Σάββατο, 2 Ιουλίου 2016

Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΠΛΟΥΤΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ, Ἀρχιμ. Νικηφόρου Νάσσου

          Ὀρθά ἔχει γραφεῖ ὅτι, στό Ἅγιον Ὄρος µαθαίνει κανείς πώς τά πάντα συλλειτουργοῦν δοξάζοντας τόν Τριαδικό Θεό καί τήν Κυρία Θεοτόκο. Ἐκεῖ, ἡ ποικιλία τῶν µορφῶν τῆς µοναχικῆς ζωῆς, ἡ πλούσια βλάστηση, ἡ ἑτερότητα τοῦ κάθε µοναχοῦ, τό µέγεθος τῆς ἱστορικής κληρονοµιάς πού φυλλάγεται, ὅλα κατορθώνουν καί συνυπάρχουν ἁρµονικά. Ἡ ἑτερότητα καί διαφορά δέν συνιστοῦν διαίρεση, φθορά καί ἀποτυχία τῆς ζωῆς ὡς κοινωνίας.
          Αὐτό θά μποροῦσε νά χαρακτηριστεῖ ὡς μιά μικρή Εἰσαγωγή στά ὅσα θά κατατεθοῦν στή συνέχεια, σχετικά μέ τόν πνευματικό πλοῦτο τῆς Ἀθωνικῆς κοινωνίας, τῆς Ἀθωνικῆς Πολιτείας, τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Μοναχισμοῦ, πού ἐπαγγέλεται διαχρονικῶς τήν «ὄντως ζωήν».
         Τό Ἅγιον Ὄρος ἔχει ἀποκλιθεῖ ὡς τό «Περιβόλι τῆς Παναγίας», ὅπως γνωρίζουν ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, καί εἰδικά ὅσοι τό ἐπισκέπτονται κατά καιρούς. Διαθέτει ἕνα μεγάλο πλοῦτο, ὄχι μόνο στό ἐπίπεδο τῆς φυσικῆς καλλονῆς, ἀλλά κυρίως στό ἐπίπεδο τῆς ἐν Χριστῷ ἁγιοπνευματικῆς βιοτῆς. Τό ἔκπαγλο φυσικό κάλλος συνδυαζόμενο μέ τήν πνευματική ὡραιότητα τοῦ ἰδιομόρφου αὐτοῦ τμήματος τῆς ἑλληνικῆς γῆς, συνθέτουν ἕνα μοναδικό μεγαλεῖο, τό ὁποῖο προσεγγίζεται καλύτερα διά τῆς σιωπῆς, ἡ ὁποῖα εἶναι ὄντως ἡ γλώσσα τοῦ μέλλοντος αἰῶνος.
          Στήν Ἀθωνική Πολιτεία βιώνεται ἡ ἁγιοπνευματική ζωή, μᾶλλον ἀναζητεῖται τό «περισσόν τῆς ζωῆς» (Ἰω. 10, 10), δηλαδή ἡ θέωση. Ἐκεῖ καλλιεργεῖται συστηματικῶς ἡ ἀρετή καί ἐπιτυγχάνεται ἡ θεία ἕνωση διά τῆς «ἀλήστου μνήμης τοῦ Θεοῦ», ἀφοῦ ἀνακαινίζεται τό «κατ᾿ εἰκόνα» καί πραγματοποιεῖται (ὅσο εἶναι ἀνθρωπίνως δυνατόν) τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν» Θεοῦ. Μέσα ἀπό τήν καθημερινή ἄσκηση, τήν τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν – μέ πρώτη τήν ὑπακοή -  σέ συνδυασμό μέ τήν ἀδιάλειπτη μετοχή στή θεία Λατρεία, οἱ Ἁγιορεῖτες μοναχοί ἀπαρνοῦνται ὅσο γίνεται τόν «παλαιόν ἄνθρωπον» καί «ἐνδύονται τόν νέον», τόν κατά Θεόν. Ἡ Χάρη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, Μητρός τοῦ Θεοῦ καί Ἐφόρου τοῦ Ὄρους εἶναι ἔκδηλη στόν εὐλογημένο αὐτό τόπο, ὅπως μαρτυρεῖται πάνω ἀπό μία χιλιετία τώρα, μέ τίς ἀμέτρητες διηγήσεις καί καταθέσεις Μοναχῶν γιά θαυμαστά γεγονότα, στό ἐπίπεδο τοῦ ὁρατοῦ, καί τοῦ ἀοράτου, ὅπως λ.χ. ἐμφανίσεις τῆς Κυρίας τοῦ Ὄρους, ἰάσεις ἀσθενῶν, ἐμπνεύσεις, ἐπιβραβεύσεις καί ἐνίοτε ἐπιπλήξεις σέ τυχόν ἐπιλήσμονες τῶν καθηκόντων τους, κυρίως ὅμως ἐσωτερικές περιπτύξεις, παραμυθίες καί δροσισμό καρδίας, πνευματικές ἐλλάμψεις καί φωτισμούς, πού προσφέρει στούς ἀγωνιστάς ἡ Μητέρα τοῦ Φωτός. Ἡ Παναγία θεᾶται, εἴτε ὀφθαλμοφανῶς, ὅπως τήν εἶδε ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Κτίτωρ τῆς Μ. Λαύρας, εἴτε ἔσωθεν, πνευματικῶς, προκειμένου νά ἐνισχύσει δαψιλῶς καί μητρικῶς τούς ἀγωνιστάς Μοναχούς, τούς οὐρανοδρόμους καί οὐρανοπολῖτας, οἱ ὁποῖοι «ἠγήσαντο τά πάντα ὡς σκύμβαλα ἵνα Χριστόν κερδίσωσι, τό ἄκρον τῶν ἐφετῶν» (Φιλιππ. 3, 8).
         Ἡ Ἀθωνική πολιτεία, ὡς τρόπος ζωῆς, ἀποτελεῖ τά «Ἅγια τῶν Ἁγίων» τῆς μυστικῆς, Ὀρθοδόξου Θεολογίας. Καί εἶναι γνωστό, ὅτι ἡ Χαρισματική Θεολογία τῆς  Ἐκκλησίας δέν εἶναι στοχασμοί περί Θεοῦ καί διανοητικές ἐνασχολήσεις, ἀλλά ἐμπειρία τῆς ἁγιοπνευματικῆς δωρεᾶς πού προχέεται χαρισματικῶς μέσα στήν Ἐκκλησία, ὅταν ζητηθεῖ ἀπό τά τέκνα της μέσῳ καθαρᾶς προσευχῆς. Θεολόγος πραγματικός εἶναι αὐτός πού προσεύχεται ἀληθινά, ὅπως ἔχει διατυπωθεῖ στήν πατερική μας Γραμματεία: «Εἰ θεολόγος εἶ, προσεύξῃ ἀληθῶς, καί εἴ ἀληθῶς προσεύξῃ, θεολόγος εἶ» (Εὐαγρίου Ποντικοῦ, Λόγος Περί Προσευχῆς Ξ΄, MPG. 79, 1180 B).
           Ἡ προσευχή τοῦ Ἁγίου Ὄρους συνιστᾶ καί ἀποδεικνύει τήν πραγματική Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, πέραν τῆς Ἀκαδημαϊκῆς, πού καί αὐτή ὑπάρχει στό Ἅγιον Ὄρος, καί  λίαν καλῶς. Ὅλο τό Ἅγιον Ὄρος «φλέγεται» καθημερινά ἀπό τίς συνεχεῖς καί ἀκατάπαυστες προσευχές καί ἱκεσίες τῶν Μοναχῶν, αὐτές  τίς προσευχές πού γίνονται κατά τίς Εὐχαριστιακές Συνάξεις ἐντός τῶν Ναῶν, ἀλλά καί τίς ἰδιωτικές, «κατά μόνας» πραγματοποιούμενες προσευχές, ὅπου οἱ πατέρες ἀναφέρονται «ἐνώπιος ἐνωπίῳ» στόν Ζῶντα Θεό, μέ ταπεινό φρόνημα, μέ «συντετριμμένη καρδιά», μέ καθαρή διάνοια μέ πόνο ψυχῆς καί ἀνύστακτη ἀγωνία γιά τήν σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου καί τήν δική τους. Εἰδικά  στήν «Ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους», ὅπως λέγεται ἡ περιοχή μετά τήν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης μέχρι τά ὅρια τῆς ἱερᾶς Μονῆς Μ. Λαύρας, ἐκεῖ καλλιεργεῖται περισσότερο ἡ Νοερά προσευχή, ὡς ἀκοίμητη καί ἀσίγαστη ἔκφραση ἀληθοῦς Λατρείας τοῦ Θεοῦ. Καί εἶναι γνωστό ὅτι ἡ ἐπίκληση τοῦ Ὀνόματος τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ φέρνει ἐντός τῆς καρδίας τήν ἄκτιστη Ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καί δίνει στόν ἄνθρωπο τήν μοναδική ἱκανότητα νά ἀποκτήσει ἐμπειρία τῆς θείας ζωῆς, μέθεξη τοῦ ἀκτίστου, γεύση τῶν ἐπικήρων καί ἀφθάρτων ἀγαθῶν τῆς ἐπουρανίου ζωῆς ἀπό τόν κόσμο αὐτόν. Γιά τό λόγο αὐτόν, ἡ προσευχή ὡς «ἀπόθεσις νοημάτων» (βλ. Εὐαγρίου Ποντικοῦ, Λόγος Περί Προσευχῆς, Ο΄, MPG. 79, 1181 CD) εἶναι τό πρώτιστο πνευματικό μέλημα τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων. Καί τά ἀποτελέσματά της θεαματικά, ἀφοῦ,  «ἰσάγγελος γίνεται μοναχός διά τῆς ἀληθοῦς προσευχῆς» (Εὐαγρ. Περί Προσευχῆς, 79, MPG. 1192 D). Οἱ Μοναχοί προσεύχονται τή νύχτα, ὅταν οἱ ἐν τῷ κόσμῳ κοιμοῦνται. «Νυκτός μετά καρδίας μου ἠδολέσχουν καί ἔσκαλλε τό πνεῦμα μου», γράφει ὁ προφητάναξ Δυΐδ (Ψαλμ. 76,7). Γενικῶς, ἡ νυκτερινή προσευχή ὠφελεῖ πολύ τόν πιστό. Τή νύχτα, εὐκολώτερα κινεῖται ἡ καρδιά καί «σκαλίζει» τό πνεῦμα. Ἡ νύχτα, ὅπως ὀρθά ἔχει εἰπωθεῖ, φανερώνει κόσμους πού κρύβει τό φῶς. Γι᾿ αὐτό καί οἱ Μοναχοί κατά τή διάρκεια τῆς νύκτας, μέ ἀδολεσχία καί θεία δίψα μελετοῦν τίς λεπτομέρειες τοῦ ἐσωτερικοῦ κόσμου καί ἀφήνουν τό πνεῦμα τους νά «σκαλίζει», νά ἐρευνᾶ τούς κόσμους τοῦ πνευματικοῦ στερεώματος. Τό «χρυσοῦν» στόμα τῆς Ἐκκλησίας θά πεῖ σχετικά: «Ἐννόησον ἡλίκον ἐστίν ἐν νυκτί βαθείᾳ, τῶν ἀνθρώπων καθευδόντων ἁπάντων καί  θηρίων καί κτηνῶν, βαθυτάτης ἡσυχίας οὔσης, μόνον σέ ἐγερθέντα παρρησίᾳ διαλλέγεσθαι τῷ κοινῷ πάντων Δεσπότῃ. Γλυκύς ὁ ὔπνος; Ἀλλ᾿ οὐδέν γλυκύτερον τῆς προσευχῆς. Ἄν κατ᾿ ἰδίαν αὐτῷ διαλεχθῇς, πολλά ἀνύσαι δυνήσῃ, μηδενός ἐνοχλοῦντος σε, μηδέ ἐκκρούοντός σε τῆς δεήσεως· ἔχεις καί τόν καιρόν σύμμαχον πρός τό ἐπιτυχεῖν ὧν θέλεις» (Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Ἐγκώμιον εἰς τούς Ἁγίους Πάντας, ΕΠΕ, 36, 618-620).
          Ἡ λεγομένη «μονολόγιστη εὐχή», δηλαδή τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ ἐλέησόν με», πού προφέρεται ἀκατάπαυστα ἀπό τούς εὐλογημένους Ἀσκητές, τά «πτηνά» τοῦ  Ἄθωνος, συνιστᾶ τόν μεγαλύτερο πνευματικό πλοῦτο τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἕναν πλοῦτο ἀστείρευτο καί ἀνεξάντλητο. Αὐτός ὁ πλοῦτος τῆς προσευχῆς διαχέεται καί στόν κόσμο, διότι ἡ προσευχή τῶν Μοναχῶν σώζει τον κόσμο, ἐπισπᾶ ταχύτερα τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
          Στό Ἅγιον Ὄρος, κυρίως στίς Μονές, τελεῖται ἡ θεία Λειτουργία σέ καθημερινή βάση, διότι στή συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας (πολύ περισσότερο καί τῶν Μοναχῶν), ἡ θεία Λειτουργία  συνιστᾶ μιά «συνοδοιπορία» ἐγκοσμίων  τῶν ἐπουρανίων, μιά ἕνωση τῶν κάτω καί τῶν ἄνω, μιά κοινωνία ἀνθρώπων καί Ἀγγέλων, κεκοιμημένων καί ζώντων. Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερο, ὑψηλότερο καί ἱερότερο ἔργο στόν κόσμο ἀπό τήν θεία Εὐχαριστία πού τελεῖται στούς Ὀρθοδόξους Ναούς! Αὐτή συνιστᾶ τό κέντρο τῆς θείας Λατρείας, πού ἀποτελεῖ τήν πρώτη καί κύρια προτεραιότητα τῶν Ὀρθοδόξων Μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι ζοῦν τήν ἀγγελομίμητη πολιτεία, διά τῆς ἀεννάου δοξολογίας τοῦ Θεοῦ. Στό Ἅγιον Ὄρος, ἡ θεία Λειτουργία τελεῖται καθημερινά, ὅπως ἐλέχθη, σέ Μονές καί Σκῆτες, ὅπου ὑπάρχουν βεβαίως ἱερεῖς - ἱερομόναχοι. Οἱ μοναχοί περισσότερο ἀπό ὅλους γνωρίζουν ὅτι ὅλες οἱ προσευχές καί οἱ ἀκολουθίες τοῦ ἡμερησίου καί ἑβδομαδιαίου κύκλου εἶναι μιά προπαρασκευή γιά τόν ἑορτασμό τῆς Ἡμέρας τοῦ Κυρίου, τῆς Κυριακῆς, γιά τή συμμετοχή στό Δεῖπνο Του. Γνωρίζουν ἐπίσης ὅτι ἡ θεία λειτουργία καλεῖται ἀπό τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο «Σύνοδος οὐρανοῦ καί γῆς», «Εὐχαριστία», διότι, κατά τόν αὐτόν Πατέρα καί Οἰκουμενικό Διδάσκαλο, αὐτή ἀποτελεῖ ἀνάμνηση πολλῶν εὐεργεσιῶν καί δείχνει τό ἀποκορύφωμα τῆς προνοίας τοῦ Θεοῦ γιά μᾶς καί γενικά μᾶς προετοιμάζει ἀπό κάθε ἄποψη νά εὐχαριστοῦμε τόν Θεό. «Εὐχαριστία καλεῖται ὅτι πολλῶν ἐστιν εὐεργετημάτων ἀνάμνησις, καί τό κεφάλαιον τῆς τοῦ Θεοῦ προνοίας ἐνδείκνυται καί διά πάντων παρασκευάζει εὐχαριστεῖν». (Εἰς Ματθαῖον Ὁμιλία ΚΕ, 3, MPG. 57, 331). Αὐτή, λοιπόν, ἡ Εὐχαριστία εἶναι ἡ μεγάλη τρυφή καί διασκέδαση τῶν Ἁγιορειτῶν Μοναχῶν. Μέσα σ᾿ αὐτήν, διά τῆς θείας Μεταλήψεως, ἔχουν τήν εὐκαιρία, «κατατρυφῶντες τά θεῖα Μυστήρια» νά ἑνωθοῦν  μέ τόν Θυσιαζόμενο Δεσπότη, τόν «προσφέροντα καί προσφερόμενον καί προσδεχόμενον καί διαδιδόμενον», ἀλλά καί μέ τούς ἀδελφούς, τούς συγκροτοῦντας τό Εὐχαριστιακόν σῶμα, καί ἔτσι νά προγευθοῦν τήν ἐσχατολογική πραγματικότητα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Δέν ὑφίσταται νῆψη καί ἄσκηση, ἀγῶνας καί πάλη πνευματική ἐντός τῶν μοναστικῶν πλαισίων χωρίς θεία Εὐχαριστία, χωρίς θεία Κοινωνία! Ὅλα ἀπό ἐκεῖ ἀρχίζουν καί ἐκεῖ καταλήγουν.
         Σέ καθημερινό ἐπίπεδο, στόν εὐλογημένο καί περίπυστο Ἄθωνα, διά τῆς ἐμπόνου καί ἐυτόνου ἀσκήσεως γίνεται συνεχῆς καλλιέργεια τῶν ἀρετῶν, ἐκκοπή τῶν ψεκτῶν (=κατηγορημένων) παθῶν (ἤ μᾶλλον «μεταστοιχείωσις» αὐτῶν), σταδιακή ἀνάβαση πρός τά ἄνω, διαρκῆς «λήθη τῶν κάτω», ἀπόρριψη τῶν κακῶν λογισμῶν. Εἶναι μιά συνεχῆς πορεία ἐν μέσῳ ὠδίνων καί ὀδυνῶν, ἀπό τήν κάθαρση, στό φωτισμό καί τήν χαρισματική θέωση, τήν «ἐν πᾶσι αἰσθήσει» γεύση τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ οἰ ἐργασίες, οἱ τέχνες καί τά διάφορα ἐργόχειρα γιά τή συντήρηση τῶν Μονῶν καί τῶν Μοναχῶν θεωροῦνται «πάρεργα», ἀφοῦ τό κυρίως ἔργο εἶναι ἡ πνευματική ἀνάβαση στό Θαβώρ τῆς θεωρίας. Στό Ἅγιον Ὄρος βιώνεται ὁ πραγματικός χριστιανισμός, ὁ ὁποῖος, κατά τήν πατερική ἐμπειρία εἶναι «ζωή, μετοχή καί γνώση ἀκόρεστη. Ὅποιος γεύεται τή γλυκύτητά του, ἡ ἐπιθυμία τῆς μετοχῆς γίνεται ἀκατάσχετη». (Βλ. Μ. Καράμπελια, Ἐμπειρική βίωση τῆς θείας γνώσης, ἐκδ. Σταμούλη, σελ. 395). Οἱ Μοναχοί ὀνομάζονται «μονότροποι», ὅπως ἔγραφε ὁ Γέρων Θεόκλητος Διονυσιάτης, σχολιάζοντας Κείμενα τοῦ Ἁγίου Διαδόχου Φωτικῆς. «Μονότροποι λέγονται οἱ μοναχοί, πρός διάκρισιν ἀπό τούς πολυτρόπους καί πολυμερίστους λαϊκούς».  (Διαδ.  Φωτικῆς, Τά Ἑκατόν γνωστικά Κεφάλαια, Κείμενο, Μετάφραση, Σχόλια Θεοκλ. Μοναχοῦ, Διονυσιάτου, σελ. 118). Οἱ Μοναχοί στήν ἐπίγειο παροικία τους, «νήφωντες ἐν πᾶσι» (Β΄Τμ. 4, 5) ἕνα στόχο ἔχουν, τήν ἀπό τά ἐνταῦθα πραγματοποιούμενη θεία ἕνωση, τήν χαρισματική κοινωνία τους μέ τόν ὑπερούσιο «Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης» διά τῶν μεθεκτῶν ἀκτίνων Του, τόν ἀκόρεστο κορεσμό τῆς «ὑπερκάλλου ἀγλαΐας» (Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ). Γι᾿ αὐτό ἀναζητοῦν ἀποκλειστικῶς καί μόνο τήν εὐκαιρία γιά τήν μέθεξη στή θεία ζωή, τήν μετοχή στά οὐράνια, τήν περιχώρηση στά ἄφθαρτα. Γι᾿ αὐτό ἀγωνίζονται ἀδιαλείπτως καί καθημερινῶς, μέσα στήν ἡσυχία, ἀφοῦ ὁ φυσικός χῶρος τους τό προσφέρει μέ ἄνεση,  βιώνοντας ὅμως παράλληλα τήν ἐσωτερική ἡσυχία, πού κατά τούς Πατέρες εἶναι «ἐπιστήμη τῶν λογισμῶν». Οἱ Ἁγιορεῖτες Μοναχοί, ζῶντες «ἐν τῇ στρατείᾳ τῆς ἀγγελοειδοῦς ζωῆς ἐν τῷ ὕψει τῆς οὐρανομιμήτου πολιτείας» (Βλ. Ἀκολουθία τοῦ Μ. Σχήματος), ἀγωνίζονται νυχθημερόν, γιά νά κατασβέσουν μέ τήν προσευχή τήν ὑπαρξιακή δίψα τοῦ θείου ἔρωτος τόν ὁποῖον ζοῦν καθημερινά. Καί μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ εἰσέλθουν στό «θεῖο, ὑπέρφωτο γνόφο», γιά τόν ὁποῖον κάνουν λόγο τά Ἀρεοπαγιτικά συγγράμματα (Περί Μυστικῆς Θεολογίας 5, MPG. 3, 1045 D), «δι᾿ ἀβλεψίας καί ἀγνωσίας ἰδεῖν καί γνῶναι καταξιοῦνται τόν ὑπέρ θέαν»… Εἶναι χαρακτηριστό ἕνα Τροπάριο τῆς Λιτῆς ἀπό τήν Ἀκολουθία τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων, τό ὀποῖο συνέταξε ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης καί τό ὁποῖο ἐκφράζει αὐτήν τήν πραγματικότητα. Ἐκεῖ, μεταξύ ἄλλων γράφει: «Πατέρες Πανόσιοι…εἰς τόν ὑπέρφωτον γνόφον καί τήν λεπτήν αὔραν τῆς ἐν τῷ Πνεύματι θεωρίας εἰσήλθετε, τό παχύ νέφος διασχίσαντες τῆς ὕλης˙ καί δι᾿  ἀγνωσίας καί ἀβλεψίας, ἰδεῖν καί γνῶναι, τόν ἀθεώρητον καί ἄγνωστον, ὡς δυνατόν ἀνθρώπῳ κατηξιώθητε».
          Πράγματι, ὅπως εὔστοχα ἔχει λεχθεῖ, οἱ Μοναχοί εἶναι οἱ πλέον ἔξυπνοι ἄνθρωποι τοῦ κόσμου, ἀφοῦ κατορθώνουν νά δίνουν στή ζωή τους αἰώνιες διαστάσεις καί νά ζοῦν -  μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ πάντα – τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ στά ὅρια τῆς παρούσας ζωῆς.
          Ὁ Ἁγιορείτικος Μοναχισμός κατεξοχήν ζεῖ τόν Ὀρθόδοξο Ἡσυχασμό. Τί σημαίνει ὅμως «Ἡσυχασμός» καί τί εἶναι θεολογικά ἡ ἡσυχία, σύμφωνα μέ τήν πατερική Παράδοση καί ἐμπειρία;  Ὅπως ἐξηγεῖ ὁ καθηγητής τῆς Δογματικῆς τοῦ ΑΠΘ  Δ. Τσελεγγίδης, ἡ «ἡσυχία» ὡς  ἀσκητικός ὅρος ἔχει κατεξοχήν ὑπαρξιακό καί βιωματικό περιεχόμενο. Σημαίνει τήν εἰρήνη τοῦ ἔσω ἀνθρώπου, πού ἐγκαθίσταται σ᾿  αὐτόν, ὅταν ὁ ἄνθρωπος δεῖ, βδελιχθεῖ καί ἀφαιρέσει τό «εἰδεχθές προσωπεῖον» (τήν ἀπαίσια μάσκα) του, πού συστάθηκε ἀπό τήν περιπλάνηση τοῦ νοῦ, ὅπως γράφει ὁ μεγάλος θεωρητικός διδάσκαλος τῆς ἡσυχίας, Ἁγιορείτης Πατήρ, ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. (Βλ. Εἰς τόν βίον τοῦ Ὁσίου Πέτρου τοῦ ἐν Ἄθω, ΕΠΕ, 8, 298).    ἡσυχία συνδέεται ἄρρηκτα μέ τή νήψη τοῦ νοῦ, τήν πνευματική ἐγρήγορση, καί τήν βιωματική ἐμπειρία ὅλων ἐκείνων τῶν καταστάσεων, πού πραγματώνονται στή νήψη κατά πνευματικό καί ἀνέκφραστο τρόπο.  Κατά συνέπεια, ἔργο τοῦ ἠσυχαστῆ εἶναι «ἡ φυλακή τῆς καρδίας» μέ τήν ἀγαπητική τήρηση τῶν ἐντολῶν, τήν πνευματική καθαρότητα καί τήν μυστηριακή ζωή. Μέ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν ἀποβάλλει ὁ ἡσυχαστής τόν νόμο τῆς ἁμαρτίας καί εἰσάγει στόν ἑαυτό του τήν ἐποπτεία τοῦ νοῦ. Οἱ αἰσθήσεις του ἐλέγχονται μέ τήν ἐγκράτεια, ἐνῶ τό παθητικό τῆς ψυχῆς κυριαρχεῖται ἀπό τήν ἀγάπη καί τό λογιστικό ἀπό τήν νήψη, θά πεῖ καί πάλι ὁ θεωρητικός διδάσκαλος τῆς ἡσυχίας, ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. (Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, Λόγος 1, 2, 2.)
          Ὁ ἡσυχαστικός βίος παρέχει τήν λειτουργική δυνατότητα στήν θεία Χάρη νά «ἐπισκευάσει» τόν ἔσω ἄνθρωπο καί νά τόν διαμορφώσει πρός τό πρωτότυπο, παρέχοντάς του «ἀνθισμένο» τό ἀρχαῖο καί ἀπερίγραπτο κάλλος του. Ὅπως κατανοοῦμε, πρόκειται για την ὑψίστη ἐμπειρία τῆς ἁγιοπνευματικῆς ζωῆς τήν ὁποία καλεῖται ὁ χριστιανός  νά ζήσει, καί τήν ζεῖ κατεξοχήν ὁ Μοναχός, μέσα στό περιρρέον κλίμα, τό ἡσυχαστικό.
         Ὅλα τά ἀνωτέρω, βιούμενα στόν ἱερό τόπο τοῦ Ἄθωνος, δικαιολογοῦν τήν ἐπωνυμία του ὡς «Κιβωτοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας». Αὐτός εἶναι ὁ πνευματικός πλοῦτος τοῦ Ἁγίου Ὄρους, γιά τόν ὁποῖο χαίρεται ἡ  Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Δικαίως, ὁ  Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ Ἁγιορείτης Πατήρ καί μεγάλος Θεολόγος τοῦ 14ου αἰ.  χαρακτηρίζει τό Ἅγιον Ὄρος «ἐπώνυμον τῆς ἁγιωσύνης, μεθόριον μεταξύ κόσμου καί ὑπερκοσμίων καί ἐστία ἀρετῆς». (ΕΠΕ, 2, 350). Δικαίως ὁ μεγάλος  Ἅγιος τοῦ 20ου αἰῶνος, Νεκτάριος ὁ ἐν Αἰγίνῃ ἐπεσκέπτετο συχνά τό  Ἅγιον  Ὄρος χάριν ὠφελείας, παρακινώντας πρός τοῦτο καί πνευματικά του τέκνα, ὅπως βλέπουμε  στήν ἀλληλογραφία του μέ τόν Γέροντα Δανιήλ τόν Κατουνακιώτη (+1929) καί σέ ἄλλα κείμενά του. Δικαίως καί πολλοί πνευματικοί πατέρες παρακινοῦν τούς πιστούς νά ἐπιδιώκουν τήν πνευματική τους ἄνωση, προερχομένη ἐκ τῶν προσκυνημάτων στό Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ἔχουν την εὐκαιρία νά συνομιλήσουν μέ τούς «παθόντας καί εἴτα μαθόντας τά θεῖα» ἐκλεκτούς καί σεβασμίους Πατέρες καί νά λάβουν πνευματικές συμβουλές, ὄντως «ὑποθῆκες ζωῆς». Δικαίως τόσοι κατ᾿ ἔτος εὐλαβεῖς προσκυνητές ἐκ τοῦ κόσμου προστρέχουν στό εὐλογημένο «Περιβόλι τῆς Παναγίας», γιά νά αἰσθανθοῦν, ἔστω ἀμυδρῶς, «Δρόσον Ἀερμων», νά ἐνστερνιστοῦν  κάτι ἀπό τήν ὑψηλή πνευματικότητα τοῦ  Ἄθωνος καί νά μεταφέρουν ἔπειτα στούς οἰκεῖους τους «ἅ ἤκουσαν καί εἶδον», ἀφοῦ ἔγιναν μάρτυρες μιᾶς «ἄλλης ζωῆς», μιᾶς «ἄλλης λογικῆς», μιᾶς ἄλλου εἶδους γνώσεως (τῆς Θεογνωσίας), ἄγνωστης στούς ἀνθρώπους τῆς σημερινῆς, ὑλιστικῆς κοινωνίας…
 
 
 

 

 

 

Κυριακή, 8 Μαΐου 2016

Τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου καί τό σχεδιαζόμενο ἀνθρωπολογικό ἔγκλημα τῆς καύσεως τῶν νεκρῶν.


 Ἀρχιμανδρίτου Νικηφόρου Νάσσου
Στόν Χριστιανισμό ὡς Ὀρθοδοξία, ἡ ἀνθρωπολογία εἶναι ἀρρήκτως συνυφασμένη μέ τήν Θεολογία καί δέν μπορεῖ νά ξεχωριστεῖ ἀπό αὐτήν ἐπειδή ἔτσι ἀρέσει στούς ἀνθρώπους τοῦ σκότους, οἱ ὁποῖοι διά μέσου τῶν αἰώνων πολυειδῶς καί πολυτρόπως πολεμοῦν τόν Ἀληθινό Θεό καί τήν ἐπί γῆς ζῶσα εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Στό ἀνθρωπολογικό ἐπίπεδο, λοιπόν, ἡ Ὀρθοδοξία βλέπει τήν κορωνίδα τῆς θεία δημιουργίας, αὐτόν πού ἀποτελεῖ τήν «ἀνακαιφαλαίωσιν τῶν τοῦ Θεοῦ κτισμάτων»[1], τόν ἄνθρωπο,συνθετικά. Τόν θεωρεῖ ἑνωτικά καί ὄχι διαιρετικά ὅπως τόν βλέπουν οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ἀρχαίους φιλοσόφους.  
Σύμφωνα μέ τήν ὀρθόδοξη Παράδοσή μας, τό σῶμα ἀποτελεῖ ἀναπόστατο ὀντολογικό στοιχεῖο τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος δέν ὑπῆρξε χρονική στιγμή κατά τήν ὁποία νά ὑπῆρχε χωρίς σῶμα, διότι ἐξ ἀρχῆς ὁ πλάστης ἥνωσε δύο στοιχεῖα στόν ἄνθρωπο ἀχωρίστως καί ἀδιαιρέτως[2]. Ὁ ἄνθρωπος, ὡς ὁ μέγας κόσμος μέσα στόν μικρό, εἶναι τό μεθόριο μεταξύ δύο κόσμων, ἡ συμπύκνωση, ἡ συμπερίληψη τοῦ σύμπαντος, ἀφοῦ ἑνώνει τό νοερό καί τό αἰσθητό.[3] Τό σῶμα,  ὡς τό ἕνα ἀπό τά δύο συστατικά στοιχεῖα τῆς ὑπάρξεώς τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἱερό, προοριζόμενο νά «συνδιαιωνίσει τήν ψυχή» (Ἀθηναγόρου, περί Ἀναστάσεως), νά ζήσει καί αὐτό στήν ἀτέρμονη Αἰωνιότητα, μετά τήν κοινή Ἀνάσταση τῶν ἀνθρώπων, κατά τήν Δευτέρα, Ἔνδοξο Παρουσία τοῦ Χριστοῦ.
 Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅπως γνωρίζουμε, καταφάσκει τό ὑλικό σῶμα, τό τιμᾶ καί τό σέβεται, διότι καί αὐτό μετέχει τῆς χαρισματικῆς θεώσεως, ὅπως ὑπογραμμίζεται ἀπό κορυφαίους Πατέρες καί ἐμπειρικούς Θεολόγους, ὅπως λ.χ. τόν ἅγιο Συμεών τόν Ν. Θεολόγο, τόν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ κ.ἄ. Τό ἀνθρώπινο σῶμα εἶναι Ναός Θεοῦ κατά τόν Ἀπόστολο τῶν ἐθνῶν Παῦλο, ὁ ὁποῖος γράφει πρός τούς Κορινθίους: «ὑμεῖς ναός Θεοῦ ἐστέ ζῶντος»[4].
Ἡ ἀξία καί ἱερότητα τοῦ σώματος παρουσιάζεται σέ πολλά ἁγιογραφικά καί πατερικά ἐδάφια, τά ὁποῖα παραλείπουμε γιά τό στενόν τοῦ χώρου. Καί ἡ ταφή τοῦ σώματος μετά θάνατον διδάσκεται  στήν πράξη ἀπό τήν Ἐκκλησία μας, ἀπό τόν Ἴδιο τόν «Παθόντα καί Ταφέντα δι᾿ ἠμᾶς» Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ἀπό τούς ἁγίους Ἀποστόλους καί τούς Πατέρες καί ἐφαρμόζεται ἀπό ὅλους τούς πιστούς. Ἡ ὅλη Παράδοσή μας δέχεται τήν ταφή τῶν σωμάτων, μιά πράξη πού ἤδη ἀπό τόν Ἀπόστολο Παῦλο παραλληλίζεται μέ τή σπορά τοῦ κόκου τοῦ σιταριοῦ καί συνδέεται μέ τήν προσδοκία τῆς νέας ζωῆς.[5] Ἀπό πλευρᾶς Κανονικοῦ Δικαίου τῆς Ἐκκλησίας θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι ὑπάρχουν ἔμμεσες ἀναφορές καί θέσεις ὅτι ἡ ταφή εἶναι ὁ μόνος κανονικός τρόπος μεταχειρίσεως τῶν νεκρῶν σωμάτων, γι᾿ αὐτό καί ἀναφέρεται στόν ΙΓ΄ Κανόνα τῆς Α΄ Οἰκ. Συνόδου ὅτι «περί τῶν ἐξοδευόντων ὁ παλαιός καί κανονικός Νόμος φυλαχθήσεται καί νῦν».[6] Ἀντίθετα, ὑπάρχει Κανονική ἀναφορά ἀπορριπτική τῆς καύσεως στόν ΞΕ΄ Κανόνα τῆς Πενθέκτης Συνόδου, ὁ ὁποῖος κατακρίνει τόν Μανασσῆ γιά τήν καύση τῶν παιδιῶν του μαζί μέ ἄλλες εἰδωλολατρικές πράξεις πού ἔκανε καί γι᾿ αὐτό «ἐπλήθυνε τοῦ ποιῆσαι τό πονηρόν ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, τοῦ παροργήσαι αὐτόν».[7]
     Εἶναι ἀπαραίτητο νά ἐπισημανθεῖ ὅτι ὁ βιολογικός θάνατος, μέ τόν ὁποῖο χωρίζονται τά δύο συστατικά τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ψυχή καί τό σῶμα δέν ἀποτελεῖ τό τελευταῖο στάδιο τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Μετά τήν ἀναχώρηση τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα δέν καταργεῖται ἡ ὑπόσταση τοῦ ἀνθρώπου. Δέν πρέπει νά ἀγνοοῦμε πώς ἡ ἀδιαίρετη φύση τοῦ ἀνθρώπου παραμένει αἰωνίως ἀδιαίρετη. Προσωρινό ἐπεισόδιο στήν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι ἡ σύνδεση τῆς ψυχῆς μέ τό σῶμα, ὅπως δίδασκαν οἱ φιλόσοφοι (Πλάτων). Γιά μᾶς τούς Ὀρθοδόξους, προσωρινό ἐπεισόδιο εἶναι ὁ χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα. Καί τό γεγονός αὐτό, στόν μέν Πλατωνισμό βιώνεται ὡς ἀπελευθέρωση τῆς ψυχῆς ἀπό τόν τόπο τῆς φυλακίσεώς της, σέ μᾶς δέ βιώνεται ὡς  διάσπαση τῆς ἑνότητος τοῦ ἀνθρώπου (ὡς «ρῆξη τῆς ψυχοσωματικῆς συμφυΐας» καθώς ψάλλουμε στή Νεκρώσιμο Ἀκολουθία ) καί αὐτή ἡ διάσπαση ὑπερβαίνεται στήν Ἀνάσταση.  Ὁ ἄνθρωπος κατά τήν Πατερική μας Γραμματεία «δυνάμει τέθραυσται, ἵνα ἐν τῇ Ἀναστάσει ὑγιῆς εὑρεθῇ».[8] Δέν χάνεται, οὔτε ἐκμηδενίζεται! Ἄλλωστε, πάλι κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο, «σπείρεται σῶμα ψυχικόν, ἐγείρεται σῶμα πνευματικόν».[9]
Οἱ κλασικές περί ἀνθρώπου θέσεις τῆς Φιλοσοφίας, ὅπως α) τοῦ Πλάτωνος περί ἐγκλεισμοῦ τῆς προϋπαρχούσης ψυχῆς στό σῶμα καί β) τοῦ Ἀριστοτέλη περί ἐνοικήσεως τοῦ ἄνωθεν ἐρχομένου νοῦ στό ψυχοσωματικό στοιχεῖο, ἀπό τίς ὁποῖες θεωρίες συνάγεται ὅτι οὐσία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ψυχή ἤ ὁ νοῦς ἀντίστοιχα, παύουν νά ἰσχύουν στήν ὀρθόδοξη Πατερική Θεολογία καί ἀνθρωπολογία. Καί τοῦτο διότι τό «κατ᾿ εἰκόνα» Θεοῦ στόν ἄνθρωπο ἐντοπίζεται (ἐκτός ἀπό τό λογικό, νοερό, αὐτεξούσιο κλπ.) καί στό σῶμα, τό ὁποῖο γίνεται (ἐμπροϋπόθετα) κατοικητήριο τῆς ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ὁ ὀγκόλιθος τῆς ὀρθοδόξου Θεολογίας, ἅγιος Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λαμᾶς θά μᾶς πεῖ  ὅτι «τό συ­ναμφό­τε­ρον», ὁ ὅλος ἄνθρω­πος, ὡς ψυ­χή καί σῶμα, εἶναι καί λέγεται εἰκό­να τοῦ Θε­οῦ: «Μή ἄν ψυ­χήν μό­νην, μή­τε σῶμα μό­νον λέ­γε­σθαι ἄνθρω­πον, ἀλλά τό συ­ναμ­φό­τε­ρον, ὅν δή καί κατ᾿εἰκό­να πε­ποι­η­κέ­ναι Θε­ός λέ­γεται».[10] Νωρίτερα τόν 5ο αἰῶνα, ὁ συνώνυμός του καί ἀδελφός τοῦ Μ. Βασιλείου, ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης εἶχε καταθέσει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὡς ψυχοσωματική ὁλότητα εἶναι «γήινον πλάσμα τῆς ἄνω δυνάμεως ἀπεικόνισμα».[11]  Σκοπός δέ τοῦ ἀνθρώπου ὡς προσώπου πού εἰκονίζει τόν Θεό εἶναι νά χωρέσει μέσα του τόν εἰκονιζόμενο, δηλαδή τόν ἴδιο τόν Θεό. Ὅλα τά ἄλλα ὑποτάσσονται καί ἐντάσσονται στόν σκοπό αὐτό.
Αὐτό τό «γήινο πλάσμα» πού ὡς ἑνωμένο ὅλον ἀπεικονίζει τόν Δημιουργό Του, ἐπιδιώκουν σήμερα νά τό διαχωρίσουν πλατωνικά ἐκεῖνοι πού δηλώνουν τήν ἀπαξία πρός τό σῶμα, ἀφοῦ θέλουν μετά τόν βιολογικό θάνατο καί τήν ἀναχώρηση τῆς ψυχῆς ἀπ᾿ αὐτό νά τό πετοῦν στόν κλίβανο γιά ἀποτέφρωση! Αὐτό τό σῶμα ὅμως, δέν εἶναι ἄχρηστο, οὔτε ἀπόβλητο, ἀλλά ἔχει τήν τιμή καί τήν ἀξία του ὅπως εἴπαμε. Καί τοῦτο διότι ναί μέν εἶναι ὑλικό, ἀλλά ἐμπεριέχει «ἐνσημαινομένας πνευματικάς διαθέσεις» κατά τόν Ἅγιο Ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, δηλαδή συνιστᾶ ἕνα πνευματικό γεγονός, ἀφοῦ καί αὐτό δέχεται τήν ἄκτιστη Χάρη καί Ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.
Δέν θά πρέπει νά ἀγνοοῦμε ὅτι σέ ὁλόκληρη τήν ἱστορία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης,  ἡ καύση τῶν νεκρῶν ἀντιμετωπίζεται ὡς εἰδωλολατρική συνήθεια καί θεωρεῖται ὡς ἀποκρουστική πράξη. Εἰδικότερα, ὁ διά πυρᾶς θάνατος συνδέεται στήν Παλαιά Διαθήκη μέ εἰδεχθῆ ἐγκλήματα. Ἡ Καινή Διαθήκη θεωρεῖ αὐτονόητη τήν ταφή τῶν νεκρῶν, ἐνῶ στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μόνο διῶκτες της κατέφυγαν στήν ἀποτέφρωση τῶν σωμάτων τῶν Χριστιανῶν, γιά νά ἐξαφανίσουν τή μνήμη τους καί νά πλήξουν τήν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεώς τους. Κατά τούς νεώτερους, τέλος, χρόνους ἡ καύση τῶν νεκρῶν ἐφαρμόσθηκε καί ὡς κάποια μορφή ἐξαγνισμοῦ τοῦ κόσμου ἀπό τήν παρουσία τους. Εἶναι γεγονός ὅτι οἱ ἀνατολικές θρησκεῖες δείχνουν ἀποστροφή καί ἐχθρότητα πρός τό σῶμα. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅμως, δέν βλέπει τό σῶμα ἐχθρικά οὔτε τό θεωρεῖ ὡς «σῆμα», δηλαδή ὡς τάφο, ὅπως τό θεωροῦσε ὁ Πλάτων, ὥστε νά θέλει νά τό ἀφανίσει μέ τήν φοβερή, ἀσεβῆ καί εἰκονοκλαστική διαδικασία τῆς ἀποτεφρώσεως! Εἶναι ὄντως εἰκονοκλαστική πράξη διότι τό ἀνθρώπινο σῶμα, ὅπως προελέχθη εἶναι Ναός τοῦ Θεοῦ, Ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί τούς Ναούς δέν τούς καῖμε! Τό ἀνθρώπινο σῶμα, αὐτή ἡ φύση τήν ὁποία διά τῆς Ἐνανθρωπήσεως προσέλαβε ὁ Χριστός, εἶναι ἡ ζωντανή Ἐκκλησία, μέσα στήν ὁποία καλεῖται ὁ ἄνθρωπος νά λατρεύσει τόν ἐν τριάδι Θεό. Καί ὅποιοι λατρεύουν ἀληθινά τόν ἄκτιστο Θεό, θεμελιώνουν μέ τά λείψανά τους τίς κτιστές Ἐκκλησίες[12], πού στεγάζουν τούς ζωντανούς, τά μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος  τῆς μεγάλης τιμῆς ἀπό μέρους τῆς Ἐκκλησίας τῶν ἱερῶν λειψάνων. Πλοῦτος ἀδαπάνητος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τά ἅγια, ἄφθαρτα και θαυματουργούντα λείψανα τῶν θεοφόρων τέκνων της! Αὐτά φέρουν ἔκδηλα τά σημεῖα τῆς θεώσεως, τά σήμαντρα τοῦ θείου ἐλέους, τά τεκμήρια τῆς ἐν Χριστῷ «ἀνακράσεως»[13]  καί γι᾿ αὐτό  τά διατηρεῖ ἡ Ἐκκλησία ὡς πολύτιμους θησαυρούς. Αὐτῶν τῶν θείων δώρων καί δωρεῶν ἀξιώνεται ὁ ἄνθρωπος μέσα στό πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας. Καί κατά τόν θεοφόρο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ὅπως ἀπό τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό δέν χωρίστηκε ἡ θεότητα μετά τόν χωρισμό τῆς ψυχῆς ἀπό τό Σῶμα ἐπάνω στόν Σταυρό,  ἔτσι καί στούς Ἁγίους μας,  μετά τόν χωρισμό τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα κατά τόν βιολογικό θάνατο, δέν χωρίστηκε ἀλλά παρέμεινε ἡ θεοποιός Χάρις καί ἐπί τοῦ σώματος, εἰς πίστωσιν τῆς Ἁγιότητος.[14]  Ἄν εἶχε υἱοθετηθεῖ ἀπό παλαιά ἡ καύση τῶν νεκρῶν, θά εἴχαμε σήμερα ἅγια λείψανα;
ποιος βλέπει τό νεκρό σῶμα ὡς λείψανο, ὡς σεβαστό δηλαδή ὑπόλειμμα, κατάλοιπο τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως, θέλει νά τό τιμήσει. Καί στήν περίπτωση αὐτή ἡ ταφή καί ἡ μετά ταῦτα διατήρηση τῶν ὀστῶν εἶναι ἱερή. Ἀλλά καί ἡ Ἐξόδιος Ἀκολουθία πού ἐπιτελοῦμε στούς κεκοιμημένους ἐν Χριστῷ, ἀκόμη καί ὡς ὁρολογία παραπέμπει σέ ἀγάπη καί φροντίδα.  Ἡ λέξη «κηδεία» προέρχεται ἀπό τό ρῆμα «κήδομαι», πού σημαίνει φροντίζω. Ὅταν κάτι θέλουμε νά τό φροντίσουμε, δέν τό καῖμε! Εἶναι φρικτό καί ἀποκρουστικό καί νά τό σκεφθεῖ κανείς!  Ἄλλο εἶναι νά παραδίδεται μέ τίς εὐχές τῆς Ἐκκλησίας ὁ «σεπτός νεκρός» ὅπως λέμε στή μητέρα γῆ «ἐξ ἧς ἐλήφθη», μέ τή γνωστή  ἐκείνη παραπεμπτική καί θεολογική φράση καί ἄλλο εἶναι νά ὁδηγεῖται ἀπάνθρωπα στή φωτιά πρός ἐξαφάνιση καί τοῦ τελευταίου στοιχείου τῆς ὑλικῆς του ὑποστάσεως!
Ἄν ὅλα αὐτά σήμερα ἀγνοοῦνται, ἤ σκοπίμως παραθεωροῦνται ἀπό τούς δῆθεν προοδευτικούς τοῦ τόπου μας καί υἱοθετοῦνται ξενόφερτες πρακτικές ὅπως ἡ καύση τοῦ σώματος μετά θάνατον γιά τό λόγο ὅτι δῆθεν προκαλοῦνται μολύνσεις καί μικρόβια, ἄς συνειδητοποιήσουν ἐπιτέλους ὅτι τή μόλυνση τή δημιουργοῦν οἱ ζωντανοί· ὄχι οἱ νεκροί! Ἀντίθετα, ὅπως ἔχει τεκμηριωμένα ἐπισημανθεῖ, ρύπανση περιβάλλοντος ὁπωσδήποτε θά προκαλεῖ  καύση τῶν νεκρῶν σωμάτων…
Συμπερασματικά θά καταθέσουμε ὅτι «ἡ καύση τῶν νεκρῶν, ὁποιαδήποτε ἐπιχειρήματα καί ἄν ἔχει πρός ὑποστήριξή της, βρίσκεται ἔξω ἀπό τήν ὀρθόδοξη παράδοση. Τό σῶμα πρέπει νά μπεῖ στόν τάφο, νά ἀποδοθεῖ στή μητέρα γῆ, νά ἐπιστρέψει στό χῶμα ἀπό τό ὁποῖο πλάστηκε, σύμφωνα μέ τό πρόσταγμα τοῦ Δημιουργοῦ του. Νά κοιμᾶται ἤρεμα στό μνῆμα μέχρι τή στιγμή πού θ᾿ ἀκουσθεῖ, κατά τή Δευτέρα Παρουσία ἡ σάλπιγγα τοῦ ἀγγέλου, γιά νά ξυπνήσει μαζί μέ τά ἄλλα νεκρά σώματα ἀπό τόν ὕπνο του, νά ντυθεῖ τά ἄφθαρτα ἱμάτιά του, ν᾿ ἀναστηθεῖ καί, ἑνωμένο πάλι μέ τήν ψυχή του, νά πάει κοντά στόν πλάστη του καί νά κριθεῖ καί αὐτό σύμφωνα μέ ὅσα ἔπραξε κατά τή διάρκεια τοῦ ἐπί γῆς βίου του. Ἄλλωστε ὁ τάφος εἶναι ἕνα σύμβολο, ἡ παρουσία τοῦ ὁποίου τόσο εὔγλωττα διδάσκει τούς ζωντανούς γιά τήν ἀλήθεια τῆς ζωῆς, ἡ ἐστία ἡ ὁποία συγκεντρώνει γύρω της τήν ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων γιά τά προσφιλῆ τους πρόσωπα πού ὁ θάνατος ἀφήρπασε».[15]
Εἴθε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ὁ Ὁποῖος, κατά τήν σωτηριώδη Ἔνσαρκο Οἰκονομία του προσέλαβε ὅλον τόν ἄνθρωπο ψυχοσωματικῶς γιά νά τόν σώσει[16], νά μήν ἐπιτρέψει νά ἐκκινήσει ἀπό τήν πόλη μας ἀλλά καί ἀπό καμία πόλη τῆς Ἁγιοτόκου πατρίδος μας αὐτή ἡδιαβεβοημένη ἀσέβεια τῆς καύσεως τῶν νεκρῶν σωμάτων!
ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2014
[1] Βλ. Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ὁμιλία ΝΓ΄, ΕΠΕ, 11, 330 - 332.
[2] Βλ. πρ. Θεοδώρου Ζήση, Εἰσαγωγή στόν Πλάτωνα, Θεσσαλονίκη 1995, σελ. 191.
[3] Βλ. Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Λόγος, 45, 7: «Τοῦτο δή βουληθείς ὁ τεχνίτης ἐπιδείξασθαι Λόγος, καί ζῶον ἐξ ἀμφοτέρων (ἀοράτου τε λέγω καί ὁρατῆς φύσεως) δημιουργεῖ τόν ἄνθρωπον…οἷόν τινα κόσμον ἕτερον, ἐν μικρῷ μέγαν, ἐπί τῆς γῆς ἵστησιν ἄγγελον ἄλλον, προσκυνητήν μικτόν, ἐπόπτην τῆς ὁρατῆς κτίσεως, μύστην τῆς νοουμένης…ὁρατόν καί νοούμενον, τόν αὐτόν πνεῦμα καί σάρκα».
[4] Β΄Κορ. 6, 16.
[5] Α΄Κορ. 15, 36 -37.
[6] «Πηδάλιον», σελ. 141.
[7] Βλ. ΞΕ΄ Καν. τῆς Πενθέκτης Οἰκ. Συνόδου, «Πηδάλιον», σελ.278.
[8] Θεοφίλου Ἀντιοχείας, Πρός Αὐτόλικον«Θεοῦ μοναρχία, κόσμου γένεσις καί ἀνθρώπου ποίησις», 2, 26. Βλ. Π. Χρήστου, Ἡ περί ἀνθρώπου διδασκαλία τοῦ Θεοφίλου Ἀντιοχείας, ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Γρηγόριος Παλαμᾶς», Θεσσαλονίκη 1957.
[9] Α΄Κορ. , 44.
[10] «Τί­νας ἄν εἴποι λό­γους σῶμα κατὰ ψυχῆς», ΜPG 150, 1361C.
[11] Κατηχητικός ὁ Μέγας, 6, MPG. 45, 28 Α.
[12] Ἡ Ζ΄ Ἁγία Οἰκ. Σύνοδος στόν 7ο ἱερό Κανόνα της  διατάσσει τήν καθιέρωση τῶν Ναῶν, διά τῆς τοποθετήσεως σ᾿ αὐτούς ἱερῶν λειψάνων. Γιά νά γίνει βεβαίως αὐτή ἡ καθιέρωση θά πρέπει νά ὑπάρχουν ἱερά λείψανα καί αὐτό λαμβάνει χώρα μόνο μέ τήν ταφήτῶν σωμάτων καί ὄχι μέ τήν καύση τους! Ἡ δέ δύναμις τῶν ἰερῶν λειψάνων εἶναι τόσο μεγάλη, ὥστε, ὅπως άναφέρετσι στά Πρακτικά τῶν Οἰκ. Συνόδων, «ἐκ λειψάνων πολλάκις μαρτύρων καί εἰκόνων ἐλαύνονται δαίμονες». (Βλ. Ζ΄Οἰκ. Σύνοδος, Πράξη 4, Σπ. Μήλια, Πρακτικά, τόμ. Γ΄, 282/782).
[13] Ὁ ὅρος «ἀνάκρασις» χρησιμοποιήθηκε κυρίως ἀπό τόν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης. Στήν πρό τῆς Σαρκώσεως τοῦ Λόγου ἐποχή (Παλαιά Διαθήκη)  δέν ὑπῆρχαν βεβαίως οἱ προϋποθέσεις τῆς ἀνακράσεως ἀνθρώπου καί Θεοῦ. Ἡ ἀνάκραση τῶν δύο φύσων στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἐπιτρέπει καί τήν ἀνάκραση τῶν ἀνθρώπων μέ τό θεῖο, ἀλλά τώρα πλέον στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. «Ἵνα τῇ πρός τό θεῖον ἀνακράσει συναπωθεωθῇ τό ἀνθρώπινον». MPG. 45, 1152 C. Βλ. Στ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία, Β΄, σελ. 608 -609.
[14] «Οὐ γάρ διέστη τούτων ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, ὥσπερ οὐδέ τοῦ προσκυνητοῦ σώματος Χριστοῦ διέστη ἡ θεότης ἐπί τοῦ ζωοποιοῦ θανάτου». Φιλοκαλία, τόμ, Δ΄, ἐκδ. Παπαδημητρίου, σελ. 118.
[15] Βλ. Ἀν. Θεοδώρου, «Ἄμωμοι ἐν ὁδῷ», ἐκδ. «Ἀποστολική Διακονία», Ἀθήνα 1990, σελ. 225.
[16] Βλ. Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, χαρακτηριστική φράση ἀπό τό Κατά Ἀπολλιναρίου: «Ὅλος ὅλον ἀνέλαβέ με, καί ὅλος ὅλῳ ἡνώθη, ἵνα ὅλον τήν σωτηρίαν χαρίσηται». MPG37, 181 C – 181 A.

 

Κυριακή, 17 Απριλίου 2016

ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΥΠΑΡΧΕΙΣ. Ἀρχιμανδρίτου Νικηφόρου Νάσσου

          ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ
Στήν Πατερική μας Γραμματεία διαβάζουμε, μεταξύ ἄλλων, τά ἑξῆς ἐγκωμιαστικά λόγια, πρός τήν Μητέρα τοῦ πάντων Δεσπότου, τήν Θεοτόκο Μαρία: «Θεοτόκος γάρ ὑπάρχεις, τόν Λόγον ἐκ σοῦ σαρκωθέντα τεκοῦσα· Θεοτόκος ὑπάρχεις, τόν Θεόν Λόγον ἐν μορφῇ δούλου κυήσασα· Θεοτόκος ὑπάρχεις, ὅτι Θεόν Λόγον δεξαμένη σαρκωθέντα ἔτεκες· Θεοτόκος ὑπάρχεις, μόνη τοῦ μόνου Μονογενῆ Υἱόν τοῦ Θεοῦ γεννήσασα· οὐ πρόσκαιρον Θεόν γεννήσασα, ἀλλ᾿ αἰώνιον, τόν πρό σοῦ και πάντων Θεόν,ἐκ σοῦ σαρκωθέντα»1.
Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος χαρακτηρίζεται ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας ὡς «ἡ ἁγίων ἁγιωτέρα, καί ἱερῶν ἱερωτέρα, καί ὁσίων ὁσιωτέρα»2.
Καί ὄντως εἶναι ἔτσι, ὅπως πιστεύουμε ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι, οἱ ὁποῖοι προστρέχουμε ὀρμεμφύτως πρός αὐτήν, δοξολογητικῶς καί ἱκετευτικῶς. Αὐτή ἡ εὐλογημένη ὕπαρξη, μέ τήν ἐπί γῆς παρουσία της, μετέτρεψε τή γῆ σέ οὐρανό, ὅπως ψάλλουμε στήν ὑμνολογία, ἄδειασε τόν Ἅδη ἀπό τούς δεσμώτες, κατέστησε τούς ἀνθρώπους πολίτες τοῦ οὐρανοῦ, συνένωσε τούς ἐπί γῆς μέ τούς Ἀγγέλους, συνέβαλε ἐνεργητικά στή σωτηρία παντός τοῦ κόσμου, διά τῆς Ἐνανθρωπήσεως - ἐξ αὐτῆς – τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Αὐτήν ἐπέλεξε ὁ Θεός, ὡς «προεκλελεγμένην πρό πασῶν τῶν γενεῶν», ὡς πάγκαλο ὄντως καί καθαρώτατον σκεῦος ἐκλογῆς, προκειμένου νά λάβει τό κατά σάρκα, ἀνακτώντας «τήν πρίν πεσοῦσαν εἰκόνα τοῦ Ἀδάμ» καί πραγματοποιώντας τήν σωτηρία καί θεώση τοῦ «βροτείου φυράματος». Προσφυῶς, ὁ ἐκ τῶν σπουδαίων θεοτοκόφιλων Πατέρων καί μεγάλων Θεολόγων, ἅγιος Γρηγόριος ὀ Παλαμᾶς (+1349) ἀποκαλεῖ τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο «μεθόριον μεταξύ κτιστῆς καί ἀκτίστου φύσεως»3! Προσφυῶς ἐπίσης, ὁ κορυφαῖος τῶν Κολλυβάδων καί Διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Γένους, Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἀγιορείτης (+1809), ἀπευθυνόμενος μέ ἄπειρη εὐλάβεια καί μέθεξη ψυχῆς πρός αὐτήν γράφει τά ἀκόλουθα: «Ἠράσθη τοῦ κάλλους σου Χριστός Πανάμωμε, καί τήν μήτραν σου κατώκησεν, ὅπως παθῶν ἐξ ἀμορφίας, τό γένος τῶν ἀνθρώπων λυτρώσηται, καί κάλλος τό ἀρχαῖον δωρήσηται»4. Ὁ δέ Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως θά ἐκφραστεῖ ἀνθρωποπρεπῶς καί θά πεῖ ὅτι ἔψαξε ὁ Θεός ὅλο τόν κόσμο καί δέν βρῆκε ἄλλη τόσο κατάλληλη καί καθαρωτάτη γυναῖκα ὡσάν τήν Μαρία, γιά νά τήν καταστήσει Μητέρα Του. «Ψηλαφήσας ὁ Ὕψιστος ὅλον τόν κόσμον καί μή εὑρών ὁμοίαν σου μητέρα…ἐκ σοῦ τῆς ἠγιασμένης ἄνθρωπος διά φιλανθρωπίαν γενήσσεται»5. Καί αὐτό διότι, ἡ Παναγία «τῇ καθαρότητι θέλγει Θεόν ἐν αὐτῇ οἰκῆσαι»6
Οἱ Ὀρθόδοξοι τιμοῦμε τήν ὑπερευλογημένη Μητέρα τοῦ Κυρίου μας, «δι᾿ ἦς τό ἐκπεσόν πλάσμα εἰς οὐρανούς ἀναλαμβάνεται»7, ἀλλά ὀφείλουμε νά γνωρίζουμε πῶς τήν τιμοῦμε, γιατί τήν τιμοῦμε καί ποιά εἶναι ἡ περί τήν Θεοτόκο Δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως αὐτή ἀποκρυσταλλώθηκε μέσα ἀπό Συνόδους Οἰκουμενικές.
Ἡ τιμή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο εἶναι πολύ μεγάλη, ἀλλ᾿ ὅμως δέν εἶναι ἀπόλυτη. Εἶναι τιμή σχετική ἐν ἀναφορᾷ πρός τήν λατρεία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Αὐτό ἄλλωστε μᾶς συνιστοῦν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. «Πέρα τοῦ δέοντος οὐ χρῆ τιμᾶν τούς ἁγίους, ἀλλά τιμᾶν τόν αὐτῶν Δεσπότην», θά γράψει ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος Κύπρου8. Θά δοῦμε στή συνέχεια τήν πλάνη τῆς ἀπόλυτης τιμῆς τῆς Θεοτόκου ἀπό πλευρᾶς τῶν παπικῶν μέ τήν ἐπινοημένη θεωρία τῆς Ἀσπίλου συλλήψεως.
ΑΣΠΙΛΗ ΣΥΛΛΗΨΗ
Στή Δύση, ὅπου ὑπάρχει τό στοιχεῖο τῆς ἡ ὑπερβολῆς (ἐνῶ, ἀντίθετα, στόν Προτεσταντισμό ὑπάρχει ἡ μείωση) τιμᾶται ἡ Παναγία μέ μιά ἀπόλυτη τιμή, σύμφωνα μέ τά ἐξαγγελόμενα δόγματα τῶν παπικῶν, ἐκ τῶν ὁποίων πρῶτο εἶναι ἡ «ἄσπιλη σύλληψη» τῆς Θεοτόκου9. Ἡ θεωρία αὐτή ἔγινε δόγμα - ὅρος πρός σωτηρίαν - στή Δύση τό 1854. Σύμφωνα μέ τό δόγμα αὐτό, ἡ Θεοτόκος Μαρία, ἀπό τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς συλλήψεώς της διετηρήθη καθαρά ἀπό κάθε σπίλο τῆς προπατορικῆς ἁμαρτίας. Καταρχήν, εἶναι ἀπαραίτητο, πρίν κάνουμε λόγο γιά τό δόγμα αὐτό τῶν παπικῶν, νά διευκρινήσουμε ὅτι ὑπάρχει διαφορά ἀντιλήψεως μέ τούς δυτικούς ὡς πρός τό τί κληρονόμισε ἡ ἀνθρωπότητα ἀπό τούς γενάρχες μας, μετά τήν λεγομένη προπατορική ἁμαρτία, ἤ Πτώση ὅπως εἶναι ὀρθότερα νά λέγεται. Οἱ δυτικοί φρονοῦν ὅτι ἡ ἀνθρωπότητα κληρονόμησε ἀπό τούς προπάτορες Ἀδάμ καί Εὖα τήν ἐνοχή τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος. Οἱ Ὀρθόδοξοι πιστεύουμε καί κηρύττουμε ὅτι ἡ ἀνθρωπότητα κληρονομεῖ τίς συνέπειες τῆς Πτώσεως τῶν πρωτοπλάστων, πού εἶναι ἡ φθορά καί ἡ θνητότητα πού εἰσόρμησαν μέσα στό γένος τῶν ἀνθρώπων, καθώς καί ἡ ροπή πρός τήν ἁμαρτία. Κατά τήν Ὀρθόδοξη Θεολογία, λοιπόν, ἐμεῖς οἱ ἀπόγονοι τοῦ πρώτου Ἀδάμ κληρονομοῦμε ὄχι τήν ἐνοχή, ἀλλά τίς συνέπειες τῆς προπατορικῆς Πτώσεως. Ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα ὑπόκειται σ᾿ αὐτές τίς συνέπειες, ὅπως γράφει ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος10. Ὑπάρχει, μεταξύ ἄλλων, ἕνα καταπληκτικό κείμενο τοῦ ἀγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, τό ὁποῖο δείχνει ἀκριβῶς αὐτή τήν πραγματικότητα τῆς φθορᾶς πού ὑπέστη ἡ φύση μας ἕνεκα τῆς Πτώσεως, ἀφοῦ πρῶτα ἐφθάρη ἡ προαίρεση τῶν προπατόρων, καί χάθηκε ἀπ᾿ αὐτούς ἡ κατάσταση τῆς ἀπαθείας. Ὁ Αγιος ὁμιλεῖ γιά δύο ἁμαρτίες, τήν διαβεβλημένη καί τήν ἀδιάβλητη, πού ἦρθε ὡς ἀπόρροια/συνέπεια τῆς διαβεβλημένης. Ἡ φθορά/ἔκπτωση τῆς προαιρέσεως, ἔφερε τήν φθορά τῆς φύσεως («μεταποίησις»), καθώς εἰσῆλθε ἡ θνητότητα στό ἀνθρώπινο γένος. «Φθαρεῖσα πρότερον τοῦ κατά φύσιν λόγου Ἀδάμ ἡ προαίρεσις, τήν φύσιν ἑαυτῇ συνέφθειρε, ἀποθεμένη τῆς ἀπαθείας την χάριν και γέγονεν ἁμαρτία· πρώτη μέν καί εὐδιάβλητος, ἡ πρός τήν κακίαν ἀπό τοῦ ἀγαθοῦ τῆς προαιρέσεως ἔκπτωσις· Δευτέρα δέ, διά τήν πρώτην, ἡ τῆς φύσεως ἐξ ἀφθαρσίας εἰς φθοράν ἀδιάβλητος μεταποίησις»11.
Ἑπομένως, καί Μητέρα τοῦ Κυρίου δέν ἐξαιρεῖται ἀπό τήν κοινή μοῖρα τῆς ἀνθρωπότητος, ἀφοῦ καί αὐτή γεννήθηκε μέ τρόπο φυσικό, καί τοῦτο διότι οἱ συνέπειες τῆς ἁμαρτία τῶν προπατόρων μεταδίδονται διά τῆς φυσικῆς γεννήσεως στούς ἀνθρώπους. Μόνη ἐξαίρεση ἀποτελεῖ ὁ Θεάνθρωπος Χριστός, ὁ Ὁποίος ἐγεννήθη μέ τρόπον ὑπερφυσικόν, καί ὡς ἀναμάρτητος δέν εἶχε, φυσικά, ἀνάγκη λυτρώσεως. Καί θά συμπληρώσει ὁ ἅγιος Μάξιμος στό ἀνωτέρω κείμενο ὅτι, «ταύτην οὖν, τήν διάλληλον φθοράν τε καί ἀλλοίωσιν τῆς φύσεως ὁ Κύριος ἡμῶν τε καί Θεός διορθούμενος, ὁλόκληρον τήν φύσιν λαβών, εἶχε καί αὐτός ἐν τῇ ληφθείσει φύσει τό παθητόν, τῇ κατά προαίρεσιν ἀφθαρσίᾳ κοσμούμενον»12.
Θεοτόκος, τώρα, σύμφωνα μέ τήν Ὀρθόδοξη δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐγεύθη πρώτη τήν ἀπαλλαγή της ἀπό τήν προπατορική καί ἀπό κάθε ἄλλη προσωπική ἁμαρτία ἀπό τή στιγμή ὅπου συνέλαβε ἐκ Πνεύματος Ἁγίου τόν Θεάνθρωπο Κύριο Ἰησοῦ Χριστό καί ἐσώθη ἀπό τήν Χάριν τοῦ Θεοῦ, ὁποία Χάρις τῆς ἔδωσε δύναμη δεκτική τῆς θεότητος, ὅπως λέγουν οἱ Πατέρες, καί γεννητική τοῦ Λόγου. Ὁ μεγάλος δογματολόγος τῆς Ἐκκλησίας, ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός γράφει ἀκριβῶς ὅτι «μετά οὖν τήν συγκατάθεσιν τῆς ἁγίας Παρθένου, Πνεῦμα Ἅγιον ἐπῆλθεν ἐπ᾿ αὐτήν κατά τόν τοῦ Κυρίου λόγον, ὄν εἶπεν ὁ ἄγγελος, καθαῖρον αὐτήν, και δύναμιν δεκτικήν τῆς τοῦ Λόγου θεότητος παρέχον, ἅμα δέ καί γεννητικήν»13. Μόνο τό θεῖο πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔχει ἀπόλυτη ἀναμαρτησία. Ἡ Παναγία Μητέρα του ἔχει σχετική ἀναμαρτησία, ἀφοῦ και ἡ Θεοτόκος Μαρία ἐσώθη μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν στιγμή τῆς συλλήψεως τοῦ Κυρίου μέσα της. Ἀντίθετα, ἡ δυτική θεολογία τοποθετεῖ τήν σωτηρία τῆς Θεοτόκου στήν δική της γέννηση καί ἀρχή καί ὄχι στήν σύλληψη τοῦ Λυτρωτοῦ Χριστοῦ. Διδάσκουν μάλιστα οἱ παπικοί ὅτι ἡ ἀναμαρτησία τῆς Θεοτόκου δέν εἶναι φυσική, ἀλλά συνετελέσθη ὑπό τοῦ Θεοῦ. Πότε ὅμως συνετελέσθη ἡ λύτρωση καί σωτηρία τῆς Παναγίας; Πῶς ἐσώθη, ἐνῶ δέν εἶχε ἀρχίσει τό ἀπολυτρωτικό ἔργο τῆς σωτηρίας, ἀφοῦ δέν εἶχε ἀκόμη σαρκωθεῖ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ; Μέχρι τήν ὥρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἡ «προεκλελεγμένη» καί ὑπερευλογημένη Μαρία βρίσκεται στόν κόσμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅπως ὅλοι οἱ Δίκαιοι τῆς περιόδου αὐτῆς. Στόν κόσμο τῆς Καινῆς Διαθήκης ἀνήκει ἀπό τή στιγμή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὅπου σαρκοῦται ἐντός της ὁ Λόγος μέ τό «γένοιτό μοι κατά τό ρῆμα σου» πού εἶπε, ἀποκρινομένη στόν Ἀρχάγγελο Γαβριήλ. Νά σημειώσουμε παρεμπιπτόντως, ὅτι αὐτό θά ἔλεγε ὁπωσδήποτε ἡ Παναγία, διότι εἶχε φθάσει ἤδη στή θέωση ἐνδιαιτωμένη μέσα στά Ἅγια τῶν Ἁγίων, καί ὡς ἐκ τούτου εἶχε φυσικό θέλημα καί ὄχι γνωμικό, ὥστε νά ὑπάρχει δυναντότητα ἀρνήσεως τῆς κλήσεώς της, καθώς ἰσχυρίζονται κάποιοι λανθασμένα σήμερα. Πρίν, λοιπόν, τήν ἐνανθρώπιση τοῦ Λόγου πῶς θά ἐσώζετο ἡ Θεοτόκος, ἀφοῦ ὡς πρόσωπο πού θα συνεργοῦσε στό ἐν Χριστῷ μυστήριον τῆς σωτηρίας εἶχε μέν ἀϊδίως προορισθεῖ, ἀλλά τό μυστήριο δέν εἶχε ἀκόμη ἐν χρόνῳ πραγματοποιηθεῖ;
Ἡ δυτική θεολογία, μέ τή θεωρία περί ἀφέσεως ἁμαρτίας καί σωτηρίας τῆς Θεοτόκου πρό τῆς ἐλέυσεως τοῦ «ἐξ αὐτῆς τεχθέντος» Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀποξενώνει τήν Θεοτόκο ἀπό τήν στενή σχέση μέ τόν Σωτῆρα Υἱό της καί ὑποτιμᾶ τό ἀπολυτρωτικό, σωτηρώδες ἔργο τοῦ Ἐνανθρωπήσαντος Χριστοῦ. Γενικά, ἡ δυτική θεολογία, μέ τήν λεγομένη «μαριολογική θεολογία» καί τήν αὐτοτελῆ «Μαριολογία» καί «Μαριολατρεία» πού ἀναπτύχθηκε στό χῶρο ἐκεῖνο, ὑπερτίμησε αὐτόνομα τήν Θεοτόκο καί τήν ἀπέσπασε ἀπό τόν Κύριο, δηλαδή ἀπέκοψε τήν Μητέρα ἀπό τόν Υἱό της! Ὁ παπισμός θεωρεῖ τήν Παναγία μεμονωμένα, ἀποσπασματικά καί ἀνεξάρτητα ἀπό τή σχέση της μέ τό μυστήριο τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Κυρίου, ὑποβιβάζοντας τό ἀπολυτρωτικόν ἔργον τῆς τοῦ κόσμου σωτηρίας. Αὐτό σέ ἀντίθεση μέ τήν Ὀρθόδοξη Θεολογία, κατά τήν ὁποία τιμᾶται ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ἐν ἀναφορᾷ πρός τό Χριστολογικό δόγμα καί τήν Ἐναθρώπιση τοῦ Λόγου, στήν ὁποία συνήργησε ὡς «ὑπουργός τοῦ τόκου» (ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας) μέ τήν κατά μέθεξιν Θεοῦ Ἁγιότητά της καί τήν θετική ἀπάντηση πρός τήν κλῆση της. Πρέπει, λοιπόν, νά εἶναι σέ ὅλους γνωστό ὅτι ὅλο τό μυστήριο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου συνοψίζεται στό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ καί μέ αὐτό ἐξηγεῖται. Ἡ Θεοτόκος συνδέεται φυσικῶς μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό, ὡς Μητέρα του καί δογματικῶς γιά τήν Ἐκκλησία καί τήν ὀρθόδοξη σωτηριολογία. Δέν εἶναι θεά ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος! Εἶναι «ἡ πρώτη θεωθεῖσα ἀνθρωπίνη ὑπόστασις παραλλήλως τῆς ἐνσαρκωνθείσης θείας ὑποστάσεως τοῦ Χριστοῦ»14, ἡ πρώτη ἀπό τό ἀνθρὠπινο γένος πού κοινώνησε μέ τόν ἔνσαρκο Λόγο15, ἀλλά δέν εἶναι θεά. «Μόνον μή ποιείτω τήν Παρθένον θεάν», διακηρύττει ὁ ὑπέρμαχος τῆς Θεοτόκου ἅγιος Κύριλλος16. Ἡ Θεοτόκος Μαρία, σέ καμία περίπτωση δέν τοποθετεῖται στό ἐπίπεδο τοῦ ἀκτίστου Θεοῦ. Ναί, μέν, ἔφθασε στήν κατά Χάριν θέωση μέσα στά Ἅγια τῶν Ἁγίων, βιώνοντας τόν Ὀρθόδοξο Ἠσυχασμό καί γενομένη θεωρητική διδάσκαλος αὐτοῦ, ὅπως γράφει στίς περίφημες Ὁμιλίες του στά Εἰσόδεια τῆς Θεοτόκου ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀλλ᾿ ὅμως δέν εἶναι θεά/ ἰσόθεος, ὅπως φρονοῦν οἱ παπικοί. Στή συνέχεια θά ἀναφερθοῦμε στόν ὅρο «Θεοτόκος», ὁ ὁποῖος εἰσάγει ἄμεσα στήν καρδιά τοῦ χριστολογικοῦ δόγματος καί θά ποῦμε, κάπως συνοπτικῶς, τά ἀκόλουθα.
ΘΕΟΤΟΚΟΣ, Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Ὅλοι γνωρίζουμε ὅτι ἡ Παναγία εἶναι Θεοτόκος καί ὄχι Χριστοτόκος, ὅπως κήρυττε ὁ αἱρεσιάρχης Νεστόριος. Στόν ὅρο «Θεοτόκος» συμπεριλαμβάνεται τό πραγματικόν τῆς Θείας Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου, τῆς κατά σάρκα γεννήσεως τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν Παρθένο καί τῆς ὑποστατικής ἑνώσεως τῶν δύο φύσεων στό πρόσωπο τοῦ Λόγου. Ὁ ὅρος «Θεοτόκος» συνοψίζει ἄριστα τήν ἑνότητα τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τό ὄνομα «Θεοτόκος», κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, «ἅπαν τό μυστήριον τῆς οἰκονομίας (Ἐνανθρωπήσεως) συνήστησι»17. Βεβαίως, τόν ὅρο «Θεοτόκος» συναντοῦμε πρίν τήν Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοοδο, σέ ἔργα θεολόγων καί ἐκκλησαστικῶν συγγραφέων, ὅπως λ.χ. τοῦ Ὠριγένη τόν Γ΄ αἰῶνα, ὅπως καί τοῦ μαθητοῦ του Γρηγορίου τοῦ Θαυματουργοῦ. Ὁ Ὠριγένης γράφει: «Τήν ἤδη μεμνηστευμένην γυναῖκα καλεῖ. Οὕτω καί ἐπί τοῦ Ἰωσήφ καί τῆς Θεοτόκου ἐλέχθη»18. Καί ὁ Γρηγόριος ὁ Θαυματουργός σημειώνει: «Θεοτόκον γάρ ποιήσας με πάλιν παρθένον διεφύλαξεν καί διά τῆς ἐμῆς γαστρός πασῶν γενεῶν ἀνακεφαλαιοῦται τό πλήρωμα»19. Στή συνέχεια, ὁ ὅρος «Θεοτόκος» ἐμφανίζεται τόν 4ο αἰώνα καί συγκεκριμένα σέ κείμενα Πατέρων καί ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων, ὅπως τοῦ Ἀλεξάνδρου Ἀλεξανδρείας, τοῦ Μ. Ἀθανασίου, τῶν Καππαδοκῶν Πατέρων κ.ἄ. Νά σημειωθεῖ ὅτι καί ἀπό αἱρετικούς χρησιμοποιήθηκε ὁ ὅρος «Θεοτόκος», ὅπως λ.χ. ἀπό τόν Ἄρειο καί τόν Ἀπολινάριο, ἀλλά ἡ ὀρθόδοξη χρήση τοῦ ὅρου βρίσκεται στούς Καππαδόκες, Μ. Βασίλειο, Γρηγόριο Θεολόγο, Γρηγόριο Νύσσης. Ἰδιαίτερο λόγο, ὅμως, περί τοῦ ὅρου «Θεοτόκος» καί τήν θεολογική σημασία καί σπουδαιότητα πού ἐνέχει, κάνει ἐκεῖνος ὁ Πατήρ ὁ ὁποῖος κατεξοχήν ἠγωνίσθη γιά τήν ἐπικράτηση τοῦ ὅρου αὐτοῦ στήν Ἐκκλησία καί εἶναι ὁ πρόεδρος τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (431 μ.Χ.), ἅγιος Κύριλλος, Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας, ἡ «σφραγίς τοῦ Πνεύματος», ὅπως ἔχει ἀποκληθεῖ20. Τό 428 μ.Χ. ξέσπασε τό λεγόμενο «οἰκουμενικόν σκάνδαλον» μέ τήν ἄρνηση τοῦ ὅρου «Θεοτόκος» ἀπό τόν Νεστόριο, καί τότε ὁ μεγάλος Πατήρ καί Διδάσκαλος, Κύριλλος, ἀπεδύθη σέ ἀγῶνες θεολογικούς, ἀφοῦ κατέδειξε θεολογικά καί τήν ἑνότητα τῶν δύο ἀσυγχύτων φύσεων καί τό ἑνιαῖο πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ21. Ἡ Παναγία γέννησε Θεόν καί ὄχι «ψιλόν» (=σκέτον) ἄνθρωπον. Γι᾿ αὐτό ὀνομάζεται Θεοτόκος καί ὄχι Χριστοτόκος, ὅπως τήν ἀποκαλοῦσε ὁ Νεστόριος. Βεβαίως, ὁ ὅρος «Χριστοτόκος» χρησιμοποιήθηκε καί ἀπό Πατέρες καί ἀπό τόν ἅγιο Κύριλλο, ἀλλά μέ ὀρθόδοξη ἑρμηνεία, ὅτι δηλαδή ἡ Θεοτόκος γέννησε τόν Ἰησοῦ Χριστό. Ἡ Ἐκκλησία ὅμως, τελικά καθιέρωσε τόν ὅρο «Θεοτόκος», γιά νά ἀντιπαρατεθεῖ στή Νεστοριανή κακοδοξία, πού οὐσιαστικά κατέλυε τό χριστολογικό μυστήριο.
ΠΑΡΘΕΝΟΣ, ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΣ
Ἡ Θεοτόκος λέγεται καί εἶναι Παρθένος καί Ἀειπάρθενος. Καί αὐτό εἶναι δόγμα τῆς Ἐκκλησίας μας, περί τήν Θεοτόκο, ὁποία εἶναι «πρό τόκου Παρθένος, ἐν τόκῳ Παρθένος καί μετά τόκον Παρθένος», ὅπως διδάσκει ἠ ὀρθόδοξη Θεολογία καί ὅπως ἀκοῦμε στήν Ὑμνογραφία. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός γράφει ὅτι ὁ Υἱός τῆς Παρθένου, ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, «ὥσπερ συλληφθείς παρθένον την συλλαβοῦσαν ἐτήρησε, οὕτω καί τεχθείς, τήν αὐτῆς παρθενίαν ἐφύλαξεν ἄτρωτον, μόνος διελθών δι᾿ αὐτῆς, καί κεκλεισμένην τηρήσας αὐτήν»22. Ὀρθά καί ἐπακριβῶς διατυπώνει τό δόγμα τῆς ἀειπαρθενίας τῆς Θεοτόκου ὁ καθηγητής Ἰω. Καρμίρης, ὑπογραμμίζοντας τις τρεῖς προθέσεις «πρό», «ἐν» καί μετά», οἱ ὁποίες δηλώνουν το μυστήριο τῆς ἀειπαρθενίας τῆς Παναγίας μας. «Ἡ Θεοτόκος εἶναι ἀειπάρθενος καί ἀείπαις, τ.ἔ. παρθένος πρό, ἐν καί μετά τόκον ἀφθόρως καί ἀφράστως καί ἀνερμηνεύτως τόν Χριστόν γεννήσασα»23. Ναί, εἶναι ὄντως θαῦμα, εἶναι ὑπέρλογο, εἶναι μυστήριο καί δέν ἑρμηνεύεται μέ τήν ἀνθρώπινη λογική!
Ὑπάρχει στήν Ὑμνογραφία ἕνα θεολογικώτατο μελώδημα, λεγόμενο «Κάθισμα», ποίημα Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, τό ὁποῖο παρουσιάζει αὐτήν ἀκριβῶς τήν πραγματικότητα τῆς Παρθενίας καί Ἀειπαρθενίας τῆς Θεοτόκου. Ὁ Γέρων Θεόκλητος Διονυσιάτης διηγεῖται ὅτι τοῦ συνιστοῦσε ἕνας πνευματικός του διδάσκαλος, ὁ ἱερομόναχος Ἀθανάσιος ὁ Ἰβηρίτης, νά μήν λησμονεῖ ποτέ νά λέγει αὐτό τό «Δεκαπάρθενον ἆσμα», προκειμένου νά εὐχαριστήσει τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, καί νά λαμβάνει τήν ἀρωγή καί μεσιτεία της. «Παρθένος ἀληθῶς, πρό τοῦ τόκου Παρθένε, Παρθένος ἀληθῶς ἐν τῷ τόκῳ Παρθένε, Παρθένος ἀειπάρθενος, μετά τόκον διέμεινας, καί Παρθένον σε ὁμολογοῦμεν Παρθένε, καί ἐλπίζομεν ἐν σοί Παρθένε σωθῆναι, Παρθένων τό καύχημα»24.
«ΠΡΟΕΚΛΕΛΕΓΜΕΝΗ». ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ, ΠΡΟΓΝΩΣΙΣ ΘΕΟΥ
Ἀναφορικά μέ τήν ἐκλογή «πρό πασῶν τῶν γενεῶν» τῆς Θεοτόκου Μαρίας καί τό ζήτημα τοῦ προορισμοῦ, τό ὁποῖο τίθεται, θά πρέπει νά ἐξετάσουμε πῶς ἑρμηνεύεται αὐτός προορισμός καί ἐκλογή τῆς Θεοτόκου ἀπό μέρους τοῦ Θεοῦ, πῶς, ἔπειτα, νοεῖται προορισμός ὅλων τῶν ἀνθρώπων στή σωτηρία τήν ἀπώλεια. Ἆράγε ὁ Θεός ἐκλέγει ἐπιλεκτικά, καί ἄλλους ἐκ τῶν ἀνθρώπων προορίζει νά σωθοῦν καί νά μετάσχουν τῶν αἰωνίων καί ἀφθάρτων ἀγαθῶν Του στή Βασιλεία Του καί ἄλλους προορίζει γιά τήν ἀπώλεια καί τήν αἰώνια Κόλαση; Κάνει, λοιπόν, διακρίσεις ὁ Δικαιότατος Θεός;
Τό ζήτημα αὐτό εἶναι βαθύ καί θεολογικό. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος σέ μία ἐπιστολή του λέει ὅτι ὁ Θεός, «οὕς προέγνω και προώρησε…οὕς δέ προώρησε,τούτους καί ἐκάλεσε∙ οὕς ἐκάλεσε τούτους καί ἐδικαίωσεν∙ οὕς δέ ἐδικαίωσε, τούτους και ἐδόξασε».25 Οἱ προωρισθέντες καί κληθέντες ὑπό τοῦ Θεοῦ, κατά τό ἀνωτέρω χωρίο, εἶναι «κατά πρόθεσιν κλητοί», εἶναι δηλαδή κλητοί καί προορισμένοι λόγῳ τῆς δικῆς τους προαιρέσεως τήν ὁποία γνωρίζει ὁ παντέφορος Ὀφθαλμός! Ὁ προορισμός στηρίζεται πάντοτε στήν πρόγνωση τοῦ Θεοῦ, χωρίς νά καταργεῖται ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεός προορίζει, ἐπειδή προγνωρίζει. Οἱ ἄνθρωποι «προωρίσμεθα κατά πρόγνωσιν»26. Γι᾿ αὐτό καί τονίζει ἕνας ἑρμηνευτής, ὁ Θεοδώρητος, ὅπως καί ἄλλοι πολλοί, ὅτι ὁ Θεός «οὐχ ἁπλῶς προώρισεν, ἀλλά προγνούς προώρισεν». Καί αὐτό σημαίνει ὅτι «προγινώσκει τους ἀξίους τῆς κλήσεως, εἶθ᾿ οὕτως προορίζει», ὅπως λέγει ἄλλος ἑρμηνευτής, ὁ Θεοφύλακτος, διότι «προτέρα ἡ πρόγνωσις, εἶτα ὁ προορισμός». Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, θά τονίσει ὅτι ὁ Κύριός μας «τούς διαφόρους περί ἡμᾶς τῆς Προνοίας τρόπους τοῖς ἡμῖν ἐγνωσμένοις πάθεσι διαπλάττει».27 Ὑπάρχει στήν Πατρολογία ἕνας ὡραίος διάλογος, σχετικά με την πρόγνωση, τόν προορισμο καί τό ἀνθρώπινο αὐτεξούσιο. Κάποτε, ρώτησε τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή ἕνας ἐπίσκοπος, ὀνόματι Θεοδόσιος: πῶς εἶσαι πάτερ; Καί ὁ Ἄγιος ἀπάντησε, «ὅπως πρόρισε ὁ Θεός πρό πάντων τῶν αἰώνων τήν πρόνοιά του γιά μένα, ἔτσι εἶμαι». Ὁ ἐπίσκοπος ἀπόρησε: «τί, λοιπόν, γιά τόν καθένα ἀπό μᾶς ἔχει προορίσει ὁ Θεός πρίν ἀπό τούς αἰῶνες»; Καί ὁ σοφώτατος θεολόγος ἀπάντησε: «σύμφωνα μέ ὅσα προγνωρίζει ὁ Θεός, ἔχει προορίσει». Πάλι ἐρωτᾶ ἀπορούμενος ὁ Θεοδόσιος: «Καί τί εἶναι τό <προγνώρισε καί προόρισε>»; Καί ὁ Ὁμολογητής Πατήρ ἐνημερώνει: Ἡ πρόγνωση ἔχει νά κάνει μέ τό αὐτεξούσιό μας, βάσει τοῦ ὁποίου ἐκδηλώνονται οἱ σκέψεις μας, τά λόγια μας καί τά ἔργα μας. Ὁ προορισμός ἔχει νά κάνει μέ αὐτά πού μᾶς συμβαίνουν στή ζωή αὐτή καί τά ὁποῖα δέν ἐξαρτῶνται ἀπό μᾶς. Ὁ θεοφόρος Μάξιμος, λοιπόν, ἐδῶ ὁμιλεῖ γιά τά «ἐφ᾿ ἡμῖν» καί γιά τά «οὐκ ἐφ᾿ ἡμῖν», δηλαδή γιά ὅσα ἐξαρτῶνται ἀπό μᾶς, ἀπό τή δική μας προαίρεση, καί γιά ὅσα δέν ἐξαρτῶνται ἀπό μᾶς. «Ἡ πρόγνωσις, τῶν ἐφ᾿ ἡμῖν ἐννοιῶν καί λόγων ἔργων ἐστίν· ὁ προορισμός δέ, τῶν οὐκ ἐφ᾿ ἡμῖν συμβαινόντων ἐστί»28.
Ἀργότερα, τόν ὄγδοο αἰῶνα ὁ πατήρ τῆς Δογματικῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, θά γράψει ὅτι ὁ Θεός «πάντα μέν προγινώσκει, οὐ πάντα δέ προορίζει∙ προγινώσκει γάρ καί τά ἐφ᾿ ἡμῖν, οὐ προορίζει δέ αὐτά».29 Γνωρίζει ὁ Θεός αὐτά τά ὁποῖα θα διαπράξουμε κατά τή χρήση τοῦ αὐτεξουσίου μας, ἀλλά δέν τά ἐμποδίζει. Δέν θέλει νά γίνεται ἡ ἁμαρτία, ἀλλά καί δέν ἐξαναγκάζει τήν ἀρετή. «Οὐ γάρ θέλει τήν κακίαν γενέσθαι, οὐδέ βιάζεται τήν ἀρετήν».30
Ὁ προορισμός, λοιπόν, δέν νοεῖται χωρίς τή λειτουργία τοῦ αὐτεξουσίου τοῦ ἀνθρώπου, τό ὁποῖο ἔλαβε ἀπό τόν Θεό εὐθύς ἀμέσως ἀπό τῆς δημιουργίας του. Πάντοτε ὁ προορισμός συνδέεται μέ τό αὐτεξούσιο, το ὁποῖο ποτέ δέν παραβιάζει ὁ Δημιουργός! Ὁ Ἰούδας λ.χ. μέ τή θέλησή του ἔγινε προδότης τοῦ Χριστοῦ, λόγῳ κακῆς χρήσεως τοῦ αὐτεξουσίου του, λόγῳ τῆς κακῆς του προαιρέσως∙ δέν ἀναγκάστηκε ἀπό κάποιον, οὔτε τόν προόρισε ὁ Θεός γιά τήν ἀπώλεια, ἀλλά βεβαίως τό προγνώριζε ὁ Θεός. «Οὐκ ἐπεί προώρισται παρέδωκεν, ἀλλ᾿ ἐπεί παρέδωκε προώρισται», σημειώνει ὁ ἱερός Χρυσόστομος. Ἡ πρόγνωση τοῦ Θεοῦ, δέν εἶναι προσδιοριστική τῆς πορείας τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς ἐξέλιξής του, οὔτε βουλητικά δεσμευτική, ὅπως δέν εἶναι προσδιοριστική καί δεσμευτική ἡ πρόγνωση τοῦ γιατροῦ γιά τήν καλή ἤ ἄσχημη ἐξέλιξη τῆς καταστάσεως τοῦ ἀσθενοῦς.
  καθηγητής . Θεοδώρου, συσχετίζοντας τόν προορισμό πρός τό θέμα τῆς συνεργίας τῆς χάριτος μέ τήν ἀνθρώπινη ἐλευθερία, δίνει μία πολύ καλή θεολογική ἑρμηνεία καί διασάφηση, τήν ὁποία παραθέτουμε: « ὀρθόδοξος θεολογία ἐξῆρεν ἀνέκαθε τήν σχετικήν τοῦ ἀνθρώπου ἐλευθερίαν, σύμμορφον οὗσαν πρός τάς ἀνθρωπολογικάς αὐτῆς ἀρχάς, καί τόν ἐπί τῆς διδασκαλίας ταύτης ἐρειδόμενον σχετικόν προορισμόν. Καθ᾿ ὅσον δηλαδή ὁ Θεός ἀπ᾿ αἰῶνος προβλέπει τήν ἐξέλιξιν τοῦ ἠθικοῦ βίου τῶν ἀνθρώπων, εὔδηλον, ὅτι ἀπ᾿ αἰῶνος ὥρισε τούς μέν εἰς σωτηρίαν, τούς δέ εἰς ἀπώλειαν». 31
Ὁ καθένας, λοιπόν, προορίζεται, ἀνάλογα μέ τή χρήση τοῦ αὐτεξουσίου του, ἤ πρός σωτηρία, ἤ πρός τήν ἀπώλεια, χωρίς νά ἐπεμβαίνει στή θέλησή του ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος ἁπλῶς γνωρίζει ὡς Παντογνώστης και Παντέλειος τά πάντα «πρό γεννέσεως αὐτῶν».
Θεολογικά τοποθετεῖ τά πράγματα περί τοῦ προορισμοῦ καί ἕνας ἀρχαῖος Ἀπολογητής τῆς Ἐκκλησίας μας καί μάρτυς, ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος, σέ κάποιο πολύ σπουδαῖο κείμενό του:
«Μαθόντες ἀπό τούς προφήτας, διακηρύσσομεν ὡς ἀληθές ὅτι αἵ τιμωρίαι, αἵ κολάσεις, αἵ ἀγαθαί ἀμοιβαί ἀποδίδονται εἰς ἕκαστον κατ᾿ ἀξίαν τῶν πράξεων του, ἐπειδή, ἄν δέν συμβαίνει τοῦτο, ἀλλ᾿ ὅσα γίνονται κατά τήν εἰμαρμένην, δέν ὑπάρχει καμμία αὐτεξουσιότης εἰς ἡμᾶς διότι ἐάν εἶναι προωρισμένον οὖτος νά εἶναι ἀγαθός καί ἐκεῖνος φαῦλος, οὔτε οὖτος εἶναι ἀποδεκτός οὔτε ἐκεῖνος ἀξιόμεμπτος. Καί πάλιν, ἐάν τό ἀνθρώπινον γένος δέν ἔχει δύναμιν νά ἀποφεύγει τά αἰσχρά καί νά προτιμᾷ τά καλά μέ ἐλευθέραν προαίρεσιν, εἶναι ἀνεύθυνον δι᾿ ὁποιεσδήποτε πράξεις. Ἀλλ᾿ ὅτι καί ἐπιτυγχάνει καί ἀποτυγχάνει μέ ἐλευθέραν προαίρεσιν, τό ἀποδεικνύομεν οὗτως. Βλέπομεν τόν ἴδιον ἄνθρωπον νά ἐπιδιώκει τά ἐναντία. Ἐάν δέ εἶναι προωρισμένον νά εἶναι ἤ φαῦλος ἤ σπουδαῖος, δέν θά ἦτο ποτέ δεκτικός τῶν ἐναντίον καί δέν θά μετέβαλε γνώμιν συχνάκις, οὔτε θά ἦσαν ἄλλοι μέν σπουδαῖοι, ἄλλοι δέ φαύλοι, ἐπειδή θά διεκηρύσσομεν τήν εἱμαρμένην ὡς αἰτίαν φαύλων καί ὡς πράττουσαν τά ἀντίθετα εἰς ἑαυτήν, ἤ ἐκεῖνο τό προειρημένον θά ἐφαίνετο νά εἶναι ἀληθές, ὅτι τίποτε δέν εἶναι ἀρετή οὐδέ κακία, ἀλλά νομίζονται ἀγαθά μόνον μέ τήν γνώμην, πρᾶγμα τό ὁποῖον, ὅπως δεικνύει ὁ ἀληθής λόγος, εἶναι ἀσέβεια καί ἀδικία. Ἀλλά θεωροῦμεν ὡς ἀπαραβίαστον εἱμαρμένην, τάς ἀξίας ἀνταμοιβάς διά τούς ἐκλέγοντας τά καλά, καί τάς ἀξίας τιμωρίας διά τούς ἐκλέγοντας τά ἀντίθετα. Διότι ὁ Θεός δέν ἔπλασε τόν ἄνθρωπον, ὅπως τά ἄλλα ζῶα τά ὁποῖα δέν δύνανται νά πράξουν τίποτε κατά προαίρεσιν διότι δέν θά ἦτο ἄξιος ἀμοιβῆς ἤ ἐπαίνου, ἐφ᾿ ὅσον δέν θά ἐξέλεγε μόνος του τό ἀγαθόν, ἀλλ᾿ ἔγινεν ἀγαθός, οὔτε, ἐάν ἦτο κακός, θά εὕρισκε δικαίως τιμωρίαν, ἀφοῦ δέν ἦτο ἀφ᾿ ἑαυτοῦ τοιούτος, ἀλλά δέν ἠδύνατο νά εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό ὅτι ἔγινεν».32
Αὐτή τήν ὀρθόδοξη περί προορισμοῦ διδασκαλία, τή συναντοῦμε καί μέσα στήν ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπου φαίνεται ὅτι Θεός προορίζει τούς Ἁγίους στήν κατά χάριν θέωση καί ὁμοίωση μαζί Του, σύμφωνα μέ τή δική τους προαίρεση, τήν ὁποία Ἐκεῖνος γνωρίζει, ὄχι ἁπλῶς πρίν ἀπό τή γέννησή τους, ἀλλά ἀπό καταβολῆς κόσμου. Στόν ἐσπερινό λ.χ. τῆς ἑορτῆς τοῦ Προφήτου Ἱερεμίου (Μηναῖο Μαΐου, α΄) ἀναφέρονται τά ἑξῆς: «Κύριε, σύ πρό τοῦ πλασθῆναι προέγνως Ἱερεμίαν τόν ἔνδοξον, καί πρό τοῦ τό τεχθῆναι ἐκ μήτρας, ὑποφήτην καθηγίασας, ὡς προειδώς ἀληθῶς, τῆς γνώμης τό ἐλεύθερον». Ἀνάλογες φράσεις ὑπάρχουν καί στήν ἀκολουθία τοῦ Ὁσίου Σάββα τοῦ Ἠγιασμένου καί σέ ἄλλους Ἁγίους. Αὐτά φρονεῖ περί τοῦ προορισμοῦ ἡ Ὀρθόδοξη, Ἀνατολική Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
Ἀντίθετα, στή Δύση, ἰσχύει ὁ λεγόμενος «ἀπόλυτος προορισμός», πού δογματοποιήθηκε ὡς διδασκαλία καί ἐκφράστηκε ἀπό τούς Παπικούς θεολόγους (Θωμᾶ Ἀκινᾶτη κ.ἄ.) καί ἀπό τούς Προτεστάντες Λούθηρο καί Καλβίνο. Σύμφωνα μέ τή θεωρία αὐτή, κάποιοι ἐκ ταῶν ἀνθρώπων εἶναι προορισμένοι γιά τήν αἰώνια ζωή καί κάποιοι ἄλλοι γιά τήν ἀπώλεια, κατά τήν κρίση τοῦ Θεοῦ, ἀνεξάρτητα ἀπό τή δική τους ἀξία ἤ ἀπαξία. Ὁ ἀπόλυτος προορισμός, δέχεται πώς ἡ ἀνθρώπινη ἐλευθερία εἶναι προορισμένη νά ἐπιτελέσει τό ἀγαθό καί ὅπως ο σκηνοθέτης ρυθμίζει την πορεία ἑνός ἔργου καί τήν ἐκτελοῦν ἐλεύθερα τά πρόσωπα πού μετέχουν σ᾿ αὐτό, ἔτσι καί ὁ Θεός, ἀφοῦ προόρισε τους μέν γιά τή σωτηρία καί τούς δέ γιά τήν ἀπώλεια, ἔβαλε στήν ἱστορία, στό θέατρο τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, τόν καθένα νά παίξει τό ρόλο του. Ἀπουσιάζει βεβαίως ἡ ἄσκηση κατά τῶν πειρασμῶν, ὁ δέ Διάβολος θεωρεῖται τιμωρό ὄργανο τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος προσέβαλε τή δικαιϊκή τάξη τοῦ Θεοῦ. Μέ τήν θεωρία τοῦ Ἀνσέλμου «περί ἱκανοποιήσεως τῆς θείας δικαιοσύνης», ὁ ἀπόλυτος προορισμός τῶν δυτικῶν βρῆκε τήν πιό καλή βάση καί τεκμηρίωση. Μέ τήν ἱκανοποίηση δηλαδή ἔληξε τό δράμα τῆς σωτηρίας.  Ὅλη ἡ ὑπόθεση τακτοποιήθηκε ἀπό το ἄπειρο θῦμα πού «πλήρωσε» τόν Θεό Πατέρα καί ἐντεῦθεν οἱ ἄνθρωποι κατά προορισμό μποροῦν νά μετέχουν στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὅπως κατανοοῦμε, αὐτά εἶναι πλάνες καί κακοδοξίες τίς ὁποῖες ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀπορρίπτει διαρρήδην.
Ἡ Θεοτόκος, λοιπόν, ὑπῆρξε προορισμένη κατά τήν δική της προαίρεση. Καί ἐπετέλεσε τό μεγάλο ἔργο γιά τό ὁποῖο ἐπροορίσθη. Ἔγινε Μήτηρ τοῦ πάντων Θεοῦ φυσική καί Μητέρα πνευματική πάντων τῶν Χριστιανῶν.
Δικαίως, λοιπόν, ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι τήν τιμοῦμε. Δικαίως «ὁμολογοῦμε τήν χάριν, κηρύσσομεν τήν εὐεργεσίαν» καί μέ υἱική ἀγάπη ἀπευθυνόμαστε πρός αὐτήν, γνωρίζοντας ὅτι ἡ στάση μας καί ὁ βαθμός ἀγάπης, τιμῆς καί εὐχαριστίας πρός τήν Παναγία, δίδουν τό μέτρο τῆς Ὀρθοδοξίας καί πνευματικότητός μας.
Θά κλείσουμε μέ τά λόγια τοῦ βαθυνούστατου θεοτοκόφιλου Πατρός, ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο: «Ἐσένα Θεοτόκε οἱ τῶν θείων Γραφῶν ἔμπειροι, ἀποκαλοῦσιν ἀκροστιχίδα πάντων τῶν Προφητῶν· πίνακα τῶν δύο διαθηκῶν· ὑπόθεσιν τῶν Ἀποστόλων· ὕλην τῶν Πατέρων καί Διδασκάλων· στερέωμα τῶν Μαρτύρων· παρηγορίαν τῶν Ὁσίων· τῆς νοερᾶς Προσευχῆς διδάσκαλον, τῆς ταπεινώσεως εἰσηγήτριαν, τῆς ἀγάπης τῆς διπλῆς παράδειγμα ἔμψυχον, ἴνδαλμα παρόμοιον τῆς ἀρχικῆς ὡραιότητος· θαῦμα τῶν Ἀγγέλων, ἄγαλμα τῆς φύσεως...Θεοῦ μίμημα, φανέρωσιν τῶν τῆς θείας ἀκαταληψίας βυθῶν· ἐργαστήριον τῆς ἑνώσεως συνελθουσῶν ἐπι Χριστοῦ φύσεων· καί διά νά εἰπῶ τό τελευταῖον καί ἔσχατον, ἐσένα Θεοτόκε οἱ θεολόγοι ὀνομάζουσι Μεθόριον Κτίστου καί κτίσεως, τιμιωτέραν ταῶν Χερουβίμ, ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, θεόν μετά Θεόν, καί τῆς ἁγίας Τριάδος τά δευτέρεια ἔχουσαν»33.
1 Ἐγκώμιον εἰς τήν Ἁγίαν Θεοτόκον, Ἁγίου Ἐπιφανίου Κύπρου, MPG. 43, 493 A/B.
2 Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Λόγος Β΄, MPG. 96, 729 Α.
3ΕΠΕ, 11, 308.
4Ὄρθρος Ἑορτῆς Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, Κανόνας, Θ΄ Ὠδή.
5 Γερμανοῦ Κωνσταντινουπόλεως, Εἰς τόν Εὐαγγελισμόν τῆς Θεοτόκου, MPG. 98, 329 C.
6 Γερμανοῦ Κωνσταντινουπόλεως, Εἰς τήν εἴσοδον τῆς Θεοτόκου, MPG. 301 A.
7 Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ὁμιλία 4, MPG. 77, 992 C.
8 Ἁγίου Ἐπιφανίου Κύπρου, Κατά αἱρέσεων, MPG. 42, 737 Α.
9 Τό δόγμα περί τῆς ἀσπίλου συλλήψεως ἐξήγγειλε Πάπας Πῖος Θ΄ τόν Δεκέμβριο τοῦ 1854, μέ τή Βούλλα «Ineffabilis Deus». Βλ. Μ. Φαράντου, θέσις και σημασία τῆς Θεοτόκου εἰς τήν πίστιν καί εἰς τήν ζωήν, Δογματικά καί ἠθικά Ι, Ἀθῆνα 1983, σελ. 268.
10Ρω. 5, 12 καί ἑξ.
11 MPG. 90, 405 CD.
12ὅπου π. MPG. 90, 405 CD.
13 Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, MPG. 94, 985 B.
14 Βλ. Λόσκι, Κατ᾿ εἰκόνα καί καθ᾿ ὁμοίωσιν, σελ. 201, Χρ. Σταμούλη, Θεοτόκος καί ὀρθόδοξο δόγμα, σελ. 52.
15ὅπου π.
16Κατά Νεστορίου, MPG. 76, 57 ΑΒ.
17Ἔκδοσις, 3, 12, MPG. 94, 1029 C.
18 MPG. 12, 813 C. Βλ. Χρυσοστόμου Σταμούλη, Θεοτόκος καί ὀρθόδοξο δόγμα, ἐκδ. «Τό Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 153.
19 Λόγος εἰς τόν Εὐαγγελισμόν τῆς Παναγἰας Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου τῆς Μαρίας, MPG. 10, 1168 A-1169 C, ὄπου π. Χρ. Σταμούλη, Θεοτόκος καί ὀρθόδοξο δόγμα, σελ. 153.
20 ἅγιος Ἀναστάσιος Σιναΐτης ἀποκαλεῖ τόν Κύριλλο «σφραγίδα τῶν Πατέρων». Βλ. Π. Χρήστου, Ἐκκλησιαστική Γραμματολογία, Β΄, σελ. 233.
21Στ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Γ΄, σελ. 470.
22Ἔκδοσις…MPG. 1160 AB.
23 Ἰω. Καρμίρη, Σύνοψις τῆς δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, Αθῆναι 1957, σελ. 50.
24 Βλ. Μοναχοῦ Θεοκλήτου Διονυσιάτου, ἱερομόναχος Ἀθανάσιος Ἰβηρίτης, ὁ θερμός λάτρης τῆς Πορταΐτισσας (1885-1973), ἐκδ. Σπηλιώτη, χ.χ., σελ. 43.
25 Ρωμ. 8, 28-30.
26Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, MPG.70, 832 C.
27 ΜPG. 90, 269 D.
28 MPG. 90, 137 B.
29 Βλ. Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ἐκδ. Πουρναρᾶ, σελ. 202.
30 ὅπου π.
31 Βλ. Ἀ. Θεοδώρου, Ἡ οὐσία τῆς Ὀρθοδοξίας, Α΄’εκδ. σελ. 85, Β΄εκδ. σελ. 119.
32 Ἰουστῖνος, Ἀπολογία Α΄, 43:1.
33 Πρβλ. Μοναχοῦ Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Μαρία ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἐκδ. Ὁ Ἄθωνας, Ἅγιον Ὄρος 1988, σελ. 274-275.