν έφυγε ο Εβραίος, προσευχήθηκε ο Άγιος Βασίλειος στον Θεό να του παρατείνει τη ζωή και για να δώσει την πραγματική ζωή στο φίλο του Ιωσήφ και στην οικογένεια του και για να προλάβει να έρθει εκείνη η δυστυχισμένη γυναίκα, που έστειλε στην έρημο στον Όσιο Εφραίμ. Ο Θεός άκουσε τη δέηση του αγαπημένου δούλου του. Την επόμενη ημέρα το πρωί ζήτησε να του φέρουν τον Εβραίο γιατρό. Εκείνος αμέσως πήγε στο σπίτι του Αγίου νομίζοντας ότι θα τον βρει νεκρό. Βλέποντας όμως ότι ο Άγιος Βασίλειος ήταν ζωντανός χωρίς καν σφυγμό και ζωή στις φλέβες του έπεσε στα πόδια του κι αναγνώρισε τον αληθινό Θεό και Σωτήρα Ιησού Χριστό. Σε λίγο ο ίδιος ο Άγιος βάπτισε τον Ιωσήφ με το όνομα Ιωάννη και όλη του την οικογένεια. Γύρω στις δέκα ρώτησε πάλι ο Άγιος τον φίλο του «Κύριε Ιωάννη πότε θα πεθάνω;» κι εκείνος του απάντησε «όταν ορίσεις εσύ Δέσποτα»
Η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου
Κατανοώντας ο Άγιος Βασίλειος τα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί και στον κλήρο και στο λαό, να παρακολουθήσουν την μακρά Θεία Λειτουργία και τις ευχές προς τον Θεό, στην όλη ακολουθία του Αγίου Ιακώβου του αδελφοθέου, παρακάλεσε τον Κύριο με νηστεία και προσευχή να του φανερώσει τον τρόπο να βοηθήσει τους πιστούς. Ο τρόπος, θαυμαστός, όπως μόνο σε έναν Μεγάλο διδάσκαλο, Πατέρα και Άγιο της Εκκλησίας θα ταίριαζε. Σε οπτασία, λοιπόν, είδε ο Άγιος, ο σοφότατος  Βασίλειος, τον Κύριο με τους Αποστόλους, να τελεί την Θεία Μυσταγωγία, λέγοντας τις ευχές, όχι όπως ακριβώς είναι γραμμένες στη Θεία λειτουργία του αδελφοθέου Ιακώβου, αλλά συντετμημένες με τέτοιο τρόπο, όπως τις συνέθεσε κατόπιν ο Άγιος στη Θεία Λειτουργία του.
Κανόνες Μ. Βασιλείου
Ο Μ. Βασίλειος έχει συγγράψει 92 Κανόνες, για διάφορα θέματα, οι οποίοι απέκτησαν οικουμενικό κύρος με τον β΄ κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, που τους επικύρωσε.
Απολυτίκιο. Ήχος α'.
Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος σου,
ως δεξαμένην τον λόγον σου δι' ου θεοπρεπώς εδογμάτισας,
την φύσιν των όντων ετράνωσας,
τα των ανθρώπων ήθη κατεκόσμησας,
Βασίλειον ιεράτευμα, Πάτερ όσιε,
Χριστόν τον Θεόν ικέτευε,
δωρήσαθαι ημίν το μέγα έλεος.
Μ. Βασιλείου, ψήγματα λόγων:
Βοήθεια στους εχθρούς
«Εάν πεινά ο εχθρός σου, δώσε του ψωμί, εάν διψά πότισέ τον. Να μη νικάσαι από το κακό, αλλά να νικάς το κακό δια του καλού» (Ρωμ. Ιθ΄ 20-21).
«Επειδή ο άνθρωπος αποτελείται από σώμα και ψυχή, ως προς μεν την ψυχή ας αγαπήσουμε τους εχθρούς μας, ελέγχοντας και συμβουλεύοντας και επαναφέροντας αυτούς στην ευσεβή ζωή με κάθε τρόπο, ως προς το σώμα όμως ας τους ευεργετούμε, όταν χρειάζονται τα απαραίτητα να ζήσουν» (Όροι κατ’ επιτομήν, ΡΟΣΤ΄, ΕΠΕ 9, 212-214).
Περί πνευματικής πατρότητας
Το έργο του πνευματικού πατέρα: «Η επιμέλεια ψυχών αίματι Χριστού εξηγορασμένων» (Όροι κατ’ επιτομήν, ρπδ΄, ΒΕΠΕΣ 53, 305).
Οδηγός στην εν Χριστώ ζωή: Ο ιατρός της ψυχής, που «εν πολλή ευσπλαγχνία κατ’ επιστήμην της του Κυρίου διδασκαλίας» (Ηθικά, π΄, ΒΕΠΕΣ 53, 129).
Μεσίτες εις Χριστόν: «οι την οδηγίαν των πολλών πεπιστευμένοι τους έτι ασθενεστέρους δια της εαυτών μεσιτείας προβιβάζει οφείλουσι τη του Χριστού εξομοιώσει» (Όροι κατά πλάτος, μγ΄, ΒΕΠΕΣ 53, 204).
Εξομολόγηση των πάντων: Στον πνευματικό μας πατέρα εξομολογούμαστε τα πάντα, όχι μόνο τα όσα πράττουμε, αλλά και τους λογισμούς μας «Μηδέν της ψυχής κίνημα απόκρυφον φυλάσσειν, αλλά απογυμνούν τα κρυπτά της καρδίας» (Όροι κατά πλάτος, κς΄, ΒΕΠΕΣ 53, 184).