Loading...

Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2014

Η ΑΓΙΑ Δ' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ

Του κ. Ιω. Καρδάση, Χημικού - Οικονομολόγου

            Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος συνεκλήθη από τους Αυτοκράτορες Μαρκιανό και Πουλχερία στη Χαλκηδόνα το 451 ενάντια στις αιρετικές θέσεις του Ευτυχούς. Μεταξύ των συμμετασχόντων διακρίνονται οι: Ρώμης Λέοντας Α΄ δια των Επισκόπων Πασχασίνου, Λουκέντιου και Ιουλιανού και των Πρεσβυτέρων Βονιφατίου και Βασιλείου, ΚΠόλεως Ανατόλιος,  Αντιοχείας Μάξιμος, Ιεροσολύμων Ιουβενάλιος, Καισαρείας Θαλάσσιος, Δορυλαίου Ευσέβιος, Κύρου Θεοδώρητος, Κλαυδιουπόλεως Θεόδωρος, Βηρυττού Ευστάθιος, Κορίνθου Πέτρος και άλλοι. Πρόεδροι διετέλεσαν οι αντιπρόσωποι του Πάπα και ο ΚΠόλεως Ανατόλιος, παρευρέθησαν δε και αντιπρόσωποι του Αυτοκράτορα.
            Οι εργασίες της Συνόδου ξεκίνησαν στις 8 Οκτωβρίου στον Ι. Ναό της αγίας Ευφημίας και έληξαν την 1η Νοεμβρίου. Τα πρακτικά της Συνόδου διεσώθησαν στο ελληνικό πρωτότυπο και σε λατινική μετάφραση.
            Η Σύνοδος καταδίκασε τον Μονοφυσιτισμό, αφού οι αντίπαλοι κατηγορούσαν τον Αλεξανδρείας Κύριλλο, ως Νεστοριανό, καθώς και τον Αντιοχείας Ιωάννη ως μΜνοφυσίτη. Ο συνεργάτης του Κυρίλλου μοναχός και Αρχιμανδρίτης Ευτυχής, στον αγώνα του κατά του νΝστοριανισμού βρέθηκε στο αντίθετο άκρο του Μονοφυσιτισμού, όπου ο Χριστός παρουσιάζεται με μια μόνο φύση, τη θεία, οπότε το σώμα του Κυρίου δεν είχε ομοουσιότητα με το ανθρώπινο σώμα.
            Η Σύνοδος αποκήρυξε την «ληστρική» του 449, καθαίρεσε τον Αλεξανδρείας Διόσκορο, για κανονικές παραβάσεις και όχι για αίρεση, απεκατέστησε τους Επισκόπους που είχαν καθαιρεθεί από τον Διόσκορο, δικαίωσε τον ΚΠόλεως Φλαβιανό, ανύψωσε την Επισκοπή Χαλκηδόνος σε Μητρόπολη και ανύψωσε επίσης την Εκκλησία των Ιεροσολύμων στην 5η θέση. Εξέδωσε 30 Κανόνες, εξ ων ο κη΄ επικυρώνει και ολοκληρώνει τον γ΄ της Β΄ και αποδίδει στον ΚΠόλεως τα ίσα πρεσβεία τιμής με τον Ρώμης. Από «μετά τον Ρώμης» του γ΄ της Β΄ γίνεται «μετά του Ρώμης» δεύτερον μετ’ εκείνον ερχόμενον.
            Λεπτομέρειες από τις εργασίες της Συνόδου δίδονται κατωτέρω:
           Από τη στιγμή, που ο αυτοκράτορας Μαρκιανός ανέλαβε την πρωτοβουλία να συγκαλέσει Οικουμενική (=αυτοκρατορική) Σύνοδο στη Χαλκηδόνα το 451, έθεσε σαν κύριο σκοπό της τη σύνταξη ενός Όρου Πίστεως που να εκθέτει με σαφήνεια το Χριστολογικό δόγμα. Η σύζυγός του Πουλχερία, εγγονή του Μ. Θεοδοσίου, που κατηύθυνε ουσιαστικά την εκκλησιαστική πολιτική, επιδίωξε να αντιμετωπίσει τις αιρέσεις και να ενώσει τη διασπασμένη Εκκλησία με τη συγκρότηση Συνόδου, που θα ανανέωνε την πίστη της Νίκαιας και θα συνέτασσε το δικό της σύμβολο.
            Στη Σύνοδο μετείχαν 636 Πατέρες (ακριβώς διπλάσιοι εκείνων της Νικαίας). Πρόεδροι της Συνόδου ήταν οι αντιπρόσωποι του Πάπα Λέοντα Α΄ (δεδομένου ότι υπήρχε αρχαίον έθος η μη εγκατάλειψη της Ρώμης υπό του Επισκόπου αυτής) και ο Κωνσταντινουπόλεως Ανατόλιος, με πολυμελές πολιτικό προεδρείο αποτελούμενο από αντιπροσώπους του Αυτοκράτορα και της Συγκλήτου, οι οποίοι αν και δεν ελάμβαναν μέρος στις δογματικές συζητήσεις, παρά ταύτα είχαν την ουσιαστική διεύθυνση των Συνοδικών εργασιών και προσπαθούσαν να εφαρμόσουν την αυτοκρατορική εκκλησιαστική πολιτική.
            Η αυτοκρατορική πολιτική ήθελε σύνταξη νέου Χριστολογικού Συμβόλου Πίστεως, κάτι που προσέκρουσε στην αντίδραση των Πατέρων, οι οποίοι αρνούντο, διότι υπήρχε αφ’ ενός μεν το Σύμβολο της Νικαίας, αφ’ ετέρου δε ο ζ΄ Κανόνας της Γ΄ Οικ. Συνόδου: «Τούτων αναγνωσθέντων, ώρισεν η αγία Σύνοδος, ετέραν πίστιν μηδενί εξείναι προσφέρειν, η γουν συγγράφειν, η συντιθέναι, παρά των αγίων Πατέρων των εν τη Νικαέων συναχθέντων πόλει συν αγίω Πνεύματι.....». Επίσης υπήρχε και ο Τόμος του Λέοντα (ο οποίος για ορισμένους θεωρείτο Νεστοριανίζων), δηλ. η επιστολή του Πάπα Λέοντα προς τον Κωνσταντινουπόλεως Φλαβιανό περί Νεστορίου, ο οποίος επεξηγείτο από τους Πατέρες σύμφωνα με την Κυρίλλεια θεολογία.
            Στην αντίδραση των Πατέρων στα ανωτέρω, οι Αυτοκρατορικοί αντιπρόσωποι επέμεναν, ότι καίτοι υπάρχει αυτός ο όρος της Γ΄, όμως η Β΄ Οικ. εξέδωσε άλλον Ὀρον Πίστεως απ’ ότι η Νίκαια, άρα θα μπορούσε και αυτή η Σύνοδος να εκδώσει νέον Όρον.
            Ακολούθως οι Πατέρες ζήτησαν από τους Αυτοκρατορικούς αντιπροσώπους να επιστρέψουν οι πρωτεργάτες της ληστρικής Συνόδου του 449, ως κανονικά μέλη της Συνόδου και τούτο για να τους δυσκολέψουν στη σύνταξη νέου Όρου. Οι πέντε πρωταίτιοι Επίσκοποι (Ιεροσολύμων Ιουβενάλιος, Καισαρείας Καππαδοκίας Θαλάσσιος, Αγκύρας Ευσέβιος, Βηρυτού Ευστάθιος, Σελευκείας Βασίλειος) είχαν υπογράψει τον Τόμο του Λέοντα, ενώ ο Αλεξανδρείας Διόσκορος όχι. Για τον Διόσκορο οι Αλεξανδρινοί ζήτησαν να επιστρέψει, ενώ οι Αντιοχειανοί όχι. Έτσι σε συνεδρία, που απουσίαζαν οι Αυτοκρατορικοί, οι Πατέρες καθαίρεσαν μόνο τον Διόσκορο, ενώ έσωσαν τους άλλους πέντε, για να ενισχύσουν έτσι το μέτωπο της αντίστασής τους κατά της Αυτοκρατορικής πολιτικής, που ήθελε οπωσδήποτε να συνταχθεί Όρος πίστεως. Σε τούτο συνέπραξαν και οι Παπικοί αντιπρόσωποι, οι οποίοι αφ’ ενός μεν δεν ήθελαν και αυτοί νέον Όρο, αλλά μόνο να ισχύσει ο Τόμος του Λέοντα και αφ’ ετέρου οι πέντε πρωτεργάτες είχαν ήδη υπογράψει τον Τόμο. Μάλιστα οι Πατέρες αναφώνησαν ως προς τον Τόμο: «..... Πέτρος δια Λέοντος ταύτα εξεφώνησεν......», πράγμα που θεωρείται ότι αποτελεί «τον μεγαλύτερο θρίαμβο του Παπισμού στην ιστορία της Συνόδου μέχρι τη στιγμή εκείνη». Πάντως πρόταση για την ανάγνωση της Γ΄ επιστολής Κυρίλλου προς Νεστόριο (που περιλάμβανε τους 12 αναθεματισμούς) δεν έγινε δεκτή από τη Σύνοδο. 
            Στο σημείο αυτό παρατίθεται η θέση του αγίου Νεκταρίου πάνω στην καταδίκη του Διόσκορου και την εξάσκηση πρωτείου εξουσίας από τον Λέοντα:
            Στον άγιο Λέοντα έχουμε τον πλήρη θρίαμβο του πρωτείου εξουσίας: Ο άγιος Πάπας Ρώμης Λέων Α΄ υπήρξε υπέρμαχος της αυθεντίας του Παπικού θρόνου και αγωνίστηκε με ζήλο για την προβολή της, ιδιαίτερα στον ανταγωνισμό προς την Κων/πολη. Οι διοικητικές αποφάσεις της Δ΄ Οικ. Συνόδου και ιδιαίτερα για τη δικαιοδοσία του Πατριάρχη Κων/πόλεως (κη΄ Κανόνας), προκάλεσαν τη βίαιη αντίδρασή του, με την προβολή των εξαιρετικών προνομίων των τριών θρόνων του αποστόλου Πέτρου (Ρώμης, Αλεξανδρείας και Αντιοχείας) και με την αμφισβήτηση ανάλογων προνομίων για το θρόνο της Κων/πολης. Η αρχή της Πετρίνειας αποστολικότητας των θρόνων συστηματοποιήθηκε από τον Λέοντα στον αγώνα ενάντια στη Κων/πολη και χρησιμοποιήθηκε πάντοτε στις συγκρούσεις της Πρεσβυτέρας προς τη Νέα Ρώμη, ως θεμελίωση των διεκδικήσεων για το Παπικό πρωτείο. Ο ίδιος μάλιστα στις ομολογίες του εξαίρει «την αξιοσύνη, την εξουσία και τη μέριμνα του αποστόλου Πέτρου, τον οποίον ο Χριστός είχε ορίσει θεμέλιο λίθο της Εκκλησίας του».
            Το φρόνημα του πάπα Λέοντα  Α΄ περί της ηγεμονίας των Παπών στην Εκκλησία και της υπεροχής του Επισκόπου Ρώμης φαίνεται στην επιστολή του προς την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο: «….. δι’ ου την αγίαν ημών αδελφότητα προς ανατροπήν μεν των επιβουλών του διαβόλου, της δε της εκκλησιαστικής ειρήνης ανάκτησιν συνελθείν εβουλήθη, φυλαττομένων τω θρόνω του μακαριωτάτου Πέτρου του Αποστόλου των τε δικαίων, και της τιμής επί τοσούτον, ως και ημάς υπ’ αυτού προς τούτο δι’ οικείων προτραπήναι γραμμάτων, εφ’ ω τε την οικείαν παρουσίαν ημάς παρασχείν τη αγία συνόδω, όπερ μεν ουν ουκ ηδύνατο, ουδέ η ανάγκη του καιρού, ουδέ μην τις επιτρέψαι συνήθεια…..».
            Με τον Αλεξανδρείας Διόσκορο συνέβησαν τα εξής: Ο Διόσκορος προσήλθε με την έναρξη των εργασιών της Συνόδου, για να παραστεί, καθότι δεν είχε εισέτι καταδικαστεί, πλην όμως δεν του επετράπη η είσοδος από τους αντιπροσώπους του Λέοντα, με το «έτσι θέλω». Ο απεσταλμένος του Λέοντα, Επίσκοπος Πασχαλίνος απευθυνόμενος προς την Σύνοδο της Χαλκηδόνας ανέφερε: «Του Μακαριωτάτου και Αποστολικού Επισκόπου των Ρωμαίων πόλεως, κεφαλής υπάρχοντος πασών των Εκκλησιών, προστάξεις έχομεν, εν αις κατηξίωσε διαλαλήσαι, όπως Διόσκορος Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας μη συγκαθεσθή εν τω συνεδρίω…..», σε ερώτημα δε των συνέδρων, γιατί αυτός ο αποκλεισμός, ο άλλος Παπικός Επίσκοπος Λουκίνσιος αποκρίθηκε: «….. Σύνοδον ποιήσαι επιτροπής δίχα του Αποστολικού θρόνου…..», (εννοεί την σύνοδο της Εφέσου του 449, την αποκλειθείσα «ληστρική», την οποίαν συγκάλεσε ο Διόσκορος, χωρίς την άδεια του Λέοντα και έτσι υπέκλεψε («λήστεψε») το θείο του δίκαια), ο δε Επίσκοπος Πασχαλίνος πρόσθεσε: «Ημείς υπεναντίον των προσταγμάτων του μακαριωτάτου και Αποστολικού Επισκόπου και χειρίζοντος τον Αποστολικόν θρόνον, ελθείν ου δυνάμεθα, ούτε μη υπεναντίον των εκκλησιαστικών κανόνων ή πατρικών παραδόσεων». Ο άγιος Νεκτάριος, πάνω στα ανωτέρω παρατηρεί: «Τοιαύτη υπήρξεν η γλώσσα και η συμπεριφορά των λεγάτων του Πάπα Λέοντος του Αγίου. δύναται πας τις να φαντασθή την γλώσσαν των μη φερόντων το προσόν του Αγίου! Ο Θεός να φυλάξη την Εκκλησίαν» και παρακάτω διερωτάται, γιατί οι Πατέρες έδειξαν τέτοια ανοχή, γιατί ανέχθηκαν τέτοια ψέματα, δίνει ο ίδιος την απάντηση: «επιβάλλουσα ανάγκη έθετο φυλακήν τοις στόμασιν αυτών….. η φρόνησις απήτει την ανοχήν χάριν της πίστεως και τούτο εποίησαν οι μακάριοι Πατέρες», δηλ. μπροστά στον κίνδυνο της διάσπασης για θέματα πίστεως, υποκύπτουμε στο πρωτείο διαποίμανσης της Εκκλησίας υπό του Πάπα Ρώμης! Σημειώνεται, ότι επειδή οι Παπικοί λεγάτοι αρνήθηκαν να υπογράψουν τον κη΄ κανόνα της Συνόδου, περί των ίσων πρεσβείων τιμής του Κων/πόλεως μετά του Ρώμης, η Σύνοδος απέστειλε επιστολή προς τον Λέοντα, με την οποίαν του ζητούσε να τον υπογράψει. Ο πάπας Λέων με απαντητική του επιστολή αρνήθηκε να υπογράψει τον κανόνα (αγίου Νεκταρίου, Τα αίτια του Σχίσματος, τ. Α΄, σελ. 149-154).
            Μετά την άρνηση του Λέοντα να παρακαθίσει στη Σύνοδο ο Διόσκορος απεχώρησε και όταν αργότερα εκλήθη να απολογηθεί δεν προσήλθε, καθότι θεώρησε προσβλητικό και αναίτιο τον αποκλεισμό του. Στην επακολουθήσασα ψηφοφορία η καταδίκη του απέσπασε 185 ψήφους στους 636 Πατέρες! (Πισιδίας Μεθόδιου: «Το πρόσωπο του Ιησού Χριστού…..», σελ. 132). Ο άγιος Νεκτάριος ψέγει την καταδίκη αυτή ως εξής: «Κηρύττω μετά πεποιθήσεως, ότι ο Μονοφυσιτισμός δεν θα εκραταιούτο, εάν ο Διόσκορος δεν απεβάλλετο τόσον προσβλητικώς της Συνόδου» (ως ανωτέρω, σελ.180).
            Εκτός των άλλων, ο Λέων εγκαινίασε και στήριξε το Παπικό πρωτείο σε ομιλίες του κατά την επέτειο της μνήμης του αποστόλου Πέτρου, κατά τις επετείους της εκλογής του στο Παπικό αξίωμα και σε επιστολές, που έστελνε στις Εκκλησίες της Αφρικής, του Ιλλυρικού, της Γαλλίας, στον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Διόσκορο, στον Πατριάρχη Κων/πόλεως Ανατόλιο και στους Αυτοκράτορες Μαρκιανό και Πουλχερία, εκθέτοντας τις απόψεις του για τον Επίσκοπο Ρώμης, ως primus omnium episcoporum και ότι σ’ αυτόν μεταβιβάζεται η plenitude potestatis, η solicitudo omnium pastorum και η communis cura universalis ecclesiae. Έτσι, ο Λέων από το πρωτείο της χάριτος και από το πρωτείο της προσωπικής του αρμοδιότητος, προέβαλε το Πρωτείο του δικαιώματος της διαδοχής. Αλλ’ ενώ ομιλεί πολύ ταπεινά για το άτομό του, εξαίρει μ’ αυτόν τον τρόπο τον επίσημο χαρακτήρα του αξιώματός του. Συνδυάζει την ταπεινότητα και την έπαρση που εκφράζονται στις στερεότυπες εκφράσεις: «Δούλος των δούλων του Θεού», «αντιπρόσωπος του Χριστού» κι’ ακόμη «Θεός επί της γης»! (Μητροπολίτη Πισιδίας Μεθόδιου. «Έλληνες και Λατίνοι», σελ. 54). Αλλά και ο Πατριάρχης Ανατόλιος κατηγορείται για δειλία, στην απάντησή του προς τον Λέοντα για τον κη΄ κανόνα της Δ΄, κι’ ακόμη γιατί βεβαίωνε τον Πάπα, πως άνευ της εγκρίσεώς του, ουδείς από τους κανόνες θα εφαρμοστεί! (Μητροπολίτη Πισιδίας Μεθόδιου, Έλληνες και Λατίνοι, σελ. 66).
            Η πίεση λοιπόν των αυτοκρατορικών αντιπροσώπων στους Πατέρες ήταν αφόρητη, για τη σύνταξη νέου χριστολογικού Όρου, έφθασαν δε να ζητήσουν τη σύσταση επιτροπής υπό τον Κωνσταντινουπόλεως Ανατόλιο, για δυο λόγους: πρώτον για να προβάλει την απόλυτη συμφωνία Τόμου του Λέοντα με τον Κύριλλο και δεύτερον για να προετοιμάσει νέον Όρο πίστεως. Παρ’ όλα αυτά οι Πατέρες αρκούντο στα σύμβολα Νικαίας, Κωνσταντινουπόλεως και στον Τόμο του Λέοντα, που είχε αναχθεί από τους Παπικούς σαν δόγμα πίστεως, λόγω και του Παπικού πρωτείου, που έντονα προβάλλετο. Η Ορθοδοξία βέβαια του Τόμου αμφισβητείτο από τους Ιλλυριούς και Παλαιστίνιους Πατέρες, που θεωρούσαν, ότι Νεστοριάνιζε. Τελικά, στη Σύνοδο της Χαλκηδόνας απέκτησαν οικουμενικό κύρος για πρώτη φορά το σύμβολο της Νικαίας και το σύμβολο της Κωνσταντινούπολης, καθώς και ο Τόμος του Λέοντα. Αυτός ο τελευταίος θεωρήθηκε ότι εκφράζει την αυτή πίστη με εκείνη της Νικαίας, της Κωνσταντινούπολης, αλλά και της Εφέσου, δηλ. με την Κυρίλλεια θεολογία. Μάλιστα η αποδοχή του Τόμου από τους Πατέρες έγινε με την φράση: «.... του μακαριωτάτου ανδρός πασών των εκκλησιών αρχιεπισκόπου Λέοντος του την Νεστορίου και Ευτυχούς αίρεσιν καταδικάσαντος αποσταλέντα γράμματα φανερούσιν ποία της αληθείας η πίστις». Τρεις παρατάξεις σχηματίσθηκαν στη Σύνοδο: Οι Δυτικοί και οι Αντιοχειανοί υποστήριζαν, ότι αρκούσε ο Τόμος για την αντιμετώπιση της αίρεσης του Ευτυχή. Οι ακραίοι Αλεξανδρινοί απέρριπταν τον Τόμο και τόνιζαν το σύμβολο της Νίκαιας και τον όρο της Εφέσου. Οι του Ιλλυρικού και της Παλαιστίνης δέχονταν τη σύνταξη νέου Όρου πίστης, δηλ. εμμέσως παραθεωρούσαν τον Τόμο και αναδείκνυαν τις Συνοδικές επιστολές του Κύριλλου. Η επιτροπή που συστάθηκε υπό τον Ανατόλιο ευθυγραμμίστηκε τελικά με την τρίτη παράταξη, που στηριζόταν στην αυθεντία του Κυρίλλου. Έτσι, έπρεπε να συνταχθεί  Όρος που να ικανοποιεί το σύμβολο της Νικαίας, τον όρο της Εφέσου (ζ΄ κανόνας) και να περιέχει την Κυρίλλεια θεολογία.
            Η επιτροπή υπό τον Ανατόλιο (ο οποίος υπήρξε αρχιδιάκονος του Διόσκορου) συνέταξε Όρο, στον οποίον αντέδρασαν οι Παπικοί και οι Αντιοχειανοί (ουσιαστικά δε ολίγοι Πατέρες), διότι: α/ περιείχε τη φράση: «εκ δυο φύσεων», που θεωρήθηκε Μονοφυσιτίζουσα, β/ δεν περιείχε την παραμικρή φράση από τον Τόμο, γ/ είχε έντονα Κυρίλλειο χαρακτήρα. Ο Όρος αυτός, που τελικά ονομάστηκε αρχικός Όρος επιδοκιμάσθηκε έντονα από τους υπόλοιπους Πατέρες, οι οποίοι θεωρούσαν τους αντιδρώντες Νεστοριανούς και απαίτησαν την άμεση υπογραφή, χωρίς καμία τροποποίηση, διότι «το άγιον Πνεύμα τον όρον υπηγόρευσεν. Ο όρος ορθόδοξος εστίν» και ζήτησαν να υπογραφεί αμέσως και μάλιστα «επί των ευαγγελίων», όποιος δε δεν υπέγραφε θεωρείται αιρετικός Νεστοριανός. 
            Οι διαφωνούντες έμειναν ανυποχώρητοι, το ίδιο και οι πλειονότητα των πΠτέρων που συμφωνούσαν με τον Όρο. Οι Δυτικοί απείλησαν, ότι θα συγκαλούσαν Σύνοδο στη Ρώμη για να επεξεργαστεί τον Όρο, καθότι η φράση «εκ δυο φύσεων» συνδεόταν με τον Διόσκορο, ενώ η φράση «δυο φύσεις», που πρότειναν αυτοί συνδεόταν με το πρόσωπο του Φλαβιανού. Παρουσιάσθηκε έτσι το δίλημμα Διόσκορος ή Φλαβιανός. Βέβαια αυτό ήταν ψευτοδίλημμα, καθότι ο Διόσκορος δεν καταδικάστηκε για δογματικούς λόγους, αλλά για κανονικούς λόγους: επειδή διέκοψε αυθαίρετα την εκκλησιαστική κοινωνία με τον Πάπα Λέοντα και επειδή προσκλήθηκε τρεις φορές να παραστεί στη Σύνοδο και δεν προσήλθε, γι’ αυτό καθαιρέθηκε: «Ανατόλιος ο ευλαβέστατος αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως είπεν: Δια πίστιν ου καθηρέθη Διόσκορος, αλλ’ επειδή ακοινωνησίαν εποίησεν τω κυρίω Λέοντι τω αΑχιεπισκόπω και τρίτον εκλήθη και ουκ ήλθεν, δια τούτο καθηρέθη» (ACO II,1,2,124[320]). Οι αντιπρόσωποι του Αυτοκράτορα ανέλαβαν μεσολαβητικό ρόλο για να αποτρέψουν το σχίσμα και πήραν σαφώς το μέρος των αντιδρώντων.
            Η συντριπτική πλειοψηφία των Πατέρων έμειναν ανένδοτοι κράζοντες: «άλλος όρος ου γίνεται, ουδέν λείπει τω όρω», καθότι διεπίστωναν την ορθοδοξότητα του όρου, που είχε σαφώς Κυρίλλειο χαρακτήρα (με φράσεις από τις επιστολές Κυρίλλου προς Νεστόριο) και γι’ αυτό αντιδρούσαν στην τροποποίηση του Όρου βάσει του Τόμου, πράγμα που προσδοκούσαν οι Δυτικοί για τους ευνόητους λόγους (παπικό πρωτείο): «οι ευλαβέσταοι Επίσκοποι εβόησαν: την επιστολήν ο όρος εβεβαίωσεν, ο Αρχιεπίσκοπος Λέων ως πιστεύομεν, ούτως πιστεύει, ο όρος υπογραφέσθω, ο όρος πάντα έχει, ο όρος την πίστιν έχει».
            Προ της κρίσεως αυτής, οι Αυτοκρατορικοί αντιπρόσωποι απευθήνθηκαν στον Αυτοκράτορα Μαρκιανό για να επέμβει. Ο Αυτοκράτορας απάντησε, ότι η Σύνοδος όφειλε να επεξεργαστεί τον Όρο, ώστε να διατυπωθεί εκ νέου «ορθώς και ανεπιλήπτως» ο Όρος (δηλ. να διορθωθεί ο αρχικός Όρος και σ’ αυτό συντάχθηκε με τους διαφωνούντες Δυτικούς). Διαφορετικά προειδοποιούσε ο Αυτοκράτορας απειλητικά τους Πατέρες, ότι αν δεν ήθελαν να διατυπώσουν την αληθινή και Ορθόδοξη πίστη «αναμφιβόλως», τότε θα μετέφερε τη Σύνοδο στο δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας (δηλ. στη Ρώμη). Παρόλη την απειλή, οι Πατέρες δεν υποχωρούσαν: «πολλά τα έτη του Βασιλέως, ή όρος κρατείτω ή απερχόμεθα, πολλά τα έτη των Βασιλέων», πρότειναν δε να αποχωρήσουν οι λίγοι Πατέρες που επέμεναν στη διόρθωση του Όρου και να υπογράψει τον Όρο η πλειονότητα των Πατέρων, που δεν θα αποχωρούσαν. Οι Επίσκοποι του Ιλλυρικού χαρακτήρισαν τους αντιδρώντες Νεστοριανούς και τους προέτρεψαν να φύγουν για τη Ρώμη και να πραγματοποιήσουν εκεί τη Σύνοδό τους, όπως ήθελε και ο Αυτοκράτορας: «οι ευλαβέστατοι επίσκοποι του Ιλλυρικού είπον..... οι αντιλέγοντες Νεστοριανοί εισίν, οι αντιλέγοντες εις Ρώμην απέλθωσιν».
            Μπροστά στην έκρυθμη αυτή κατάσταση, οι αυτοκρατορικοί αντιπρόσωποι επινόησαν ένα νέο τέχνασμα, ώστε να φέρουν τους Πατέρες σ’ ένα νέο δίλημμα, μιας και το προηγούμενο «Διόσκορος ή Φλαβιανός» είχε αποδειχτεί ψευτοδίλημμα. Το νέο δίλημμα ήταν: «Διόσκορος ή Λέων», όπου απέδιδαν τη φράση «εκ δυο φύσεων» στο Διόσκορο και τη φράση «δυο φύσεις» όχι στον Φλαβιανό, αλλά στον Λέοντα. Τώρα, ήταν δύσκολο στους Πατέρες να μη συνταχθούν με τον Λέοντα, δεν είχαν άλλη επιλογή, οπότε συντάχθηκαν με το Λέοντα και επομένως, η φράση του αρχικού Όρου: «εκ δύο φύσεων» που υπήρχε στον Διόσκορο έπρεπε να τροποποιηθεί με τη φράση: «δυο φύσεις» που υπήρχε στον Τόμο. Τότε συστάθηκε νέα επιτροπή από τους αυτοκρατορικούς αντιπροσώπους και 23 Επισκόπους, για να τροποποιήσει τον αρχικό Όρο. Τελικά ο νέος τροποποιημένος Όρος (ο τελικός Όρος), παρ’ όλον, ότι δεν περιείχε αυτούσια τη φράση «δυο φύσεις», που ζητούσαν οι αυτοκρατορικοί, αλλά τη φράση: «εν δυο φύσεσιν» συμφωνήθηκε, διαβάστηκε, εγκρίθηκε και υπογράφτηκε από τον Αυτοκράτορα Μαρκιανό και όλους τους Πατέρες: Μετά την ανάγνωση του όρου, πάντες οι ευλαβέστατοι Επίσκοποι εβόησαν. «Αύτη η πίστις των Πατέρων, οι Μητροπολίται άρτι υπογράψωσιν, παρόντων των Αρχόντων άρτι υπογράψωσιν, τα καλώς ορισθέντα υπέρθεσιν μη δέξηται, αύτη η πίστις των Αποστόλων, ταύτη πάντες στοιχούμεν, πάντες ούτως φρονούμεν».
            Η φράση «εν δυο φύσεσιν» θεωρήθηκε ότι εκφράζει σαφώς τη δυαδικότητα των φύσεων και προϋποθέτει εννοιολογικά την ενότητα του προσώπου. Όσο για τα τέσσερα επιρρήματα («ασυγχύτως ατρέπτως αδιαιρέτως αχωρίστως»), που παρεμβάλονται στη φράση «εν δυο φύσεσιν γνωριζόμενον», έχουν προφανώς σκοπό να αποκλείσουν, τα δυο πρώτα τον Μονοφυσιτισμό και τα δυο τελευταία τον Νεστοριανισμό. Με αυτές τις νέες παρεμβάσεις ο Όρος αποκτά σαφώς Κυρίλλειο χαρακτήρα. Εκτός αυτών, στον τελικό Όρο προστέθηκε ο χαρακτηρισμός «Θεοτόκος» για την Παρθένο Μαρία, που δεν υπήρχε στον αρχικό Όρο.
            Η φράση «και εις εν πρόσωπον και μιαν υπόστασιν συντρεχούσης», που δεν υπήρχε στον αρχικό Όρο προστέθηκε για να προσδιορίσει την έννοια του όρου «πρόσωπον» και να την ταυτίσει απόλυτα με την έννοια «υπόστασις». Ο όρος «υπόστασις» έχει την ειδική Τριαδολογική σημασία που προσέλαβε από τους Καππαδόκες Πατέρες και σημαίνει ένα από τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδας και στην προκειμένη περίπτωση το πρόσωπο του Θεού Λόγου. Γι’ αυτό και χρησιμοποιήθηκε παράλληλα προς τον επίσης Τριαδολογικό Δυτικό όρο «πρόσωπον» (persona), που έχει παρθεί από τον Τόμο. Βέβαια ο όρος «υπόστασις» στον Κύριλλο δεν έχει αποκλειστικά την Τριαδολογική σημασία που είχε προσλάβει από τους Καππαδόκες.
            Ο Κύριλλος στη Χριστολογία του ταυτίζει τον όρο «υπόστασις» με τον όρο «φύσις» και τον χρησιμοποιεί με την παραδοσιακή Αλεξανδρινή σημασία του, άλλοτε δηλ. σαν συνώνυμο του όρου «ουσία» και άλλοτε σαν συνώνυμο του όρου «πρόσωπον». Η διττή αυτή σημασία του όρου «υπόστασις» στην Αλεξανδρινή θεολογική παράδοση, εδραιώθηκε στη Σύνοδο της Αλεξάνδρειας του 362, όταν έγινε η ένωση των Ομοιουσιανών με τους Ορθοδόξους. Τότε παράλληλα με την έκφραση «μια υπόστασις», που χρησιμοποιούσαν οι οπαδοί της Νίκαιας, για να δηλώσουν τη μια «ουσία» μεταξύ Πατρός και Υιού, αναγνωρίσθηκε ως ορθόδοξη και η έκφραση «τρεις υποστάσεις», που χρησιμοποιούσαν οι Ομοιουσιανοί, για να δηλώσουν τα τρία θεία «πρόσωπα». Έτσι, στη Σύνοδο αυτή ο όρος «υπόστασις» εκτός από τη Νικαιϊκή σημασία του, σύμφωνα με την οποία είχε την έννοια του όρου «ουσία» απέκτησε και την έννοια του όρου «πρόσωπο». Γι’ αυτό ακριβώς άλλοτε κάνει λόγο για δυο φύσεις ή υποστάσεις μετά την ένωση και άλλοτε για μια φύση ή υπόσταση ή για ένα πρόσωπο του σαρκωμένου Λόγου: «Ότι και ασύγχυτοι μεμενήκασιν αι φύσεις, ήγουν υποστάσεις εντεύθεν εισόμεθα» (PG 75, 1381Α). «και κατ’ αυτό δη τουτί και μόνον νοηθείη αν η των φύσεων η γουν υποστάσεων διαφορά» (PG 77, 193Β). «... η του λόγου φύσις, ή γουν η υπόστασις, ό εστίν αυτός ο λόγος» (PG 76, 401Α). «Ενί τοιγαρούν προσώπω τας εν τοις ευαγγελίοις πάσας αναθετέον φωνάς, υποστάσει μια τη του λόγου σεσαρκωμένη» (PG 77, 116C). «Όταν μεν γαρ εφ’ ενός προσώπου και φύσεως ή γουν υποστάσεως μιάς βασανίζων ο λόγος τα εξ ων εστίν ήτοι σύγκειται φυσικώς.....» (PG 76, 352CD). «..... διηρημένων των φύσεων ή γουν υποστάσεων, ουχ εις είεν αν, αλλά δύο» (PG 76, 1397D).
            Στον θεολογικό χώρο της Ανατολής κυριαρχούσε η παράδοση της μεταφοράς του κΚππαδοκικού όρου «υπόστασις» από την Τριαδολογία στη Χριστολογία, προκειμένου να δηλωθεί το ένα πρόσωπο των δύο φύσεων του σαρκωμένου Λόγου. Η ταύτιση δε του προσώπου με την υπόσταση στον τελικό Όρο θα πρέπει να αναζητηθεί στη Γ΄ επιστολή του Κυρίλλου προς Νεστόριο (η οποία δεν διαβάστηκε στη Σύνοδο) και στην οποία τονίζεται το ένα πρόσωπο και η μία υπόσταση του σαρκωθέντα Λόγου, όπου απαγορεύεται ρητά η διαίρεσή του σε δυο πρόσωπα ή υποστάσεις: «Τας δε γε εν τοις ευαγγελίοις του σωτήρος ημών φωνάς ούτε υποστάσεσι δυσίν ούτε μην προσώποις καταμερίζομεν» (PG 77, 116Α).
            Έτσι, εμφαίνεται ότι η Εκκλησία επευλόγησε τελικά και την Αλεξανδρινή και την Αντιοχειανή εκδοχή της υπόστασης, αφ' ενός ως φύσης, αφ’ ετέρου ως προσώπου, που θεολογικά ο ένας αντικρούει τον άλλο και τούτο για να μην δημιουργηθούν διαιρέσεις και διασπάσεις στο σώμα της.

                      ΑΡΧΙΚΟΣ ΟΡΟΣ
                      ΤΕΛΙΚΟΣ ΟΡΟΣ
Επόμενοι τοίνυν τοις αγίοις πατράσιν
Επόμενοι τοίνυν τοις αγίοις πατράσιν
ένα και τον αυτόν ομολογείν υιόν
ένα και τον αυτόν ομολογείν υιόν
τον κύριον ημών Ιησούν Χριστόν
τον κύριον ημών Ιησούν Χριστόν
συμφώνως άπαντες εκδιδάσκομεν
συμφώνως άπαντες εκδιδάσκομεν
θεόν τέλειον και άνθρωπον τέλειον τον αυτόν
τέλειον τον αυτόν εν θεότητι και τέλειον τον αυτόν εν ανθρωπότητι, θεόν αληθώς τον αυτόν
εκ ψυχής λογικής και σώματος
εκ ψυχής λογικής και σώματος
ομοούσιον τω πατρί κατά την θεότητα
ομοούσιον τω πατρί κατά την θεότητα
και ομοούσιον ημίν τον αυτόν κατά την ανθρωπότητα
και ομοούσιον τον αυτόν κατά την ανθρωπότητα
κατά πάντα όμοιον ημίν χωρίς αμαρτίας
κατά πάντα όμοιον ημίν χωρίς αμαρτίας
προ αιώνων μεν εκ του πατρός γεννηθέντα κατά την θεότητα
προ αιώνων μεν εκ του πατρός γεννηθέντα κατά την θεότητα
επ’ εσχάτων δε των ημερών τον αυτόν
επ’ εσχάτων δε των ημερών τον αυτόν
δι’ ημάς και δια την ημετέραν σωτηρίαν
δι’ ημάς και δια την ημετέραν σωτηρίαν
εκ Μαρίας της παρθένου κατά την ανθρωπότητα
εκ Μαρίας της παρθένου της θεοτόκου  κατά την ανθρωπότητα
ένα και τον αυτόν Χριστόν υιόν κύριον μονογενή
ένα και τον αυτόν Χριστόν υιόν κύριον μονογενή
εκ δυο φύσεων νοούμενον
εν δυο φύσεσιν ασυγχύτως ατρέπτως αδιαιρέτως αχωρίστως γνωριζόμενον
ουδαμού της των φύσεων διαφοράς ανηρημένης δια την ένωσιν
ουδαμού της των φύσεων διαφοράς ανηρημένης δια την ένωσιν 
αποτελεσασών δε μάλλον τον ένα κύριον και Χριστόν και υιόν
 
θεότητός τε και ανθρωπότητος
σωζομένης δε μάλλον της ιδιότητος εκατέρας φύσεως
 
και εις πρόσωπον και μιαν υπόστασιν συντρεχούσης
δια της αφράστου και απορρήτου προς ενότητα συνδρομής
 
ουκ εις δυο πρόσωπα μεριζόμενον ή διαιρούμενον
ουκ εις δυο πρόσωπα μεριζόμενον ή διαιρούμενον
αλλ’ ένα και τον αυτόν υιόν μονογενή
αλλ’ ένα και τον αυτόν υιόν μονογενή
θεόν λόγον κύριον Ιησούν Χριστόν
θεόν λόγον κύριον Ιησούν Χριστόν
καθάπερ άνωθεν οι προφήται περί αυτού
καθάπερ άνωθεν οι προφήται περί αυτού
και αυτός ημάς Ιησούς Χριστός εξεπαίδευσεν 
και αυτός ημάς Ιησούς Χριστός εξεπαίδευσεν
και το των πατέρων ημίν παραδέδωκε σύμβολον.
και το των πατέρων ημίν παραδέδωκε σύμβολον.

            Σημειώνεται, ότι τελικός όρος βρίσκεται μόνο στη στη λατινική μετάφραση («in duabis naturis»), ενώ ο αρχικός όρος υπάρχει μόνο στο ελληνικό πρωτότυπο («εκ δυο φύσεων»), (Πισιδίας Μεθόδιου, ως ανωτέρω, σελ. 169).
            Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος καθορίσθηκε να εορτάζεται την Κυριακή μεταξύ 13-19 Ιουλίου.

            ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
1.- Η Σύνοδος συγκλήθηκε από τον αυτοκράτορα Μαρκιανό ως αυτοκρατορική με διεύθυνση από αυτοκρατορικούς αντιπροσώπους.
2.- Οι Πατέρες αρνήθηκαν πεισματικά τη σύνταξη νέου Συμβόλου και τελικά ενέδωσαν μετά τη απειλή του Αυτοκράτορα, ότι θα μετέφερε τη Σύνοδο στη Ρώμη και το έντεχνο ψευτοδίλημμα ή Διόσκορος ή Λέων.
3.- Υπήρξε θρίαμβος του Παπικού πρωτείου από τους Πατέρες της Συνόδου με την παραδοχή, ότι ο Απόστολος Πέτρος μιλάει δια του Λέοντα και ότι ο Λέων είναι ο Μακαριώτατος άνδρας όλων των Εκκλησιών.
4.- Απαγορεύθηκε η είσοδος στον Διόσκορο άνευ λόγου και παρά την αντίδραση των Πατέρων. Με αυτή την ενέργεια θεωρείται ότι δόθηκε το έναυσμα για την κραταίωση του Μονοφυσιτισμού.
5.- Η καταδίκη του Διόσκορου έγινε από μια μειοψηφία 185 ψήφων στις 636.
6.- Το σύμβολο Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως έλαβε για πρώτη φορά οικουμενικό κύρος.
7.- Συντάχθηκε όρος, που θεωρήθηκε από τη συντριπτική πλειοψηφία των Πατέρων ως ορθόδοξος, που υπαγορεύθηκε από το άγιο Πνεύμα. Οι πιέσεις όμως του Αυτοκράτορα οδήγησαν σε αλλαγή του όρου. Ερώτημα είναι αν και το Άγιο Πνεύμα άλλαξε γνώμη.
8.- Η ασάφεια περί την έννοια της λέξης υπόσταση (ουσία ή πρόσωπο) ταλάνισε την Εκκλησία, η οποία τελικά επευλόγησε και τις δυο αποδόσεις για να αποφύγει το σχίσμα.