Loading...

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

Μαρτυρίες ἀπό τήν Ἱστορία τῶν ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΩΝ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας

Πηγή: Ἱερά Μητρόπολις Ρεθύμνης και Αὐλοποτάμου         
         Με την παρουσία του Σεβ. Αρχιεπισκόπου Κρήτης κ.κ. Ειρηναίου, του Σεβ. Μητροπολίτου Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ.κ. Ευγενίου, της Αντιπεριφερειάρχη Περιφερειακής Ενότητος Ρεθύμνης κ. Μαίρης Λιονή, του Δημάρχου Ρεθύμνης κ. Γεωργίου Μαρινάκη, των Αρχόντων της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας Εντιμολογ. κ.κ. Νικολάου Ξεξάκη και Μιχαήλ Τρούλη, και Κληρικών και Θεολόγων από όλη την Κρήτη, πραγματοποιήθηκαν το πρωί του Σαββάτου 25ης Οκτωβρίου 2014, στην αίθουσα εκδηλώσεων του Ιερού Ναού των Αγίων Τεσσάρων Μαρτύρων της πόλεως Ρεθύμνης, οι εργασίες της Ημερίδας του Παγκρητίου Συνδέσμου Θεολόγων με θέμα: «Μαρτυρίες από την ιστορία των Νεομαρτύρων της Ορθόδοξης Εκκλησίας».
         Η Ημερίδα, μετά από πρόταση του Επισκόπου μας κ. Ευγενίου προς τον Πρόεδρο του Παγκρητίου Συνδέσμου Θεολόγων κ. Γεώργιο Στριλιγκά, εντάχθηκε στο πρόγραμμα των επταήμερων εκδηλώσεων της Ιεράς Μητροπόλεως Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου, για την επέτειο των 190 ετών από τη μαρτυρική τελείωση των Αγίων Τεσσάρων Ρεθυμνίων Νεομαρτύρων, Αγγελή, Γεωργίου, Μανουήλ και Νικολάου.
         Τις εργασίες της Ημερίδος χαιρέτισαν ο Σεβ. Αρχιεπίσκοπος Κρήτης κ.κ. Ειρηναίος, ο Σεβ. Μητροπολίτης Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ.κ. Ευγένιος, η Αντιπεριφερειάρχης Ρεθύμνης κ. Μαίρη Λιονή και ο Δήμαρχος Ρεθύμνης κ. Γεώργιος Μαρινάκης.
        Μετά την εισαγωγική ομιλία του κ. Μιχαήλ Τρούλη,  Άρχοντος Ιερομνήμονος της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, με θέμα: «Οι Τέσσερεις Νεομάρτυρες του Ρεθύμνου και ο Ναός τους», ακολούθησαν οι παρακάτω εισηγήσεις:
          Ο Αιδεσ. Πρωτ. Αντώνιος Μπιλάλης, Δρ. Ψυχοπαιδαγωγικής, ιστορικός και συγγραφέας, μίλησε με θέμα: «Οι Νεομάρτυρες και το Πατριαρχείο στην Τουρκοκρατία».
          Ο κ. Μιχαήλ Τσακιράκης, Θεολόγος, ανέπτυξε το θέμα: «Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης και οι Νεομάρτυρες της Ορθοδοξίας».
          Ο κ. Θεόδωρος Ρηγινιώτης, Θεολόγος και συγγραφέας, εισηγήθηκε το θέμα: «Μάρτυρες και Εθνομάρτυρες. Αγιότητα και προβληματισμοί».
         Ο κ. Εμμανουήλ Δουνδουλάκης, Επίκουρος Καθηγητής της Πατριαρχικής Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Ηρακλείου Κρήτης, ανέπτυξε το θέμα: «Η μαρτυρία των Νεομαρτύρων στο χθες και το σήμερα. Ιστορία, παραδόσεις και θρύλοι σε Υμνο-αγιολογικά κείμενα, στον ποιητικό λόγο».
          Τέλος, ο κ. Παναγιώτης Υφαντής, Επίκουρος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, μίλησε με θέμα: «Ορθόδοξοι Νεομάρτυρες του 20ού αιώνα. Στοιχεία για μια ανθρωπογεωγραφία του αίματος».

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014

Θαύματα τοῦ ἁγ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ τοῦ Μυροβλύτου, Ἀναστασίου Φιλιππίδη

Πηγή: fdathanasiou.blogspot.com
Ο Οκτώβριος είναι ταυτισμένος στη μνήμη του ελληνικού λαού με τη γιορτή του αγίου Δημητρίου. Ο άγιος Δημήτριος είναι ένας από τούς πιό λαοφιλείς Αγίους, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε όλο τον Ορθόδοξο κόσμο, όπως φανερώνει η συχνότητα του ονόματος Ντμίτρι, Ντουμίτρου κ.λ.π. Φαίνεται πώς αυτή η δημοτικότητα δεν είναι άσχετη με την αίσθηση της συνεχούς παρουσίας του Αγίου ανά τους αιώνες, όπως πιστοποιείται από τις εμφανίσεις του και τα θαύματά του.
Όπως είναι γνωστό, κέντρο της λατρείας του Αγίου είναι η Θεσσαλονίκη, όπου μαρτύρησε και όπου έχει ανεγερθή από τα πρωτοβυζαντινά χρόνια μεγαλοπρεπής ναός προς τιμήν του. Η Θεσσαλονίκη έχει, ιστορικά, πολλούς λόγους να τιμά τον Άγιο Δημήτριο και από νωρίς άρχισαν να καταγράφονται εκεί τα επανειλημμένα θαύματά του. Η συγγραφή μιάς πρώτης συλλογής θαυμάτων αποδίδεται στον Αρχιεπίσκοπο Ιωάννη, λίγο μετά το 600 μ.Χ. και μιά δεύτερη, ανώνυμη, γράφτηκε γύρω στο 680 μ.Χ. Οι ιστορικοί έχουν αντλήσει ποικίλες πληροφορίες από αυτά τα κείμενα. Πέρα από το θρησκευτικό τους ενδιαφέρον, αποτελούν ανεκτίμητη πηγή, ιδιαίτερα για τις μετακινήσεις των Σλάβων τον 6ο – 7ο  αιώνα, και για τή ζωή στή Θεσσαλονίκη την ίδια εποχή, καθώς, όπως σημειώνει ο P. Lemetrle, όσα αναφέρουν είναι για μάς νέο υλικό, που δεν είναι γνωστό από καμιά άλλη πηγή. Τό 1979 ο Lemetrle προέβη σε νέα κριτική έκδοση και σχολιασμό του έργου και στή δεκαετία του 1990 είχαμε δύο εκδόσεις στην Ελλάδα με κείμενο και νεοελληνική μετάφραση. Η πρώτη από το Κέντρο Αγιολογικών Μελετών της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, σε επιμέλεια του αείμνηστου Καθηγητή Π. Χρήστου, και η δεύτερη από τις εκδόσεις Άγρα, σε επιμέλεια του Καθηγητή Χ.Μπακιρτζή, με εξαιρετική μετάφραση της Αλόης Σιδέρη. Η δεύτερη έκδοση εκτός από τα εκτενή σχόλια (περίπου 90 σελίδες) του επιμελητή, περιλαμβάνει σχεδιαγράμματα, 40 φωτογραφίες και τέσσερις μελέτες για τα «Θαύματα του Αγίου Δημητρίου» των Lemetrle, Speck, και Μπακιρτζή.
Ορισμένα θαύματα αναφέρονται σε θεραπεία σωματικών ασθενειών, άλλα στή φροντίδα του Αγίου για το ναό του στή Θεσσαλονίκη και άλλα στην προστασία της πόλης από εχθρικές επιδρομές. Τά κείμενα, η γραφή είναι τόσο υψηλού επιπέδου, με τέτοια καλλιέργεια του λόγου και τόση εκφραστική δύναμη, που αποτελούν απόδειξη της υψηλής πολιτιστικής στάθμης της πόλης κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο. Απευθύνονται σε δεύτερο πληθυντικό πρόσωπο, σάν σε δημόσια ομιλία ή κήρυγμα, και σε πολλά από αυτά ο ομιλητής επικαλείται τή μαρτυρία των ίδιων των παρισταμένων για την επαλήθευση των λόγων του. Πρόκειται, δηλαδή, για γεγονότα που συνέβησαν στή διάρκεια της ζωής του συγγραφέα, τα οποία μπορούν να επιβεβαιώσουν οι ακροατές του.
Από τα είκοσι θαύματα που περιλαμβάνονται στις Συλλογές Α` και Β` (υπάρχει και τρίτη μεταγενέστερη Συλλογή), μπορούμε να αναφέρουμε ενδεικτικά το 14ο, που είναι από τα εντυπωσιακότερα. Βρισκόμαστε στο Σεπτέμβριο του 586 μ. Χ. και ένα πλήθος Αβάρων και Σλάβων, ίσως εκατό χιλιάδες, επιτίθεται στή Θεσσαλονίκη. «Σάν θανατηφόρο στεφάνι περικύκλωσαν την πόλη και δεν φαινόταν ούτε ένα σημείο της γής, όπου να μήν πατή βάρβαρος. Άξιζε τότε να δής αντί χώμα ή χλόη ή δέντρα τα κεφάλια των αντιπάλων το ένα πλάϊ στο άλλο και μάλιστα συνωστισμένα να επισείουν εναντίον μας για την επαύριον τον αναπόφευκτο θάνατο», γράφει ο συγγραφέας των «Θαυμάτων».
Η κατάσταση ήταν τραγική καθώς είχε προηγηθή λιμός, που αποδεκάτισε τον πληθυσμό της πόλης και επιπλέον η ξαφνική εμφάνιση των εχθρών απέκλεισε εκτός των τειχών πολλούς άνδρες που βρίσκονταν στούς αγρούς για τον τρύγο. Τό χειρότερο, οι περισσότεροι από τούς επίλεκτους της φρουράς έτυχε να έχουν πάει μαζί με τον Ἐπαρχο σε άλλα μέρη για δημόσιες υποθέσεις.
Οι εχθροί εγκατέστησαν τα πολιορκητικά μηχανήματα, σιδερένιους κριούς και τεράστια πετροβόλα και «άρχισαν να εκτοξεύουν πέτρες ή μάλλον βουνά ολόκληρα, οι δέ τοξότες βέλη σάν χειμωνιάτικες νιφάδες, ώστε κανείς από τούς υπερασπιστές του τείχους δεν μπορούσε πιά να ξεπροβάλη χωρίς κίνδυνο και να δή τί γινόταν έξω». Οι Θεσσαλονικείς κατελήφθησαν από απελπισία, αφού δεν υπήρχε καμία απολύτως ανθρώπινη δυνατότητα να σωθούν. Μόνο καταφύγιό τους η προσευχή και οι παρακλήσεις προς τον Άγιό τους να ικετεύση τον Θεό. Καί πράγματι, ο Άγιος Δημήτριος παρεμβαίνει με συγκεκριμένα περιστατικά σε διάφορα στάδια της πολιορκίας…
Τήν έβδομη μέρα της πολιορκίας οι εχθροί ετοιμάζουν την τελική επίθεση, ελπίζοντας ότι η σφοδρότητα της εφόδου θα τρομοκρατήση και θα απωθήση από τις επάλξεις τούς υπερασπιστές. Ο συγγραφέας βρίσκεται ο ίδιος στο ανατολικό τείχος (περίπου στή σημερινή οδό Εθνικής Αμύνης). Άς του δώσουμε το λόγο για τή συνέχεια: «Κι ενώ εμείς είχαμε κυριευθή από φόβο δεινό για την τύχη που μάς περίμενε, ξαφνικά, γύρω στην όγδοη ώρα της ίδιας ημέρας, όλοι μαζί οι βάρβαροι που είχαν περικυκλώσει την πόλη, έφυγαν τρέχοντας με βαρβαρικές κραυγές προς τούς λόφους εγκαταλείποντας τις σκηνές μαζί με όλα τους τα υπάρχοντα. Καί τόσος ήταν ο πανικός που τούς είχε καταλάβει, ώστε μερικοί από αυτούς έφυγαν άοπλοι και χωρίς χιτώνες. Έπειτα αφού παρέμειναν περί τις τρείς ώρες στα γύρω βουνά (….), με τή δύση του ήλιου κατέβηκαν πάλι στις σκηνές τους και άρχισαν, κατά πρόνοια του Αθλοφόρου, να σκυλεύουν ο ένας τον άλλον, με αποτέλεσμα πολλοί από αυτούς να τραυματιστούν και να πέσουν νεκροί. Έπειτα, αφού πέρασε εκείνη η νύχτα μέσα σε απόλυτη ησυχία και όχι όπως οι προηγούμενες και φάνηκε η αυγή, (….) από το αμέτρητο πλήθος δεν φαινόταν ούτε ένας».
Τί είχε συμβεί; Οι Θεσσαλονικείς δεν γνώριζαν. Ούτε ο συγγραφέας, ο οποίος δεν παρασύρεται να μιλήση για οπτασίες και πράγματα που δεν έχει δή ο ίδιος. Στό σημείο αυτό, κατά έναν «μοντέρνο» θα λέγαμε τρόπο, γίνεται μιά αλλαγή αφηγητή στο κείμενο και διαβάζουμε την περιγραφή του ίδιου γεγονότος από την πλευρά των επιδρομέων, ορισμένοι από τούς οποίους την άλλη μέρα αυτομόλησαν και ζήτησαν καταφύγιο στην πόλη. Συνομιλώντας με τούς αξιωματούχους της ανέφεραν, ότι μετά τα χθεσινά γεγονότα βεβαιώθηκαν, ότι μέχρι τώρα ο στρατός είχε μείνει κρυμμένος στην πόλη, διότι την όγδοη ώρα άνοιξαν οι πύλες και επιτέθηκε πάνοπλος εναντίον τους, γι’ αυτό και έτρεξαν όλοι πανικόβλητοι προς τα βουνά περιμένοντας εκεί μέχρι που βράδιασε και ο στρατός επέστρεψε στην πόλη. Τότε αποφάσισαν όλοι οι επιδρομείς να φύγουν βέβαιοι, ότι την επόμενη αυγή το στράτευμα θα εξορμούσε πάλι εναντίον τους.
Όταν οι Θεσσαλονικείς ρώτησαν τούς φυγάδες ποιόν είδαν επικεφαλής του στρατού, αυτοί απάντησαν, «έναν άνδρα πυρόξανθο και λαμπροφορεμένο με λευκό ιμάτιο, πάνω σε λευκό άλογο», υποδεικνύοντας τή γνώριμη σε όλους εικόνα του Αγίου Δημητρίου, που σώζεται μέχρι σήμερα σε ψηφιδωτό. Χύνοντας δάκρυα χαράς και αγαλλίασης όλη η πόλη ανέπεμψε τότε ύμνους στον Αθλοφόρο Άγιο και ευχαριστίες εκ βάθους ψυχής προς τον Θεό.
Ο σύγχρονος αναγνώστης, ζώντας σε εποχή ορθολογισμού και δυσπιστίας, πλησιάζει τέτοια βιβλία με επιφύλαξη, με κυρίαρχο το ερώτημα: είναι άραγε αλήθεια όλα αυτά; Ωστόσο το ίδιο ερώτημα είχαν και οι πρόγονοί μας, που έζησαν σ’ αυτόν τον τόπο τα Βυζαντινά χρόνια. Είναι λανθασμένο και υπεροπτικό να θεωρούμε, ότι στα χρόνια που δημιουργήθηκε η κορυφαία πολιτιστική σύνθεση Ελληνισμού και Χριστιανισμού, οι άνθρωποι ήταν απλοϊκοί και ευκολόπιστοι. Αντίθετα, ήταν μορφωμένοι, κάτοχοι της κλασσικής παιδείας και είχαν και αυτοί την ίδια με μάς ανάγκη αποδείξεων για όσα υπερφυσικά ισχυριζόταν ο κάθε αφηγητής. Γι’ αυτό και το κείμενο των «Θαυμάτων του Αγίου Δημητρίου» είναι διανθισμένο με πολλές λεπτομέρειες, που επιτρέπουν τον προσδιορισμό του χρόνου, του τόπου ή του σημείου της πόλης, όπου διαδραματίζεται το κάθε θαύμα. Φτάνοντας στο τέλος αυτού του βιβλίου ο σύγχρονος αναγνώστης μένει με πολύ λίγες αμφιβολίες για την ιστορικότητα όσων αναφέρονται. Καί αισθάνεται πολύ προνομιούχος, διότι στην εποχή μας, για πρώτη φορά, τέτοια έργα είναι πλέον προσιτά στο ευρύ κοινό.

 

Ἐπίγραμμα τοῦ ἁγ. ΜΑΞΙΜΟΥ τοῦ Γραικοῦ στόν ἅγ. ΔΗΜΗΤΡΙΟ, π. Δημ. Ἀθανασίου

Πρωτ. Δημητρίου Αθανασίου

Ο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός, κατά την περίοδο που ήταν μοναχός στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου (1506-1516), είχε συνθέσει ένα Παρακλητικό Κανόνα στον Τίμιο Πρόδρομο και πέντε επιγράμματα:
Τι είναι τα επιγράμματα.
Επίγραμμα αρχικά ήταν μια απλή επιγραφή πάνω σ’ ένα τάφο, του ονόματος του νεκρού, της γενιάς του ή και του τόπου του. Δύο-τρεις λέξεις χωρίς (ποιητικό) μέτρο και με πληροφοριακά στοιχεία μόνο. Σιγά-σιγά, όσο η συνήθεια της επιτάφιας επιγραφής διαδιδόταν, άρχισε η έντεχνη διατύπωση και ο εμπλουτισμός των στοιχείων με πληροφορίες για την δράση και τις ανδραγαθίες του νεκρού (ή των νεκρών) και η έκφραση του πόνου που ένιωσαν όσοι τον έχασαν.
Τα αρχαιότερα ελληνικά επιγράμματα μένουν ανώνυμα. Πρώτος διάσημος επιγραμματοποιός είναι ο Σιμωνίδης ο Κείος, ο οποίος έχει γράψει το πασίγνωστο «Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι», για τους πεσόντες στη μάχη των Θερμοπυλών.
Κατά τη Βυζαντινή περίοδο, καλλιεργήθηκε το επίγραμμα. Επίσης και μετά την Άλωση, ο Βυζαντινός κόσμος διατήρησε το επίγραμμα με τους όρους που καλλιεργούνταν στην αρχαιότητα, αν όχι σε μεγαλύτερη ποικιλία. Δεν υπήρξε Βυζαντινός συγγραφέας που να μην έγραψε επιγράμματα κι ο πιο ξακουστός απ’ αυτούς στάθηκε ο ποιητής Μανουήλ Φιλής. Παράλληλα όμως με τα επιγράμματα των Βυζαντινών λογίων, έχουμε και τα γνησιότατα λουλούδια της Βυζαντινής επιγραμματικής ποίησης του λαού. Μπορούμε να πούμε ότι δεν υπήρξε πανηγύρι ή επανάσταση, εκστρατεία ή πολιορκία στο Βυζάντιο, που να μη συνοδεύτηκε απ’ τον επιγραμματικό οίστρο του Βυζαντινού όχλου. Τα επιγράμματα αυτά ξεχωρίζουν για το σύντομο και δηκτικό της δημοτικής φιλοσοφίας.
Τα επιγράμματα του Αγίου Μαξίμου του Γραικού.
Αυτά είναι:
Α. Προς τον Πατριάρχη Ιωακείμ Α΄. Επιτάφιο επίγραμμα. Βρίσκεται στην Αμβροσιανή Βιβλιοθήκη του Μιλάνου και στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Βιέννης, στον κώδικα Hist.Gr.122,1.
Β. Προς τον Μεγάλο Ρήτορα Μανουήλ. Βρίσκεται στην Αμβροσιανή Βιβλιοθήκη.
Γ. Προς τον Πατριάρχη Νήφωνα Β΄, με αναφορά στον Ηγεμόνα της Βλαχίας Νεάγκο. Βρίσκεται στην Ιερά Μονή Διονυσίου, στον κώδικα 282.
Δ. Δεύτερο επίγραμμα προς τον Πατριάρχη Νήφωνα Β. Βρίσκεται στην Αμβροσιανή Βιβλιοθήκη.
Ε. Επιτάφιο επίγραμμα στον Νήφωνα Β΄. Βρίσκεται στην Ιερά Μονή Διονυσίου .
Ο μακαριστός Αρτινός ερευνητής και ιστορικός Κων/νος Τσιλιγιάννης, μετά από έρευνα ετών, ανακάλυψε στην Αυστριακή Εθνική Βιβλιοθήκη της Βιέννης, τον Οκτώβριο του 1994, και έκτο επίγραμμα (ποίημα) του Μαξίμου του Γραικού για τον Άγιο Δημήτριο.
Σύμφωνα με τον ιστορικό  ερευνητή .
- Το ποίημα βρίσκεται σε χειρόγραφο στην συλλογή του Johanes Sambucus στον Κώδικα Hist.Gr.122,1.της Εθνικής Βιβλιοθήκης και έχει βυζαντινοελληνική λόγια γραφή του ιστ αιώνα. (Ο Ιωάννης Σαμπούκους ήταν συλλέκτης παλαιών χειρογράφων και ιστοριοδίφης).
- Στο πάνω μέρος του χειρογράφου υπάρχουν οι λέξεις «Κύρ Μαξίμου Τριβόλη». Ακολουθεί το πρώτο επίγραμμα προς τον Πατριάρχη Νήφωνα Β΄, μετά η φράση «αυτού» και από κάτω  ακολουθούν δύο επιγράμματα, το ένα προς τον Ιωακείμ Α΄και το άλλο προς τον Άγιο Δημήτριο.
-Είναι επιτάφιο επίγραμμα. Ανήκει στο γνωστό από την κλασσική αρχαιότητα είδος των επικολυρικών επιγραμμάτων, που η σύγχρονη θεωρία ονομάζει Βυζαντινούς ιαμβικούς στίχους, οι οποίοι περιλαμβάνονται στην θρησκευτική ποίηση.
-Το θεματικό αντικείμενο του επιγράμματος είναι το μαρτύριο του Αγίου. Έχει τέσσερις στίχους, στους οποίους ο Άγιος Δημήτριος απευθύνεται στον Ιησού, με ιδιαίτερη χαρά, επειδή λαβώθηκε κατά τον ίδιο τρόπο, με λόγχη, και στην ίδια πλευρά με Αυτόν.
 Το επίγραμμα για τον Άγιο Δημήτριο  είναι το εξής:
Στίχοι εις τον λογχευθέντα Μέγαν Δημήτριον.
Ως απ΄αυτού προς τον Σταυρωθέντα Χριστόν.
Πληγήν μεν ουκ αυχών εγώ δείκνυμί Σοι
Ως δη παθών τι υπέρ Σου, Σώτερ, μέγα·
Αλλ΄ ως μικρόν μίμημα Σης πλευράς πάθους,
Ο δη με κατέστησεν  χαίρειν, δεικνύω.
Μετάφραση
Στίχοι στον Μέγα Δημήτριο που λογχεύθηκε, οι οποίοι υποτίθεται ότι λέγονται από τον ίδιο προς τον Χριστό που σταυρώθηκε.
Τη λαβωματιά μου εγώ δεν Σου τη δείχνω με καύχηση,
Σα να έπαθα για χάρη Σου κάτι το σπουδαίο, Σώτερ,
αλλά σαν μια ταπεινή μίμηση της λαβωματιάς της δικής Σου πλευράς,
Σου τη δείχνω, πράγμα που βέβαια μ΄ έκανε να χαίρομαι.
Θεολογικός σχολιασμός του επιγράμματος
Ο Μάξιμος ο Γραικός με το επίγραμμα προς τον Άγιο Δημήτριο, αποδεικνύει την θεολογική του ωριμότητα.
Α. Περικλείει ολόκληρη θεολογία του Σταυρού. Η λαβωματιά, το ορατό σημείο της θανάτωσης, γίνεται σημείο φανέρωσης της δόξας του Χριστού. Έτσι το μαρτύριο του Αγίου Δημητρίου δεν είναι νέκρωση, αλλά πηγή χαράς από τη μίμηση του Πάθους του Υιού του Θεού.
Β. Διδάσκει την ταπείνωση και το δρόμο του μαρτυρίου. Δεν τονίζει ένα εγωιστικό καύχημα του Αγίου για τον Χριστομίμητο μαρτυρικό θάνατο, αλλά ευλαβικά γράφει: «τη λαβωματιά μου εγώ δεν Σου την δείχνω για καύχηση» και αναδεικνύει την χαρά μέσα από την ταπείνωση: « σαν μία ταπεινή μίμηση της λαβωματιάς».
Γ. «Υπαινίσσεται ο βαθυστόχαστος θεολόγος, δια της ταπεινώσεως αυτής του Αγίου, την αλαζονεία των Παπικών. Συγκεκριμένα το παρόν ιαμβείο του Μαξίμου του Γραικού, αποτελεί λεπτή αντιπαπική αιχμή στρεφομένη κατά του Παπικού δόγματος της λεγομένης αξιομισθίας των Αγίων και των συγχωροχαρτίων του Πάπα της Ρώμης» (Κ. Τσιλιγιάννης).

 

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

Ὀλίγα τινα διά τήν ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΙΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ + Ὠρωπού Κυπριανοῦ


1. ῾Η ῾Ιερὰ Παράδοσις τῆς Ἁγιωτάτης᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας μας ἀνέκαθεν δὲν προέβαινεν εἰς ἐπίσημον τινὰ᾿Εκκλησιαστικὴν Πρᾶξιν διὰ τὴν Ἀναγνώρισιν τῶν ῾Αγίων.

2. ῾Η Κοινὴ Συνείδησις τοῦ εὐσεβοῦς Λαοῦ εἰς τοπικὸν κατ᾿ἀρχὴν ἐπίπεδον (Μονῆς ᾿Ενορίας χωρίου, πόλεως ἐπαρχίας Τοπικῆς᾿Εκκλησίας, ἀμέσως αὐθορμήτως καὶ ὁμοφώνως ἀπέδιδε τιμὰς διὰ Εἰκόνων, Ἀκολουθιῶν καὶ Πανηγύρεων εἰς ἐκεῖνον τὸν κοιμηθέντα Χριστιανόν, τοῦ ὁποίου ἐγνώριζε τὴν ἁγίαν βιοτήν, τὸ χάρισμα τῆς παρρησίας αὐτοῦ πρὸς τὸν Θεόν, ὡς καὶ τὰ θαύματα ἢ τὰς θεοσημίας μέσῳ τῶν πρεσβειῶν αὐτοῦ διὰ τῶν ὁποίων ἀνεδεικνύετο προστάτης εὐεργέτης καὶ παραμυθία τῶν πιστῶν.

3. Αὕτη ἡ ἄμεσος Ἀναγνώρισις καὶ ἡ ἄνευ ἰδαιτέρων διαδικασιῶν τοπικὴ βίωσις τῆς ἁγιότητος Χριστιανοῦ τινος ἐξηπλοῦτο σὺν τῷ χρόνῳ ὀλίγον κατ᾿ὀλίγον καὶ ἐγένετο καθολικὸν βίωμα τῆς᾿Εκκλησίας

4. ῾Η αὐθόρμητος τιμὴ πρὸς τοὺς Ἁγίους εἰς τοπικὸν ἐπίπεδον, κυρίως μέχρι τῆς Ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐγένετο ἄνευ ἐπεμβάσεως τῆς ᾿Εκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς· ὁσάκις δὲ ἡ Ἀρχὴ ἐπενέβαινε, πάντως σπανιώτατα, ἡ πρᾶξις αὕτη εἶχε χαρακτῆρα διαπιστωτικὸν καὶ ἐξαγγελτικόν.

5. Δηλαδή ἡ῾Ιερὰ Σύνοδος δὲν ἐπενέβαινε διὰ νὰ ἐγκρίνῃ ἢ ἀπορρίψῃ τὴν τιμὴν τοῦ Ἁγίου, ἀλλ᾿ἐπενέβαινε προκειμένου νὰ διαπιστώσῃ τὸ ἤδη ὑπάρχον καὶ ἰσχῦον, ἤτοι τὴν τοπικὴν βίωσιν τῆςἁγιότητος (Διαπίστωσις), νὰ διακηρύξῃ ἐξαγγείλῃ τοῦτο πανηγυρικῶς (Διακήρυξις) καὶ νὰ ἐγγράψῃ τὸ ὄνομα Αὐτοῦ εἰς τοὺς καταλόγους τῶν Ἁγίων (᾿Εγγραφὴ εἰς τὸ ῾Εορτολόγιον), πρὸς ἐνημέρωσιν τῆς Καθολικῆς ᾿Εκκλησίας καὶ διεύρυνσιν τοῦ Ἑορτασμοῦ (καθολικὴ βίωσις).

6. ῾Η ἀνέκαθεν ἰσχύουσα αὕτη ῾Ιερὰ Παράδοσις μαρτυρεῖ ἀφ᾿ἑαυτῆς ὅτι ὁ δισταγμὸς ἢ ἡ παρεμπόδισις τῆς ἀμέσου καὶ αὐθορμήτου ἀποδόσεως τιμῶν εἰς τοὺς ἀναδεικνυομένους ὑπὸ τοῦ Θεοῦ Ἁγίους μέχρις ὅτου ἐπιτραπεῖ τοῦτο ὑπὸ τῆς ᾿Εκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς δὲν εἶναι ὀρθὴ πρᾶξις ἀποτελεῖ δὲ ἀναμφισβητήτως νεωτερισμόν, ἐξ ἐπιδράσεως μάλιστα (ἀσυνειδήτως καὶ ἐμμέσως ἀλλοτρίας ἤτοι ἐκ τοῦ Παπισμοῦ ἡ ὁποία δυστυχῶς ἦτο καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι, εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ θέματος  αὐτοῦ καὶ ἰδιαιτέρως ἐπὶ τοῦ «Τυπικοῦ» ἢ τῆς «᾿Ακολουθίας» τῆς Διακηρύξεως, ἐντονωτάτη ἰδίως εἰς τὴν Ρωσικὴν ᾿Εκκλησίαν.

7. Βάσει τῆς νεωτέρας αὐτῆς πράξεως, ἡ βαρύτης διὰ τὴν τιμὴν ἑνὸς Ἁγίου πίπτει περισσότερον ἢ καὶ ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ πορίσματα τῶν ἐρευνῶν μιᾶς᾿Επιτροπῆς τὸ δὲ ἀποφασιστικὸν κριτήριον ἀποτελεῖ ὁ ἐξονυχιστικὸς ἔλεγχος τοῦ βίου τοῦ῾Αγίου καὶ ὄχι ἡ Κοινὴ Συνείδησις τοῦ εὐσεβοῦς Λαοῦ ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἀποκλειστικὴν δυνατότητα τῆς ἀμέσου ᾿Αναγνωρίσεως τοῦ Ἁγίου, ὡς καὶ τῆς διατηρήσεως διὰ μέσου τῶν αἰώνων ζώσης τῆς τιμῆς Αὐτοῦ.

8. Ἐν κατακλεῖδι καὶ πρὸς ὁλοκλήρωσιν τῆς περιληπτικῆς αὐτῆς θεωρήσεως τοῦ θέματος τῆς᾿Αναγνωρίσεως τῶν Ἁγίων, θὰ πρέπει νὰ ἐπισημανθοῦν καὶ τὰ ἑξῆς πρὸς ἀποφυγὴν τῆς ἐπικινδύνου τακτικῆς τῆς ἀναφερθείσης νεωτέρας πράξεως.

α. Εἰς τοὺς κόλπους τῆς ᾿Εκκλησίας ἔζησαν πρόσωπα πλουτισμένα μὲ τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν ἐτίμησεν ὁ εὐσεβὴς Λαὸς ὡς Ἅγια, οὔτε ἡ᾿Εκκλησία προέβαλεν ὡς τοιαῦτα, ἄν καὶ ἡ συνείδησις Αὐτῆς ἀνεγνώριζεν ἀνέκαθεν αὐτὰ ὡς δ ιακεκριμένα μέλη Της.

β. ᾿Εκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀποφασίζει, ποῖος ἀπὸ τὰ διακεκριμένα καὶ ἀναμφισβητήτως σεσωσμένα μέλη τῆς ᾿Εκκλησίας θὰ τιμηθῇ ὡς Ἅγιος εἶναι μόνον ὁ Θεός· ᾿Εκεῖνος θὰ πλουτίσῃ τὸν Ἅγιον μὲ τὸ χάρισμα τῆς παρρησίας καὶ τῶν θαυμάτων μετὰ τὴν κοίμησιν αὐτοῦ ἀναδεικνύων τοιουτοτρόπως τὸν δοῦλον Αὐτοῦ κατὰ ἕνα ἐξαιρετικὰ ἰδιαίτερον τρόπον προστάτην, εὐεργέτην καὶ παραμυθίαν τοῦ Λαοῦ Του.

γ. ῾Η ἀπολύτως αἰτιώδης σχέσις τοῦ ἐξαιρετικοῦ χαρίσματος τῆς παρρησίας καὶ τῆς θαυματουργίας μετὰ θάνατον ἀποτελοῦν τὰ μοναδικὰ καὶ ἰδιαίτερα γνωρίσματα τοῦ Ἁγίου, τὰ ὁποῖα διακρίνουν Αὐτὸν ἀπὸ τὰ λοιπὰ διακεκριμένα μέλη τῆς ᾿Εκκλησίας.

δ. Τυχὸν ἄγνοια ἢ παραθεώρησις τῶν οὐσιωδῶν αὐτῶν γνωρισμάτων τοῦ Ἁγίου, ὁδηγεῖ εἰς παρεκτιμήσεις καὶ ὑπερβάσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν νοθείαν τοῦ᾿Ορθοδόξου ᾿ΕκκλησιαστικοῦἙορτολογίου.

9. Ὡς ἐκ περισσοῦ διευκρινίζεται ὅτι ὁ ἀνωτέρω λόγος περὶ τῶν γνωρισμάτων τοῦ Ἁγίου, δὲν ἀφορᾶ τοὺς Μάρτυρας καὶ Ὁμολογητὰς τῆς Πίστεως ὡς καὶ τοὺς Θεολόγους καὶ Πατέρας τῆς ᾿Εκκλησίας διότι σαφῶς αὐτοὶ οἱ Ἅγιοι μόνον μὲ τὰ ἐξαιρετικὰ χαρίσματα τοῦ Μαρτυρίου καὶ τῆς Ὁμολογίας καὶ τῆς Θεολογίας εἰς λίαν κρισίμους στιγμὰς ἀφ᾿ἑνὸς ἔδωσαν τὴν καλὴν μαρτυρίαν καὶ ἀφ᾿ἑτέρου ἀπέτρεψαν τὴν νοθείαν τῆς σωτηριώδους Ἀληθείας καὶ ἀνεδείχθησαν Πατέρες καὶ Οἰκουμενικοὶ Διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας.

Βιβλιογραφία

α. Παντελεήμονος Β. Πάσχου, Ἅγιοι - Οἱ Φίλοι τοῦ Θεοῦ - Εἰσαγωγὴ στὴν Ἁγιολογία τῆς᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, σελ. 121-166, ᾿Εκδόσεις Ἁρμός, Ἀθήνα 1997.

β. Στυλιανοῦ Γ. Παπαδοπούλου, Διαπίστωση καὶ Διακήρυξη τῆς Ἁγιότητας τῶν Ἁγίων, ᾿Εκδόσεις Τέρτιος, Κατερίνη 1990.

γ. Δημητρίου Γ. Τσάμη, Ἁγιολογία, σελ. 58-65, ᾿Εκδόσεις Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1985.

 


 
 
 
 
 
 
 

 
 
 
 

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

Βιβλιοπαρουσίασις τοῦ Κανόνος πρός τό ΑΓΙΟΝ ΠΝΕΥΜΑ, + Ἔτνα Χρυσοστόμου

Εισαγωγικά.
        Ὁ Σεβ. Μητροπ. Ἔτνα κ. Χρυσόστομος, μᾶς ἔκανε τήν τιμή μι[ςς πολύ καλῆς βιβλιοκρισίας στήν ἀγγλική, ἡ ὁποία πρόκειται νά δημοσιευθεί στό ἑπόμενο τεύχος τοῦ Περιοδικοῦ του (Ὀρθόδοξος Παράδοσις/Orthodox Tradition). Πρόκειται γιά ἔντυπο ὑψηλοῦ ἐπιστημονικοῦ ἐπιπέδου, μεγάλης κυκλοφορίας (ἔντυπης καί ἡλεκτρονικῆς μορφῆς), μεταξύ τῶν ἐκκλησιαστικῶν καί ἀκαδημαϊκῶν κύκλων στίς ΗΠΑ.
         Ὁ Σεβ. Μητροπ. ῎Ετνα κ. Χρυσόστομος (κατὰ κόσμον Ἰωάννης Γκονζάλεζ δε Ἰτουρριάγα - Ἀλεξόπουλος), ἐγεννήθη εἰς Καλιφόρνιαν τῶν Η.Π.Α. ἐν ἔτει 1943. Είναι πτυχιούχος ῾Ιστορίας, ᾿Ορθοδόξων Σπουδῶν καί Ψυχολογίας ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Καλιφορνίας, τοῦ «Κέντρου ᾿Ορθοδόξων Παραδοσιακών Σπουδών» καί τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Πρίνστον, ὅπου καί συνεπλήρωσε τήν Διδακτορικήν αὐτοῦ Διατριβήν. ῎Εχει διδάξει εἰς τά Πανεπιστήμια τῆς Καλιφορνίας καί τοῦ Ἄσλαντ, εἰς τό Θεολογικόν Σεμινάριον τοῦ Ἄσλαντ καί εἰς τό Θεολογικόν ᾿Ινστιτούτον τῆς Οὐψάλης Σουηδίας, διετέλεσε δέ εἰδικός ἐρευνητής εἰς τήν Θεολογικήν Σχολήν τοῦ Χάρβαρντ, εἰς τό Πανεπιστήμιον τῆς ᾿Οξφόρδης καί εἰς τό Πανεπιστήμιον τῆς Οὐάσινγκτων.
         ᾿Επίσης, ἔχει διδάξει ὡς Ἐπισκέπτης Καθηγητής εἰς τά Πανεπιστήμια Βουκουρεστίου καί ᾿Ιασίου Ρουμανίας. Κατά τά ἔτη 2002-2003 διετέλεσε Διευθυντής τοῦ ῾Ιδρύματος Φούλμπραϊτ τῆς Πρεσβείας τῶν Η.Π.Α. εἰς τό Βουκουρέστιον Ρουμανίας. Εἶναι ἱδρυτής τῆς ῾Ιερᾶς Μονῆς τοῦ ῾Αγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ εἰς ῎Ετνα Καλιφορνίας καί ἔχει γράψει ἀρκετά βιβλία καί ἄρθρα εἰς περιοδικά τῆς ἀλλοδαπῆς, εἶναι δέ ἐπί τοῦ παρόντος ᾿Ερευνητικός Προιστάμενος εἰς τό «Κέντρον Παραδοσιακών ᾿Ορθοδόξων Σπουδῶν» τῆς ῎Ετνα.
page0001
page0002


Ελεύθερη απόδοση του κειμένου
        Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ, «Κανών Παρακλητικός εἰς τό Θεῖον καί Προσκυνούμενον, Πανάγιον καί Παράκλητον Πνεῦμα», Ἀθήνα, Ἐκδόσεις ΣΤΑΜΟΥΛΗ, 2014.
         Τό βιβλίο περιέχει τήν ἑλληνική μετάφραση τοῦ θαυμασίου Κανόνος πρός τό Ἅγιο Πνεῦμα, τόν ὁποῖο ἔγραψε  ὁ  ἅγ. Μάξιμος ὁ Γραικός (1470 ἤ  1475, + 1556), τό μοναδικό παρόμοιο κείμενο στήν Ἐκκλησιαστική Ὑμνογραφία. Εἶναι μετάφραση στήν ἐκκλησιαστική Ἑλληνική γλῶσσα ἀπό τό νεοελληνικό κείμενο, βασισμένη στό Σλαβωνικό πρωτότυπο, ἀπό τόν εἰδικό στήν Πατερική Θεολογία  Ἀντώνιο Μάρκου, τοῦ Κέντρου Ἁγιολογικῶν Μελετῶν «Ὅσιος Συμεών ὁ Μεταφραστής», καί  τοῦ  ὁποίου ἐπιστημονικές μονογραφίες ἔχουν ἐκδοθεῖ στήν ἀγγλική γλῶσσα  ἀπό τό Κέντρο Παραδοσιακῶν Ὀρθοδόξων Σπουδῶν. Ἡ μετάφραση, μέ εἰσαγωγή  τοῦ  μεταφραστή, ἔχει ἀποδοθεῖ  σέ ὡραιότατα ἑλληνικά.
        Τό βιβλίο, πέραν τοῦ ὅτι εἶναι μία ἐνδιαφέρουσα συνεισφορά στήν Ἐκκλησιαστική Ὑμνογραφία, εἶναι ἕνα ἀριστούργημα  τῆς  ἑλληνικῆς  ἐκκλησιαστικῆς  ποιήσεως.
        Ὁ ἅγ. Μάξιμος γεννήθηκε στήν Ἄρτα, σέ ευγενή Βυζαντινή οἰκογένεια. Σπούδασε σέ διάφορα διακεκριμένα Πανεπιστήμια τῆς Δύσεως, ὅπου ἡ  πολυμάθειά του ἀναγνωρίσθηκε καί ἐπαινέθηκε εὐρέως (λέγεται, ὅτι ἔγραψε πλέον τῶν 300 βιβλίων). Γιά κάποιο διάστημα μπῆκε σέ μία Καρθουσιανή μοναστική κοινότητα (ἤ στόν Δομινικανικό Οἶκο τοῦ ἁγ. Μάρκου στή Φλωρεντία, σύμφωνα μέ ἄλλες πηγές). Ἐπιστρέφοντας στήν Ἀνατολή, στίς ἀρχές τοῦ 16ου αἰ., ἔγινε μοναχός στήν Ἀθωνική Μονή Βατοπεδίου, ὅπου πῆρε τό ὄνομα Μάξιμος καί δέχθηκε τήν Ἡσυχαστική παράδοση τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Μετά  ἀπό  διαμονή δέκα ἐτῶν στή Μονή Βατοπεδίου, ἐστάλη  ἀπό  τό  Οἰκουμενικό Πατιαρχεῖο στή  Μόσχα, μέ  σκοπό νά βοηθήσει στήν μετάφραση τῶν Λειτουργικῶν βιβλίων. Στή Ρωσία  ἄσκησε κριτική στήν ἠθική κατάπτωση  τας  κοινωνίας  καί  τῆς  Ἐκκλησίας, μέ  ἀποτέλεσμα νά φυλακισθεῖ, κατηγορούμενος γιά αἵρεση, σέ  δύο μοναστήρια, κάτω ἀπό πολύ ἄσχημες συνθήκες, γιά διάστημα 26  ἐτῶν! Τελικά τό  1551  ἀπελευθερώθηκε, μέ κλονισμένη ὑγεία, καί στάλθηκε  στή Λαύρα  τῆς  Ἁγίας  Τριάδος – ἁγ. Σεργίου, ὅπου πέρασε τά τελευταῖα του χρόνια. Ἡ  ἁγιότητά  του διακηρύχθηκε  ἀπό τό  Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο  καί  τήν Ρωσική Ἐκκλησία  καί  συχνά  ἀποκαλεῖται «Νέος Φωτιστής  τῆς Ρωσικῆς  Γῆς». Τιμᾶται  τήν  21η Ἰανουαρίου.
         Ἀτυχῶς ὁ ἅγ. Μάξιμος ὁ Γραικός δέν εἶναι εὐρέως γνωστός στήν Ἑλλάδα. Ὡς ἐκ τούτου  αὐτό τό ἔργο, ὄμορφα τυπωμένο καί διακοσμημένο μέ εὐάριθμες εἰκόνες, συντελεῖ στή γνώση τοῦ Ἁγίου  καί τοῦ ἔργου του στή γενέτειρά του. Γιά τόν σκοπό αὐτό ὁ τόμος περιέχει ἕνα πολύ ἀκριβές καί διαφωτιστικό Εἰσαγωγικό Σημείωμα  τοῦ Βλασίου Σαββίδη, Ὁμοτίμου Καθηγητοῦ τοῦ Πολιτειακοῦ Πανεπιστημίου τῆς Καλλιφόρνια, τό  ὁποῖο  περιέχει ἕναν ἐκτεταμένο Βίο τοῦ ἁγ. Μαξίμου καί σχόλια στόν ἴδιο τόν Κανόνα.
         Δύο δημοφιλεῖς Ἕλληνες συγγραφεῖς, ὁ Πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Ἀθανασίου, Χημικός  καί Κληρικός τῆς ἐπισήμου  Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς  Ἑλλάδος, καί ἡ σύζυγός του Πρεσβυτέρα Χαρούλα Τσουλιάη, Φιλόλογος, ἐμπνεύσθηκαν, συνέθεσαν καί ἐξέδωσαν αὐτό τόν τόμο. Ὁ π. Δημήτριος συνεισέφερε (στήν ἔκδοση), ἕνα ἐξαιρετικό τμῆμα τοῦ βιβλίου, τό ὁποῖο περιέχει ἱστορικές, φιλολογικές  καί θεολογικές ἐκτιμήσεις τοῦ Κανόνος, ὅπως ἐπίσης  καί  ἕνα συγκινητικό ἐγκώμιο στόν ἅγ. Μάξιμο, βασισμένο σέ κείμενα τοῦ Γέροντος Ἰωσήφ τοῦ Βατοπεδινοῦ, ὁ  ὁποῖος θεωροῦσε τόν Ἅγιο – ὅπως  ὁ  π. Δημήτριος τονίζει  μέ  ἔμφαση, ἐναντιούμενος στούς ἀστήρικτους, ἀλλά  συχνούς ἰσχυρισμούς, ὅτι ὁ Ἅγιος ἦταν φορέας τοῦ Δυτικοῦ Οὐμανισμοῦ στή Ρωσική Ἀνατολή –  ἕναν Ἀπόστολο τοῦ  Ἁγίου Ὄρους  καί  τῶν  ἡσυχαστικῶν του παραδόσεων, τίς  ὁποίες κληροδότησε  στή Ρωσική γῆ.
            Κατά τόν Γέροντα Ἰωσήφ,  ὁ ἅγ. Μάξιμος ἦταν – μεταξύ ἄλλων – ἕνας ἀσκητής Μάρτυρας, ἕνας φωτισμένος διδάσκαλος τῆς Ὀρθοδοξίας, ἕνας κάτοχος τῆς ὑπομονῆς  καί  τῆς  ταπεινώσεως, ἕνας ἄνθρωπος τῆς ἀγάπης  καί  τῆς  συγχωρήσεως, στολισμένος  καί μέ  ἀναρίθμητες ἄλλες  ἀρετές.
Τό βιβλίο κλείνει μέ δύο παραρτήματα.
         Τό πρῶτο περιλαμβάνει Τροπάρια πρός τιμήν τοῦ ἁγ. Μαξίμου, τά ὁποῖα συντέθηκαν  ἀπό  τόν  Ἀντ. Μάρκου  καί μελοποιήθηκαν  σύμφωνα  μέ  τήν  Βυζαντινή  Μουσική,  ἀπό  τόν  Πρωτοψάλτη Γεώργιο Χρονόπουλο.
          Τό δεύτερο εἶναι ἕνας εὐφράδης ποιητικός Ἀκάθιστος (Χαιρετισμοί) τοῦ Ἀντ. Μάρκου, πού ἔχει συντεθεῖ σέ ὑψηλή πνευματικά καί ζωογόνο γλῶσσα, ἡ ὁποία σέ τελευταῖα ἀνάλυση ὑπερβαίνει τά ὅρια λόγων καί εἰκόνων καί βοηθεῖ στήν ἄνοδο καί κοινωνία  μέ  τόν Χριστό, διά τοῦ ἁγ. Μαξίμου.
         Τό βιβλίο συνολικά εἶναι μία  πολύ  ἐμπνευσμένη ἔκδοση. Τό συνιστῶ σέ  ὅλους  τούς ἑλληνόφωνους  ἀναγνώστες μας  καί  σέ  ὁποιονδήποτε ἔχει δυνατότητα ἀναγνώσεως ἑλληνικῶν ἐκκλησιαστικῶν κειμένων.
+  Ὁ Ἔτνα Χρυσόστομος

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

ΤΟ ΜΕΤΑΘΕΤΟ (ΕΠΙΠΗΔΗΣΗ), Ἰω. Καρδάση

             Ορισμός
            Μεταθετό είναι η αυθαίρετη ή η μετά από σχετική εκκλησιαστική απόφαση μετακίνηση Επισκόπου ή άλλου κληρικού από την Επισκοπή ή την Ενορία του σε άλλη Επισκοπή ή Ενορία. Ειδικότερα δε αναφέρεται στο θέμα της μετάθεσης Επισκόπων. Οι Κανόνες της Εκκλησίας (14 Αποστολικός, 15 της Α΄, 21 Αντιόχειας, 1 και 2 Σαρδικής) απαγορεύουν τη μετακίνηση Επισκόπων και θεωρούν τη σύνδεσή τους με την Επισκοπή, για την οποίαν χειροτονήθηκαν, ως ισόβια και ως σχέση Νυμφίου με Νύμφη, οπότε κάθε μετάθεση του Επισκόπου ισοδυναμεί με διαζύγιο, κάτι βέβαια αδιανόητο στην Εκκλησία.
 
            Πρακτική
            Οι Απόστολοι ήταν καθολικοί της Εκκλησίας Επίσκοποι και δεν είχαν ορισμένη δικαιοδοσία σε κάποιο συγκεκριμένο τόπο. Οι μετά από αυτούς Επίσκοποι εξελέγοντο, για να ποιμάνουν κάποιον ορισμένο τόπο, που ονομαζόταν Επισκοπή. Ορισμένοι εξελέγοντο σε μεγάλες Επισκοπές, άλλοι σε μικρότερες, ορισμένοι σε πλούσιες και άλλοι σε πτωχές. Εκ της καταστάσεως αυτής εμφανίστηκαν φιλοδοξίες και πλεονεξίες, για την μετάθεση από μικρές σε μεγάλες και από πτωχές σε πλούσιες Επισκοπές. Η Εκκλησία αντετάχθη εξ αρχής στις ορέξεις αυτές και απαγόρευσε, με Κανόνες της, τη μετάθεση από Επισκοπή σε Επισκοπή. Πολλάκις βέβαια, οι Κανόνες αυτής παραβιάστηκαν και μάλιστα από Συνόδους, με κλασικό παράδειγμα τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (Ν. 590/1977), ο οποίος επιτρέπει τη μετάθεση από Επισκοπή σε Επισκοπή, αν αυτό ψηφισθεί από τα 2/3 των μελών της Ιεραρχίας. Η ιστορία καταγράφει, ότι το μεταθετό στην Εκκλησία της Ελλάδος διέρχεται από τις εξής 4 φάσεις: α/  περίοδος από συστάσεως του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος, το 1833-1934, οπότε δεν υπήρχε μεταθετό, β/ περίοδος 1934-1963, οπότε άρχισε να εφαρμόζεται το μεταθετό, γ/ περίοδος 1963-1977, όπου με νόμο του Κράτους απηγορεύθη το μεταθετό και τέλος δ/ περίοδος 1977 μέχρι σήμερα, όπου με τον ανωτέρω νόμο και τις προϋποθέσεις που θέτει, επιτρέπεται το μεταθετό (δηλ. η επιπήδηση). 
 
            Λόγοι εναντίον του μεταθετού
            α/ αγιογραφικοί:
            «προσέχετε ουν εαυτοίς και παντί τω ποιμνίω εν ω υμάς το Πνεύμα το Άγιον έθετο επισκόπους, ποιμαίνειν την εκκλησίαν του Θεού, περιεποιήσατο δια του ιδίου αίματος» (Πρ. 20. 28). Σε εφαρμογή του ανωτέρω χωρίου και εφ’ όσον το άγιο Πνεύμα επευλογεί την εκλογή του Επισκόπου, για να ποιμάνει μια ορισμένη Επαρχία, ψέλνουμε: «Θεοπροβλήτου Μητροπολίτου της αγιωτάτης Μητροπόλεως……….», εκείνος δε «Θεόθεν μοι λαχούσαν παροικίαν………..». Προς τούτο, η  επιδίωξη καταλήψεως ετέρας παροικίας επιφέρει τις τρομερές ποινές καθαιρέσεως και αναθεματισμού.
            «έκαστος εν ω εκλήθη, αδελφοί, εν τούτω μενέτω παρά τω Θεώ» (Κορ. Α΄ 7. 24). Ο καθένας εκεί που εκλήθη, εκεί και να παραμείνει.
            «ποιμάνατε το εν υμίν ποίμνιον του Θεού, επισκοπούντες μη αναγκαστώς αλλ’ εκουσίως, μηδέ αισχροκερδώς αλλά προθύμως, μηδ’ ως κατακυριεύοντες των κλήρων αλλά τύποι γινόμενοι του ποιμνίου» (Πέτρου Α΄ 5.  2-3). Εδώ, δίνονται συμβουλές, για μια επίβλεψη μη αισχροκερδή, με προθυμία, χωρίς επιβολή κυριαρχικής εξουσίας, αλλά δίνοντας το καλό παράδειγμα, στο ποίμνιο, που σας εμπιστεύθηκε ο Θεός.
 
            β/ κανονικοί
            Γνωρίζουμε, ότι υπάρχουν Ι. Κανόνες στην Εκκλησία μας, οι οποίοι απαγορεύουν το μεταθετό (επιπήδηση), ακόμη και μετά από παράκληση πολλών Επισκόπων. Αυτοί είναι: ο ιδ΄ των αγίων Αποστόλων, ο ιε΄ της Α΄ Οικουμενικής, κα΄ της Αντιόχειας και οι α΄ και β΄ της Συνόδου της Σαρδικής. Το σκεπτικό της απαγόρευσης είναι, ότι ο μετατιθέμενος επιθυμεί ή δέχεται τη μετάθεση από λόγους αλαζονείας, κενοδοξίας, πλεονεξίας και υπερηφάνειας. Η ποινή για τον δεχόμενο τη μετάθεση Επίσκοπο είναι η έκπτωσή του στη τάξη των λαϊκών!
            Οι ίδιοι οι Κανόνες λέγουν, ότι η Εκκλησία κατ’ οικονομίαν μπορεί να μεταθέσει ένα Επίσκοπο από μια Επισκοπή σε μια άλλη, μόνον όταν υπάρχει μεγάλη ανάγκη και χρειάζεται να στηριχθεί η ευσέβεια στην επαρχία αυτή και μόνο πρόσκαιρα και μέχρι να διορθωθεί το πρόβλημα, οπότε ο μετατεθείς Επίσκοπος επιστρέφει στην επαρχία του.
             ιδ΄ αποστολικός Κανόνας
            «Επίσκοπον μη εξήναι καταλείψαντα την εαυτού παροικίαν, ετέρα επιπηδάν, καν υπό πλειόνων αναγκάζηται, ειμή εύλογος αιτία ή η τούτο βιαζομένη αυτόν ποιείν, ως πλέον τι κέρδος δυναμένου αυτού τοις εκείσε, λόγω ευσεβείας συμβαλλέσθαι. Και τούτο δε ουκ αφ’ εαυτού, αλλά κρίσει πολλών Επισκόπων και παρακλήσει μεγίστη».
            Ο κανόνας μιλάει για επιπήδηση και όχι για μετάθεση. Η Επιπήδηση γίνεται, όταν Επίσκοπος αφήσει την επαρχία του και αρπάσει άλλη παραλόγως, κάτι που απαγορεύεται τελείως, ακόμη και μετά από απαίτηση πολλών Επισκόπων και υπόκειται σε αυστηρά επιτίμια, τα αυστηρότερα, που έχουν θεσπισθεί. Μετάθεση Επισκόπου σε άλλη επαρχία δύναται να γίνει, μετά από απαίτηση πολλών Επισκόπων και γίνεται, όταν υπάρχει μεγάλη ανάγκη, για στήριγμα της ευσέβειας και αύξηση της πνευματικής ωφέλειας και είναι πρόσκαιρη και όχι μόνιμη, οπότε δεν υπάρχουν επιτίμια. Τέτοιες μεταθέσεις έχουμε, του Γρηγορίου Θεολόγου από τα Σάσιμα στην ΚΠολη, του Πρόκλου από την Κύζικο στην ΚΠολη, του Μελέτιου από την Σεβάστεια, στην Βέρροια και κατόπιν στην Αντιόχεια, του Ευστάθιου από Βέρροια στην Αντιόχεια, κ.ά.
            ιε΄ Κανόνας Α΄ Οικουμενικής
            «Δια τον πολύν τάραχον και τας στάσεις τας γινομένας, έδοξε παντάπασι περιαιρεθήναι την συνήθειαν, την παρά τον Αποστολικόν Κανόνα ευρεθείσαν εν τισι μέρεσι, ώστε από πόλεως εις πόλιν μη μεταβαίνειν, μήτε Επίσκοπον, μήτε Πρεσβύτερον, μήτε Διάκονον……….».
            Ο κανόνας αυτός μιλάει για την μετάβαση και εγκατάσταση Επισκόπου, Πρεσβυτέρου και Διακόνου, από μια πόλη σε άλλη πόλη της ίδιας επαρχίας και απαγορεύει αυτή τη μετάβαση, καθορίζει δε τον τόπον της χειροτονίας, ως μόνιμη διαμονή, οπότε η μετάβαση αυτή είναι άκυρη και οφείλεται η άμεση αποκατάσταση στην προτέρα κατάσταση.
            κα΄ Κανόνας Αντιόχειας
            «Επίσκοπον από παροικίας ετέρας εις ετέραν μη μεθίστασθαι, μήτε αυθαιρέτως επιρρίπτοντα εαυτόν, μήτε υπό λαών εκβιαζόμενον, μήτε υπό Επισκόπων αναγκαζόμενον. Μένειν δε εις ην εκληρώθη υπό του Θεού εξ αρχής Εκκλησίαν, και μη μεθίστασθαι αυτής, κατά τον ήδη πρότερον περί τούτου εξενεχθέντα όρον».
            Ο κανόνας αυτός επικυρώνει τον σχετικό κανόνα των αγίων Αποστόλων, όπου απαγορεύεται η μετάθεση Επισκόπου από την επαρχία του σε άλλη Επαρχία, ακόμη και εάν αναγκάζεται από τους Επισκόπους να το κάνει ή ακόμη και από τον λαό της άλλης Επαρχίας.
            α΄ και β΄ Κανόνες Σαρδικής
            «Ου τοσούτον η φαύλη συνήθεια, όσον η βλαβερωτάτη των πραγμάτων διαφθορά εξ αυτών των θεμελίων εστίν εκριζωτέα, ίνα μηδενί των Επισκόπων εξή από πόλεως μικράς εις ετέραν πόλιν μεθίστασθαι……….ηγούμεθα γαρ μηδέ λαϊκών έχειν τους τοιούτους χρήναι κοινωνίαν» (α΄).
            «Ει δε ο τοιούτος ευρίσκεται μανιώδης ή τολμηρός, ως περί των τοιούτων δόξαι τινά φέρειν παραίτησιν, διαβεβαιούμενον από του πλήθους προς εαυτόν κεκομίσθαι γράμματα, δήλον εστιν ολίγους τινάς δεδυνήσθαι μισθώ και τιμήματι διαφθαρέντας, εν τη Εκκλησία στασιάζειν, ως δήθεν αξιούντες τον αυτόν έχειν Επίσκοπον. Καθάπαξ ουν τας ραδιουργίας τας τοιαύτας και τέχνας κολαστέας είναι νομίζομεν, ώστε μηδένα τοιούτον μηδέ εν τω τέλει λαϊκής γουν αξιούσθαι κοινωνίας» (β΄).
            Ο α΄ Κανόνας διαμηνύει, ότι κάθε κακή συνήθεια, όπως το μεταθετό πρέπει να ανατρέπεται και να ξεριζώνεται εκ θεμελίων. Έτσι, δεν δίνεται σε κανέναν Επίσκοπο άδεια να αφήνει τη μικρή επαρχία του και να πηγαίνει σε μεγαλύτερη, γιατί αυτό δείχνει πλεονεξία ή και υπερηφάνεια. Πλεονεξία, λόγω μεγαλύτερου κέρδους, υπερηφάνεια δε, γιατί κατέχει μεγαλύτερη επαρχία, επομένως και δόξα και εξουσία. Παρατηρεί δε, ότι ποτέ δεν βρέθηκε Επίσκοπος να θέλει μετάθεση από μεγάλη επαρχία σε μικρότερη. Όποιος λοιπόν εμμένει σ’ αυτή την ενέργεια του μεταθετού να καθαιρείται, να αφορίζεται και να στερείται της θ. κοινωνίας.
            Ο β΄ Κανόνας είναι παραπλήσιος με τον α΄ και λέγει, ότι αν ένας Αρχιερέας είναι τόσο αυθάδης και τολμηρός και επιμένει στη μετάθεσή του και προφασίζεται διάφορες δικαιολογίες (π.χ. ότι τον θέλει ο λαός της Επαρχίας), είναι φανερό, ότι μετέρχεται πανουργίες και δολιότητες (όπως τη σιμωνία), για την επιτυχία του στόχου του, οπότε τιμωρείται με την βαρύτατη ποινή του να μην αξιωθεί ούτε εις τον θάνατόν του να κοινωνήσει και να μεταλάβει, όχι σαν Επίσκοπος, αλλ’ ακόμη, ούτε σαν απλός λαϊκός.
            Πράγματι, η ποινή της ακοινωνησίας ακόμη και στην κλίνη του θανάτου, είναι η πιο βαρειά ποινή, που επιβάλλεται από το Κανονικό Δίκαιο της Εκκλησίας και είναι μοναδική γι’ αυτή την περίπτωση και δεν επιβάλλεται σε καμία άλλη περίπτωση αμαρτήματος ή ατοπήματος, όσο βαρύ και εάν είναι αυτό.
            γ/ αγιοπατερικοί
            Για τις φαύλες και ψυχοβλαβείς συνήθειες όπως το μεταθετό (επιπήδηση), που θα πρέπει να εκβάλονται, ομιλούν οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας. Έτσι:
            Μ. Βασίλειος
            Λέγει, ότι δεν πρέπει να ακολουθούμε τις διεφθαρμένες προλήψεις των πολλών και να βεβαιώνουμε τα άτοπα με τη συγκοινωνία του πράγματος (Όρος κατά πλάτος μ΄)
            Επίσης, ότι το έθος έχει δύναμη νόμου, αυτό που έχει παραδοθεί από τους αγίους και η συνήθεια είναι σαν γραπτός νόμος (πζ΄ κανόνας).
            Γρηγόριος Θεολόγος
            Ο ανθρώπινος νόμος πρέπει να περιφρονείται και να εφαρμόζεται ο νόμος του πνεύματος. Γι’ αυτό και ο Χριστός λέγει στους Γραμματείς: Γιατί παραβαίνετε τις εντολές του Θεού και τοποθετείτε υπεράνω αυτών τις συνήθειες και τις παραδόσεις σας; (λόγος α΄ ειρηνικός).
            Εξ άλλου, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος μετετέθη, χωρίς τη θέλησή του, από την επαρχία Σασίμων, στον θρόνο της ΚΠολης, με αξίωση των πατέρων της Β΄ Οικουμενικής, χωρίς να κάνει επιπήδηση και για έκτακτες συνθήκες. Παρ’ όλα αυτά, όταν επικρίθηκε αυτή του η εκλογή, από τους αντιπροσώπους του Ρώμης Δάμασου Α΄, που έφθασαν μετά την εκλογή του, αμέσως παρητήθη και επέστρεψε στην επαρχία του. Τέτοιο πράγμα δεν βλέπουμε στη σύγχρονη εποχή μας, όπου η μετάθεση (επιπήδηση) από μια Επαρχία Επισκόπου, για να καταλάβει θρόνο Προκαθημένου, σε μια Εκκλησία, είναι ο κανόνας. Φαίνεται, ότι το παράδειγμα του αγίου Γρηγορίου το αποφεύγουμε, αν και διατυμπανίζουμε το: «μνήμη αγίου, μίμηση αγίου»!
            Ιωάννης Χρυσόστομος
            Μη ζητάς σε κανένα πράγμα τη συνήθεια, αλλά το χρήσιμο και όχι το ψυχοβλαβές και εάν κάτι είναι καλό και ωφέλιμο να γίνεται, ακόμη και εάν δεν είναι συνήθεια, ενώ αντίθετα, αν είναι κάτι ψυχοβλαβές, να το μισούμε και να το αποστρεφόμεθα, ακόμη και εάν γίνεται από συνήθεια, οπότε πρέπει να κόπτεται αυτή η κακή συνήθεια (ομιλία ι΄ και νς΄ στη Γένεση).
            Να μη λέγει κανείς, ότι υπάρχει συνήθεια, γιατί όπου υπάρχει αμαρτία, εκεί δεν υπάρχει συνήθεια και επομένως αν τα γινόμενα είναι κακά, ακόμη και εάν υπάρχει παλαιά συνήθεια, αυτή πρέπει να καταργείται, εάν δε δεν είναι κακά, ακόμη και εάν δεν υπάρχει συνήθεια, δημιούργησέ την (λόγος δια τας πορνείας).
            Μη μου λες, ότι είναι συνήθεια, γιατί αν το πράγμα είναι πονηρό δεν πρέπει να γίνεται ούτε μια φορά, αν δε δεν είναι πονηρό, πάντοτε να γίνεται (λόγος περί της Κορ.  Α΄, ιβ΄).
            Καταφρόνησε τις πονηρές συνήθειες (λόγος περί συνεισάκτων).
            Ό,τι έχει παραδοθεί από τους ανθρώπους δεν είναι αυτόματα και νόμος (ομιλία νβ΄, στο Ματθαίο).
            Στην περίπτωση του Χρυσοστόμου έχουμε μια παρόμοια κατάσταση, η οποία ονομάζεται Μοιχεπιβασία, όταν δηλ. ζώντος του Επισκόπου μιας Επαρχίας, τοποθετείται από την Εκκλησία άλλος Επίσκοπος, χωρίς να έχει προηγηθεί προηγουμένως αποχώρηση του υπάρχοντος.
            Είναι γνωστόν, ότι ο ΚΠόλεως Ιωάννης Χρυσόστομος κατηγορήθηκε (αδίκως βέβαια) από τον Αλεξανδρείας Θεόφιλο, τον Αντιοχείας Πορφύριο, τον Κύπρου Επιφάνιο και άλλους, ως αιρετικός (ωριγενιστής) και με τη σύμπραξη και άλλων (Αρσάκιο, Αττικό κ.λπ.) καταδικάστηκε και καθαιρέθηκε, επί πλέον δε εξορίστηκε στην Αρμενία, όπου και εκοιμήθη. Την καταδίκη του δεν αναγνώρισε ποτέ (ήταν προϊόν συκοφαντίας και ραδιουργιών και του αυτοκράτορα Αρκάδιου), οι δε κατήγοροί του τον διαδέχθηκαν στον θρόνο της ΚΠολης!
            Για έναν εξ αυτών, τον άγιο Αρσάκιο γράφει τα εξής ο ίδιος ο Χρυσόστομος σε επιστολή του προς τον Επίσκοπο Κυριακό, επίσης εξόριστο (κατά μετάφραση αγίου Νικοδήμου): «Ήκουσα δε και δια τον φλύαρον εκείνον Αρσάκιον, τον οποίον εκάθισεν η βασίλισσα πατριάρχην εις τον θρόνον μου, ότι καθ’ υπερβολήν έθλιψε τους αδελφούς και τας παρθένους, οίτινες με υπερησπίζοντο και δεν ηθέλησαν να συγκοινωνήσωσι με αυτόν, εκ των οποίων πολλοί και απέθανον εν τη φυλακή δι’ αγάπην μου. Εκείνος, λέγω ο προβατόσχημος λύκος, ο οποίος έχει μεν σχήμα επισκόπου, είναι δε μοιχός κατ’ αλήθειαν, διότι καθώς η γυνή ονομάζεται μοιχαλίς, όταν, ζώντος του ανδρός της, λάβη άλλον άνδρα, ούτω αυτός είναι μοιχός ουχί κατά σάρκα, αλλά κατά πνεύμα, επειδή ζώντος εμού του επισκόπου της Κωνσταντινουπόλεως, αυτός ήρπασε τον θρόνον μου».
            Έτσι, στην περίπτωση αυτή έχουμε το αμάρτημα της μοιχεπιβασίας, το οποίον και αυτό υπάγεται στη γενικότερη περίπτωση της επιπήδησης, της οποίας βέβαια αποτελεί και την χειρότερη μορφή.
            Παρεκκλίσεις του επισκοπικού θεσμού
            α/ Τιτουλάριοι Επίσκοποι
            Η δυτική αντίληψη, ότι μια κοινότητα μπορεί να είναι εκκλησιαστική, χωρίς τον επίσκοπό της και ένας κληρικός μπορεί να είναι κληρικός, χωρίς να προΐσταται εκκλησιαστικής κοινότητας πέρασε από τη Δύση και στην Ανατολή και έτσι από τα μέσα του 17ου αιώνα τα Ορθόδοξα Πατριαρχεία και οι αυτοκέφαλες Εκκλησίες, δίχως επιφυλάξεις και δισταγμούς, υιοθέτησαν τη βατικάνεια πρακτική να χειροτονούν τιτουλάριους επισκόπους, δηλ. «με γυμνή ονομασία επισκοπής». Αυτό όμως αντίκειται στο κανονικό Δίκαιο της Εκκλησίας, που θέλει τον Επίσκοπο, ως Επίσκοπο μιας πόλης και της γύρω αυτής περιοχής, η οποία βεβαίως έχει ποίμνιο και δεν είναι κατ’ όνομα Επίσκοπος.
            Από τους πρώτους χρόνους της σύστασης της Χριστιανικής Εκκλησίας, κάθε μεγάλη πόλη του Ρωμαϊκού κράτους έχει τον επίσκοπό της, που ως διάδοχος των Αποστόλων συγκεντρώνει την ανώτατη εκκλησιαστική εξουσία, είναι η πηγή και το κέντρο της πνευματικής εξουσίας και η ορατή κεφαλή της τοπικής Εκκλησίας. Λόγω όμως των διωγμών ήταν απαραίτητη η παρουσία του επισκόπου, ακόμη και στις μικρές πόλεις, στις κωμοπόλεις και στα χωριά για τη συγκράτηση του λαού. Περίπου δε τον γ΄ αιώνα εμφανίζονται και οι χωρεπίσκοποι (δηλ. επίσκοποι χωριών ή ακόμη και αγροτικών περιοχών), που δεν διέφεραν, όπως και οι προηγούμενοι, κατά την πνευματική, κυβερνητική ή ποιμαντική εξουσία από τους επισκόπους των πόλεων. Δυστυχώς όμως, από τον δ΄ αιώνα, άρχισαν να εξαρτώνται οι χωρεπίσκοποι από τους επισκόπους των πόλεων και να εμφανίζονται και επίσκοποι, που εκλέγονταν για να βοηθούν επαρχιούχους επισκόπους, από τους οποίους και χειροτονούνταν, όπως:
  • οι χωρεπίσκοποι με το όνομα μιας μεγάλης περιφέρειας, που το όνομα της οποίας μπορούσαν να έχουν δύο ή και περισσότεροι χωρεπίσκοποι,
  • οι επίσκοποι μοναχοί «ου πόλεως τινος, αλλά τιμής ένεκεν»,
  • οι επίσκοποι, που εκλέγονταν «άμφω της αυτής προστώσιν Εκκλησίας» με ένα ηλικιωμένο επίσκοπο, για να τον διαδεχτούν μετά τον θάνατό του,
  • οι χωρεπίσκοποι, που δεν είχαν επισκοπική έδρα και
  • οι περιοδευτές επίσκοποι, που δεν είχαν επίσης επισκοπική έδρα.
Το γεγονός αυτό διαπιστώνεται αβίαστα από τις αποφάσεις των Συνόδων της Αγκύρας (314), της Νεοκαισάρειας (315), της Α΄ Οικουμενικής (325), της Αντιόχειας (341), της Σαρδικής (343), της Λαοδίκειας (360), από το 11ο έπος της Α΄ τομής της Β΄ βίβλου των ιστορικών του Γρηγορίου του Θεολόγου (328-391) και από τις επιστολές του Μ. Βασιλείου (330-378).
Ο θεσμός των χωρεπισκόπων ευδοκιμεί, στις ημέρες μας, στην Εκκλησία της Κύπρου. Σημειώνεται εδώ, ότι οι χωρεπίσκοποι υπάγονται στον Επίσκοπο της Επαρχίας και έχουν πλήρη ανεξαρτησία στο χώρο ευθύνης τους, πλην όμως δεν έχουν το δικαίωμα της χειροτονίας, άνευ αδείας του οικείου Επισκόπου.
Στο τέλος του ζ΄ αιώνα, η Εκκλησία, με τον 37ο Κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου (691-692), αντιμετώπισε το πρόβλημα των περιστατούμενων και όχι εμπερίστατων Εκκλησιών και αποφάσισε ότι οι αρχιερείς, που οι επαρχίες τους «υποχείριοι τοις ανόμοις κατέστησαν» και για τον λόγο αυτό δε μπορούσαν μετά τη χειροτονία τους «τον οικείον θρόνον καταλαβείν», να μπορούν «και χειροτονίας κληρικών διαφόρων κανονικώς ποιείν και τη της προεδρίας αυθεντία κατά τον ίδιον όρον κεχρήσθαι και βεβαίαν και νενομισμένην είναι πάσαν υπ' αυτών προϊούσαν διοίκησιν». Αργότερα και ο Αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄ (1094) με την 33η Νεαρά του διευκολύνει τη συνέχιση της ανάδειξης αρχιερέων σε επαρχίες, που δεν μπορούσαν να εγκατασταθούν «ως υπό των εχθίστων κατεχομένων εχθρών».
Επειδή οι κατακτήσεις συνεχίζονταν και οι επαρχίες του Θρόνου συρρικνώνονταν, για να μη μείνει απροστάτευτο το χριστιανικό πλήρωμα και στερημένο πνευματικού ποιμένα στο έλεος των κατακτητών, το Οικουμενικό Πατριαρχείο παραχωρούσε «κατ' οικονομίαν» επιτροπικώς ή «κατά λόγον επιδόσεως» κάποιες επαρχίες σε κοντινές ή και μακρινές μητροπόλεις, αρχιεπισκοπές και επισκοπές του Θρόνου «δίχα μέντοι της εν τω ιερώ συνθρόνω εγκαθιδρύσεως».
Από τον ιε΄ αιώνα η Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως προήγαγε έγκριτους κληρικούς σε αρχιερείς με τους τίτλους «πάλαι ποτέ διαλαμψασών» επαρχιών, προκειμένου να τους αναθέσει διάφορες υψηλές εκκλησιαστικές διακονίες. Από δε του ις΄ αιώνα διασώζωνται και υπομνήματα εκλογής τιτουλαρίων αρχιερέων. Ο θεσμός των τιτουλαρίων αρχιερέων από τις αρχές περίπου του ιη΄ αιώνα άλλοτε περιορίζεται «ου μόνον ως αντίθετον πάντη και εναντίον τοις ιεροίς κανόσιν» και άλλοτε επαναφέρεται ως «αρχαίον της Εκκλησίας έθος». Αλλά και τον επόμενο αιώνα, παρά τους περιορισμούς των Γενικών ή Εθνικών Κανονισμών του Οικουμενικού Πατριαρχείου (1860), οι εκλογές των τιτουλαρίων αρχιερέων δεν έπαυσαν να γίνονται. Αποτελούν θεσμό, η δε εκλογή τους, επειδή στηρίζεται στο έθιμο, είναι έγκυρη όσο και των «εν ενεργεία αρχιερέων». Φέρουν δε τον τίτλο «πάλαι ποτέ διαλαμψάσης» επαρχίας, επειδή απαγορεύεται από τους Κανόνες η «απολελυμένη χειροτονία». Έτσι οι «κατ' έθος παλαιόν» εκλογές των τιτουλαρίων αρχιερέων δεν έπαυσαν να γίνονται μέχρι σήμερα και όχι μόνο στο Οικουμενικό Πατριαρχείο αλλά και στις άλλες Ορθόδοξες Πατριαρχικές και Αυτοκέφαλες Εκκλησίες. Υπάρχουν σήμερα τιτουλάριοι αρχιερείς ως βοηθοί επίσκοποι, ως ηγούμενοι Μονών, ως πρωτοσυγκελλεύοντες, ως αρχιγραμματεύοντες Ιεράς Συνόδου, ως αρχιερατικώς προϊστάμενοι Κοινοτήτων ή Περιφερειών και ως αντιπρόσωποι σε διεκκλησιαστικούς ή διεθνείς Οργανισμούς.
           
            β/ βοηθοί Επίσκοποι
            Ο θεσμός αυτός, ο οποίος δεν προβλέπεται από κανένα κανόνα της Εκκλησίας, έχει προσφάτως αναζωπυρωθεί στην Εκκλησία και όλο και περισσότεροι Μητροπολίτες ζητούν βοηθούς Επισκόπους, για να διευκολύνεται το έργο τους. Πλην όμως ο θεσμός αυτός είναι στρεβλός, καθότι εμφανίζει τον Επίσκοπο μιας Επαρχίας, που θεωρείται, ως ο σύζυγος της τοπικής Εκκλησίας, να έχει ανάγκη από βοηθούς συζύγους!
 
            Βιβλιογραφία
            1/ Βικιπαίδεια: Μεταθετό
            2/ Θ.Η.Ε.: Αμετάθετον
            3/ ΠΑΠΥΡΟΣ: Μεταθετό
            4/ Ρωμανίδη Ι. Πρωτοπρεσβύτερου: Εμπειρική Δογματική
            5/ Σακελλαρόπουλου Κ. Αρχιμανδρίτη: Ένα καρκίνωμα στο σώμα της Εκκλησίας