Loading...

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

Ὀλίγα τινα διά τήν ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΙΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ + Ὠρωπού Κυπριανοῦ


1. ῾Η ῾Ιερὰ Παράδοσις τῆς Ἁγιωτάτης᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας μας ἀνέκαθεν δὲν προέβαινεν εἰς ἐπίσημον τινὰ᾿Εκκλησιαστικὴν Πρᾶξιν διὰ τὴν Ἀναγνώρισιν τῶν ῾Αγίων.

2. ῾Η Κοινὴ Συνείδησις τοῦ εὐσεβοῦς Λαοῦ εἰς τοπικὸν κατ᾿ἀρχὴν ἐπίπεδον (Μονῆς ᾿Ενορίας χωρίου, πόλεως ἐπαρχίας Τοπικῆς᾿Εκκλησίας, ἀμέσως αὐθορμήτως καὶ ὁμοφώνως ἀπέδιδε τιμὰς διὰ Εἰκόνων, Ἀκολουθιῶν καὶ Πανηγύρεων εἰς ἐκεῖνον τὸν κοιμηθέντα Χριστιανόν, τοῦ ὁποίου ἐγνώριζε τὴν ἁγίαν βιοτήν, τὸ χάρισμα τῆς παρρησίας αὐτοῦ πρὸς τὸν Θεόν, ὡς καὶ τὰ θαύματα ἢ τὰς θεοσημίας μέσῳ τῶν πρεσβειῶν αὐτοῦ διὰ τῶν ὁποίων ἀνεδεικνύετο προστάτης εὐεργέτης καὶ παραμυθία τῶν πιστῶν.

3. Αὕτη ἡ ἄμεσος Ἀναγνώρισις καὶ ἡ ἄνευ ἰδαιτέρων διαδικασιῶν τοπικὴ βίωσις τῆς ἁγιότητος Χριστιανοῦ τινος ἐξηπλοῦτο σὺν τῷ χρόνῳ ὀλίγον κατ᾿ὀλίγον καὶ ἐγένετο καθολικὸν βίωμα τῆς᾿Εκκλησίας

4. ῾Η αὐθόρμητος τιμὴ πρὸς τοὺς Ἁγίους εἰς τοπικὸν ἐπίπεδον, κυρίως μέχρι τῆς Ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐγένετο ἄνευ ἐπεμβάσεως τῆς ᾿Εκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς· ὁσάκις δὲ ἡ Ἀρχὴ ἐπενέβαινε, πάντως σπανιώτατα, ἡ πρᾶξις αὕτη εἶχε χαρακτῆρα διαπιστωτικὸν καὶ ἐξαγγελτικόν.

5. Δηλαδή ἡ῾Ιερὰ Σύνοδος δὲν ἐπενέβαινε διὰ νὰ ἐγκρίνῃ ἢ ἀπορρίψῃ τὴν τιμὴν τοῦ Ἁγίου, ἀλλ᾿ἐπενέβαινε προκειμένου νὰ διαπιστώσῃ τὸ ἤδη ὑπάρχον καὶ ἰσχῦον, ἤτοι τὴν τοπικὴν βίωσιν τῆςἁγιότητος (Διαπίστωσις), νὰ διακηρύξῃ ἐξαγγείλῃ τοῦτο πανηγυρικῶς (Διακήρυξις) καὶ νὰ ἐγγράψῃ τὸ ὄνομα Αὐτοῦ εἰς τοὺς καταλόγους τῶν Ἁγίων (᾿Εγγραφὴ εἰς τὸ ῾Εορτολόγιον), πρὸς ἐνημέρωσιν τῆς Καθολικῆς ᾿Εκκλησίας καὶ διεύρυνσιν τοῦ Ἑορτασμοῦ (καθολικὴ βίωσις).

6. ῾Η ἀνέκαθεν ἰσχύουσα αὕτη ῾Ιερὰ Παράδοσις μαρτυρεῖ ἀφ᾿ἑαυτῆς ὅτι ὁ δισταγμὸς ἢ ἡ παρεμπόδισις τῆς ἀμέσου καὶ αὐθορμήτου ἀποδόσεως τιμῶν εἰς τοὺς ἀναδεικνυομένους ὑπὸ τοῦ Θεοῦ Ἁγίους μέχρις ὅτου ἐπιτραπεῖ τοῦτο ὑπὸ τῆς ᾿Εκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς δὲν εἶναι ὀρθὴ πρᾶξις ἀποτελεῖ δὲ ἀναμφισβητήτως νεωτερισμόν, ἐξ ἐπιδράσεως μάλιστα (ἀσυνειδήτως καὶ ἐμμέσως ἀλλοτρίας ἤτοι ἐκ τοῦ Παπισμοῦ ἡ ὁποία δυστυχῶς ἦτο καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι, εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ θέματος  αὐτοῦ καὶ ἰδιαιτέρως ἐπὶ τοῦ «Τυπικοῦ» ἢ τῆς «᾿Ακολουθίας» τῆς Διακηρύξεως, ἐντονωτάτη ἰδίως εἰς τὴν Ρωσικὴν ᾿Εκκλησίαν.

7. Βάσει τῆς νεωτέρας αὐτῆς πράξεως, ἡ βαρύτης διὰ τὴν τιμὴν ἑνὸς Ἁγίου πίπτει περισσότερον ἢ καὶ ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ πορίσματα τῶν ἐρευνῶν μιᾶς᾿Επιτροπῆς τὸ δὲ ἀποφασιστικὸν κριτήριον ἀποτελεῖ ὁ ἐξονυχιστικὸς ἔλεγχος τοῦ βίου τοῦ῾Αγίου καὶ ὄχι ἡ Κοινὴ Συνείδησις τοῦ εὐσεβοῦς Λαοῦ ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἀποκλειστικὴν δυνατότητα τῆς ἀμέσου ᾿Αναγνωρίσεως τοῦ Ἁγίου, ὡς καὶ τῆς διατηρήσεως διὰ μέσου τῶν αἰώνων ζώσης τῆς τιμῆς Αὐτοῦ.

8. Ἐν κατακλεῖδι καὶ πρὸς ὁλοκλήρωσιν τῆς περιληπτικῆς αὐτῆς θεωρήσεως τοῦ θέματος τῆς᾿Αναγνωρίσεως τῶν Ἁγίων, θὰ πρέπει νὰ ἐπισημανθοῦν καὶ τὰ ἑξῆς πρὸς ἀποφυγὴν τῆς ἐπικινδύνου τακτικῆς τῆς ἀναφερθείσης νεωτέρας πράξεως.

α. Εἰς τοὺς κόλπους τῆς ᾿Εκκλησίας ἔζησαν πρόσωπα πλουτισμένα μὲ τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν ἐτίμησεν ὁ εὐσεβὴς Λαὸς ὡς Ἅγια, οὔτε ἡ᾿Εκκλησία προέβαλεν ὡς τοιαῦτα, ἄν καὶ ἡ συνείδησις Αὐτῆς ἀνεγνώριζεν ἀνέκαθεν αὐτὰ ὡς δ ιακεκριμένα μέλη Της.

β. ᾿Εκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀποφασίζει, ποῖος ἀπὸ τὰ διακεκριμένα καὶ ἀναμφισβητήτως σεσωσμένα μέλη τῆς ᾿Εκκλησίας θὰ τιμηθῇ ὡς Ἅγιος εἶναι μόνον ὁ Θεός· ᾿Εκεῖνος θὰ πλουτίσῃ τὸν Ἅγιον μὲ τὸ χάρισμα τῆς παρρησίας καὶ τῶν θαυμάτων μετὰ τὴν κοίμησιν αὐτοῦ ἀναδεικνύων τοιουτοτρόπως τὸν δοῦλον Αὐτοῦ κατὰ ἕνα ἐξαιρετικὰ ἰδιαίτερον τρόπον προστάτην, εὐεργέτην καὶ παραμυθίαν τοῦ Λαοῦ Του.

γ. ῾Η ἀπολύτως αἰτιώδης σχέσις τοῦ ἐξαιρετικοῦ χαρίσματος τῆς παρρησίας καὶ τῆς θαυματουργίας μετὰ θάνατον ἀποτελοῦν τὰ μοναδικὰ καὶ ἰδιαίτερα γνωρίσματα τοῦ Ἁγίου, τὰ ὁποῖα διακρίνουν Αὐτὸν ἀπὸ τὰ λοιπὰ διακεκριμένα μέλη τῆς ᾿Εκκλησίας.

δ. Τυχὸν ἄγνοια ἢ παραθεώρησις τῶν οὐσιωδῶν αὐτῶν γνωρισμάτων τοῦ Ἁγίου, ὁδηγεῖ εἰς παρεκτιμήσεις καὶ ὑπερβάσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν νοθείαν τοῦ᾿Ορθοδόξου ᾿ΕκκλησιαστικοῦἙορτολογίου.

9. Ὡς ἐκ περισσοῦ διευκρινίζεται ὅτι ὁ ἀνωτέρω λόγος περὶ τῶν γνωρισμάτων τοῦ Ἁγίου, δὲν ἀφορᾶ τοὺς Μάρτυρας καὶ Ὁμολογητὰς τῆς Πίστεως ὡς καὶ τοὺς Θεολόγους καὶ Πατέρας τῆς ᾿Εκκλησίας διότι σαφῶς αὐτοὶ οἱ Ἅγιοι μόνον μὲ τὰ ἐξαιρετικὰ χαρίσματα τοῦ Μαρτυρίου καὶ τῆς Ὁμολογίας καὶ τῆς Θεολογίας εἰς λίαν κρισίμους στιγμὰς ἀφ᾿ἑνὸς ἔδωσαν τὴν καλὴν μαρτυρίαν καὶ ἀφ᾿ἑτέρου ἀπέτρεψαν τὴν νοθείαν τῆς σωτηριώδους Ἀληθείας καὶ ἀνεδείχθησαν Πατέρες καὶ Οἰκουμενικοὶ Διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας.

Βιβλιογραφία

α. Παντελεήμονος Β. Πάσχου, Ἅγιοι - Οἱ Φίλοι τοῦ Θεοῦ - Εἰσαγωγὴ στὴν Ἁγιολογία τῆς᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, σελ. 121-166, ᾿Εκδόσεις Ἁρμός, Ἀθήνα 1997.

β. Στυλιανοῦ Γ. Παπαδοπούλου, Διαπίστωση καὶ Διακήρυξη τῆς Ἁγιότητας τῶν Ἁγίων, ᾿Εκδόσεις Τέρτιος, Κατερίνη 1990.

γ. Δημητρίου Γ. Τσάμη, Ἁγιολογία, σελ. 58-65, ᾿Εκδόσεις Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1985.

 


 
 
 
 
 
 
 

 
 
 
 

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

Βιβλιοπαρουσίασις τοῦ Κανόνος πρός τό ΑΓΙΟΝ ΠΝΕΥΜΑ, + Ἔτνα Χρυσοστόμου

Εισαγωγικά.
        Ὁ Σεβ. Μητροπ. Ἔτνα κ. Χρυσόστομος, μᾶς ἔκανε τήν τιμή μι[ςς πολύ καλῆς βιβλιοκρισίας στήν ἀγγλική, ἡ ὁποία πρόκειται νά δημοσιευθεί στό ἑπόμενο τεύχος τοῦ Περιοδικοῦ του (Ὀρθόδοξος Παράδοσις/Orthodox Tradition). Πρόκειται γιά ἔντυπο ὑψηλοῦ ἐπιστημονικοῦ ἐπιπέδου, μεγάλης κυκλοφορίας (ἔντυπης καί ἡλεκτρονικῆς μορφῆς), μεταξύ τῶν ἐκκλησιαστικῶν καί ἀκαδημαϊκῶν κύκλων στίς ΗΠΑ.
         Ὁ Σεβ. Μητροπ. ῎Ετνα κ. Χρυσόστομος (κατὰ κόσμον Ἰωάννης Γκονζάλεζ δε Ἰτουρριάγα - Ἀλεξόπουλος), ἐγεννήθη εἰς Καλιφόρνιαν τῶν Η.Π.Α. ἐν ἔτει 1943. Είναι πτυχιούχος ῾Ιστορίας, ᾿Ορθοδόξων Σπουδῶν καί Ψυχολογίας ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Καλιφορνίας, τοῦ «Κέντρου ᾿Ορθοδόξων Παραδοσιακών Σπουδών» καί τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Πρίνστον, ὅπου καί συνεπλήρωσε τήν Διδακτορικήν αὐτοῦ Διατριβήν. ῎Εχει διδάξει εἰς τά Πανεπιστήμια τῆς Καλιφορνίας καί τοῦ Ἄσλαντ, εἰς τό Θεολογικόν Σεμινάριον τοῦ Ἄσλαντ καί εἰς τό Θεολογικόν ᾿Ινστιτούτον τῆς Οὐψάλης Σουηδίας, διετέλεσε δέ εἰδικός ἐρευνητής εἰς τήν Θεολογικήν Σχολήν τοῦ Χάρβαρντ, εἰς τό Πανεπιστήμιον τῆς ᾿Οξφόρδης καί εἰς τό Πανεπιστήμιον τῆς Οὐάσινγκτων.
         ᾿Επίσης, ἔχει διδάξει ὡς Ἐπισκέπτης Καθηγητής εἰς τά Πανεπιστήμια Βουκουρεστίου καί ᾿Ιασίου Ρουμανίας. Κατά τά ἔτη 2002-2003 διετέλεσε Διευθυντής τοῦ ῾Ιδρύματος Φούλμπραϊτ τῆς Πρεσβείας τῶν Η.Π.Α. εἰς τό Βουκουρέστιον Ρουμανίας. Εἶναι ἱδρυτής τῆς ῾Ιερᾶς Μονῆς τοῦ ῾Αγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ εἰς ῎Ετνα Καλιφορνίας καί ἔχει γράψει ἀρκετά βιβλία καί ἄρθρα εἰς περιοδικά τῆς ἀλλοδαπῆς, εἶναι δέ ἐπί τοῦ παρόντος ᾿Ερευνητικός Προιστάμενος εἰς τό «Κέντρον Παραδοσιακών ᾿Ορθοδόξων Σπουδῶν» τῆς ῎Ετνα.
page0001
page0002


Ελεύθερη απόδοση του κειμένου
        Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ, «Κανών Παρακλητικός εἰς τό Θεῖον καί Προσκυνούμενον, Πανάγιον καί Παράκλητον Πνεῦμα», Ἀθήνα, Ἐκδόσεις ΣΤΑΜΟΥΛΗ, 2014.
         Τό βιβλίο περιέχει τήν ἑλληνική μετάφραση τοῦ θαυμασίου Κανόνος πρός τό Ἅγιο Πνεῦμα, τόν ὁποῖο ἔγραψε  ὁ  ἅγ. Μάξιμος ὁ Γραικός (1470 ἤ  1475, + 1556), τό μοναδικό παρόμοιο κείμενο στήν Ἐκκλησιαστική Ὑμνογραφία. Εἶναι μετάφραση στήν ἐκκλησιαστική Ἑλληνική γλῶσσα ἀπό τό νεοελληνικό κείμενο, βασισμένη στό Σλαβωνικό πρωτότυπο, ἀπό τόν εἰδικό στήν Πατερική Θεολογία  Ἀντώνιο Μάρκου, τοῦ Κέντρου Ἁγιολογικῶν Μελετῶν «Ὅσιος Συμεών ὁ Μεταφραστής», καί  τοῦ  ὁποίου ἐπιστημονικές μονογραφίες ἔχουν ἐκδοθεῖ στήν ἀγγλική γλῶσσα  ἀπό τό Κέντρο Παραδοσιακῶν Ὀρθοδόξων Σπουδῶν. Ἡ μετάφραση, μέ εἰσαγωγή  τοῦ  μεταφραστή, ἔχει ἀποδοθεῖ  σέ ὡραιότατα ἑλληνικά.
        Τό βιβλίο, πέραν τοῦ ὅτι εἶναι μία ἐνδιαφέρουσα συνεισφορά στήν Ἐκκλησιαστική Ὑμνογραφία, εἶναι ἕνα ἀριστούργημα  τῆς  ἑλληνικῆς  ἐκκλησιαστικῆς  ποιήσεως.
        Ὁ ἅγ. Μάξιμος γεννήθηκε στήν Ἄρτα, σέ ευγενή Βυζαντινή οἰκογένεια. Σπούδασε σέ διάφορα διακεκριμένα Πανεπιστήμια τῆς Δύσεως, ὅπου ἡ  πολυμάθειά του ἀναγνωρίσθηκε καί ἐπαινέθηκε εὐρέως (λέγεται, ὅτι ἔγραψε πλέον τῶν 300 βιβλίων). Γιά κάποιο διάστημα μπῆκε σέ μία Καρθουσιανή μοναστική κοινότητα (ἤ στόν Δομινικανικό Οἶκο τοῦ ἁγ. Μάρκου στή Φλωρεντία, σύμφωνα μέ ἄλλες πηγές). Ἐπιστρέφοντας στήν Ἀνατολή, στίς ἀρχές τοῦ 16ου αἰ., ἔγινε μοναχός στήν Ἀθωνική Μονή Βατοπεδίου, ὅπου πῆρε τό ὄνομα Μάξιμος καί δέχθηκε τήν Ἡσυχαστική παράδοση τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Μετά  ἀπό  διαμονή δέκα ἐτῶν στή Μονή Βατοπεδίου, ἐστάλη  ἀπό  τό  Οἰκουμενικό Πατιαρχεῖο στή  Μόσχα, μέ  σκοπό νά βοηθήσει στήν μετάφραση τῶν Λειτουργικῶν βιβλίων. Στή Ρωσία  ἄσκησε κριτική στήν ἠθική κατάπτωση  τας  κοινωνίας  καί  τῆς  Ἐκκλησίας, μέ  ἀποτέλεσμα νά φυλακισθεῖ, κατηγορούμενος γιά αἵρεση, σέ  δύο μοναστήρια, κάτω ἀπό πολύ ἄσχημες συνθήκες, γιά διάστημα 26  ἐτῶν! Τελικά τό  1551  ἀπελευθερώθηκε, μέ κλονισμένη ὑγεία, καί στάλθηκε  στή Λαύρα  τῆς  Ἁγίας  Τριάδος – ἁγ. Σεργίου, ὅπου πέρασε τά τελευταῖα του χρόνια. Ἡ  ἁγιότητά  του διακηρύχθηκε  ἀπό τό  Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο  καί  τήν Ρωσική Ἐκκλησία  καί  συχνά  ἀποκαλεῖται «Νέος Φωτιστής  τῆς Ρωσικῆς  Γῆς». Τιμᾶται  τήν  21η Ἰανουαρίου.
         Ἀτυχῶς ὁ ἅγ. Μάξιμος ὁ Γραικός δέν εἶναι εὐρέως γνωστός στήν Ἑλλάδα. Ὡς ἐκ τούτου  αὐτό τό ἔργο, ὄμορφα τυπωμένο καί διακοσμημένο μέ εὐάριθμες εἰκόνες, συντελεῖ στή γνώση τοῦ Ἁγίου  καί τοῦ ἔργου του στή γενέτειρά του. Γιά τόν σκοπό αὐτό ὁ τόμος περιέχει ἕνα πολύ ἀκριβές καί διαφωτιστικό Εἰσαγωγικό Σημείωμα  τοῦ Βλασίου Σαββίδη, Ὁμοτίμου Καθηγητοῦ τοῦ Πολιτειακοῦ Πανεπιστημίου τῆς Καλλιφόρνια, τό  ὁποῖο  περιέχει ἕναν ἐκτεταμένο Βίο τοῦ ἁγ. Μαξίμου καί σχόλια στόν ἴδιο τόν Κανόνα.
         Δύο δημοφιλεῖς Ἕλληνες συγγραφεῖς, ὁ Πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Ἀθανασίου, Χημικός  καί Κληρικός τῆς ἐπισήμου  Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς  Ἑλλάδος, καί ἡ σύζυγός του Πρεσβυτέρα Χαρούλα Τσουλιάη, Φιλόλογος, ἐμπνεύσθηκαν, συνέθεσαν καί ἐξέδωσαν αὐτό τόν τόμο. Ὁ π. Δημήτριος συνεισέφερε (στήν ἔκδοση), ἕνα ἐξαιρετικό τμῆμα τοῦ βιβλίου, τό ὁποῖο περιέχει ἱστορικές, φιλολογικές  καί θεολογικές ἐκτιμήσεις τοῦ Κανόνος, ὅπως ἐπίσης  καί  ἕνα συγκινητικό ἐγκώμιο στόν ἅγ. Μάξιμο, βασισμένο σέ κείμενα τοῦ Γέροντος Ἰωσήφ τοῦ Βατοπεδινοῦ, ὁ  ὁποῖος θεωροῦσε τόν Ἅγιο – ὅπως  ὁ  π. Δημήτριος τονίζει  μέ  ἔμφαση, ἐναντιούμενος στούς ἀστήρικτους, ἀλλά  συχνούς ἰσχυρισμούς, ὅτι ὁ Ἅγιος ἦταν φορέας τοῦ Δυτικοῦ Οὐμανισμοῦ στή Ρωσική Ἀνατολή –  ἕναν Ἀπόστολο τοῦ  Ἁγίου Ὄρους  καί  τῶν  ἡσυχαστικῶν του παραδόσεων, τίς  ὁποίες κληροδότησε  στή Ρωσική γῆ.
            Κατά τόν Γέροντα Ἰωσήφ,  ὁ ἅγ. Μάξιμος ἦταν – μεταξύ ἄλλων – ἕνας ἀσκητής Μάρτυρας, ἕνας φωτισμένος διδάσκαλος τῆς Ὀρθοδοξίας, ἕνας κάτοχος τῆς ὑπομονῆς  καί  τῆς  ταπεινώσεως, ἕνας ἄνθρωπος τῆς ἀγάπης  καί  τῆς  συγχωρήσεως, στολισμένος  καί μέ  ἀναρίθμητες ἄλλες  ἀρετές.
Τό βιβλίο κλείνει μέ δύο παραρτήματα.
         Τό πρῶτο περιλαμβάνει Τροπάρια πρός τιμήν τοῦ ἁγ. Μαξίμου, τά ὁποῖα συντέθηκαν  ἀπό  τόν  Ἀντ. Μάρκου  καί μελοποιήθηκαν  σύμφωνα  μέ  τήν  Βυζαντινή  Μουσική,  ἀπό  τόν  Πρωτοψάλτη Γεώργιο Χρονόπουλο.
          Τό δεύτερο εἶναι ἕνας εὐφράδης ποιητικός Ἀκάθιστος (Χαιρετισμοί) τοῦ Ἀντ. Μάρκου, πού ἔχει συντεθεῖ σέ ὑψηλή πνευματικά καί ζωογόνο γλῶσσα, ἡ ὁποία σέ τελευταῖα ἀνάλυση ὑπερβαίνει τά ὅρια λόγων καί εἰκόνων καί βοηθεῖ στήν ἄνοδο καί κοινωνία  μέ  τόν Χριστό, διά τοῦ ἁγ. Μαξίμου.
         Τό βιβλίο συνολικά εἶναι μία  πολύ  ἐμπνευσμένη ἔκδοση. Τό συνιστῶ σέ  ὅλους  τούς ἑλληνόφωνους  ἀναγνώστες μας  καί  σέ  ὁποιονδήποτε ἔχει δυνατότητα ἀναγνώσεως ἑλληνικῶν ἐκκλησιαστικῶν κειμένων.
+  Ὁ Ἔτνα Χρυσόστομος

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

ΤΟ ΜΕΤΑΘΕΤΟ (ΕΠΙΠΗΔΗΣΗ), Ἰω. Καρδάση

             Ορισμός
            Μεταθετό είναι η αυθαίρετη ή η μετά από σχετική εκκλησιαστική απόφαση μετακίνηση Επισκόπου ή άλλου κληρικού από την Επισκοπή ή την Ενορία του σε άλλη Επισκοπή ή Ενορία. Ειδικότερα δε αναφέρεται στο θέμα της μετάθεσης Επισκόπων. Οι Κανόνες της Εκκλησίας (14 Αποστολικός, 15 της Α΄, 21 Αντιόχειας, 1 και 2 Σαρδικής) απαγορεύουν τη μετακίνηση Επισκόπων και θεωρούν τη σύνδεσή τους με την Επισκοπή, για την οποίαν χειροτονήθηκαν, ως ισόβια και ως σχέση Νυμφίου με Νύμφη, οπότε κάθε μετάθεση του Επισκόπου ισοδυναμεί με διαζύγιο, κάτι βέβαια αδιανόητο στην Εκκλησία.
 
            Πρακτική
            Οι Απόστολοι ήταν καθολικοί της Εκκλησίας Επίσκοποι και δεν είχαν ορισμένη δικαιοδοσία σε κάποιο συγκεκριμένο τόπο. Οι μετά από αυτούς Επίσκοποι εξελέγοντο, για να ποιμάνουν κάποιον ορισμένο τόπο, που ονομαζόταν Επισκοπή. Ορισμένοι εξελέγοντο σε μεγάλες Επισκοπές, άλλοι σε μικρότερες, ορισμένοι σε πλούσιες και άλλοι σε πτωχές. Εκ της καταστάσεως αυτής εμφανίστηκαν φιλοδοξίες και πλεονεξίες, για την μετάθεση από μικρές σε μεγάλες και από πτωχές σε πλούσιες Επισκοπές. Η Εκκλησία αντετάχθη εξ αρχής στις ορέξεις αυτές και απαγόρευσε, με Κανόνες της, τη μετάθεση από Επισκοπή σε Επισκοπή. Πολλάκις βέβαια, οι Κανόνες αυτής παραβιάστηκαν και μάλιστα από Συνόδους, με κλασικό παράδειγμα τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (Ν. 590/1977), ο οποίος επιτρέπει τη μετάθεση από Επισκοπή σε Επισκοπή, αν αυτό ψηφισθεί από τα 2/3 των μελών της Ιεραρχίας. Η ιστορία καταγράφει, ότι το μεταθετό στην Εκκλησία της Ελλάδος διέρχεται από τις εξής 4 φάσεις: α/  περίοδος από συστάσεως του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος, το 1833-1934, οπότε δεν υπήρχε μεταθετό, β/ περίοδος 1934-1963, οπότε άρχισε να εφαρμόζεται το μεταθετό, γ/ περίοδος 1963-1977, όπου με νόμο του Κράτους απηγορεύθη το μεταθετό και τέλος δ/ περίοδος 1977 μέχρι σήμερα, όπου με τον ανωτέρω νόμο και τις προϋποθέσεις που θέτει, επιτρέπεται το μεταθετό (δηλ. η επιπήδηση). 
 
            Λόγοι εναντίον του μεταθετού
            α/ αγιογραφικοί:
            «προσέχετε ουν εαυτοίς και παντί τω ποιμνίω εν ω υμάς το Πνεύμα το Άγιον έθετο επισκόπους, ποιμαίνειν την εκκλησίαν του Θεού, περιεποιήσατο δια του ιδίου αίματος» (Πρ. 20. 28). Σε εφαρμογή του ανωτέρω χωρίου και εφ’ όσον το άγιο Πνεύμα επευλογεί την εκλογή του Επισκόπου, για να ποιμάνει μια ορισμένη Επαρχία, ψέλνουμε: «Θεοπροβλήτου Μητροπολίτου της αγιωτάτης Μητροπόλεως……….», εκείνος δε «Θεόθεν μοι λαχούσαν παροικίαν………..». Προς τούτο, η  επιδίωξη καταλήψεως ετέρας παροικίας επιφέρει τις τρομερές ποινές καθαιρέσεως και αναθεματισμού.
            «έκαστος εν ω εκλήθη, αδελφοί, εν τούτω μενέτω παρά τω Θεώ» (Κορ. Α΄ 7. 24). Ο καθένας εκεί που εκλήθη, εκεί και να παραμείνει.
            «ποιμάνατε το εν υμίν ποίμνιον του Θεού, επισκοπούντες μη αναγκαστώς αλλ’ εκουσίως, μηδέ αισχροκερδώς αλλά προθύμως, μηδ’ ως κατακυριεύοντες των κλήρων αλλά τύποι γινόμενοι του ποιμνίου» (Πέτρου Α΄ 5.  2-3). Εδώ, δίνονται συμβουλές, για μια επίβλεψη μη αισχροκερδή, με προθυμία, χωρίς επιβολή κυριαρχικής εξουσίας, αλλά δίνοντας το καλό παράδειγμα, στο ποίμνιο, που σας εμπιστεύθηκε ο Θεός.
 
            β/ κανονικοί
            Γνωρίζουμε, ότι υπάρχουν Ι. Κανόνες στην Εκκλησία μας, οι οποίοι απαγορεύουν το μεταθετό (επιπήδηση), ακόμη και μετά από παράκληση πολλών Επισκόπων. Αυτοί είναι: ο ιδ΄ των αγίων Αποστόλων, ο ιε΄ της Α΄ Οικουμενικής, κα΄ της Αντιόχειας και οι α΄ και β΄ της Συνόδου της Σαρδικής. Το σκεπτικό της απαγόρευσης είναι, ότι ο μετατιθέμενος επιθυμεί ή δέχεται τη μετάθεση από λόγους αλαζονείας, κενοδοξίας, πλεονεξίας και υπερηφάνειας. Η ποινή για τον δεχόμενο τη μετάθεση Επίσκοπο είναι η έκπτωσή του στη τάξη των λαϊκών!
            Οι ίδιοι οι Κανόνες λέγουν, ότι η Εκκλησία κατ’ οικονομίαν μπορεί να μεταθέσει ένα Επίσκοπο από μια Επισκοπή σε μια άλλη, μόνον όταν υπάρχει μεγάλη ανάγκη και χρειάζεται να στηριχθεί η ευσέβεια στην επαρχία αυτή και μόνο πρόσκαιρα και μέχρι να διορθωθεί το πρόβλημα, οπότε ο μετατεθείς Επίσκοπος επιστρέφει στην επαρχία του.
             ιδ΄ αποστολικός Κανόνας
            «Επίσκοπον μη εξήναι καταλείψαντα την εαυτού παροικίαν, ετέρα επιπηδάν, καν υπό πλειόνων αναγκάζηται, ειμή εύλογος αιτία ή η τούτο βιαζομένη αυτόν ποιείν, ως πλέον τι κέρδος δυναμένου αυτού τοις εκείσε, λόγω ευσεβείας συμβαλλέσθαι. Και τούτο δε ουκ αφ’ εαυτού, αλλά κρίσει πολλών Επισκόπων και παρακλήσει μεγίστη».
            Ο κανόνας μιλάει για επιπήδηση και όχι για μετάθεση. Η Επιπήδηση γίνεται, όταν Επίσκοπος αφήσει την επαρχία του και αρπάσει άλλη παραλόγως, κάτι που απαγορεύεται τελείως, ακόμη και μετά από απαίτηση πολλών Επισκόπων και υπόκειται σε αυστηρά επιτίμια, τα αυστηρότερα, που έχουν θεσπισθεί. Μετάθεση Επισκόπου σε άλλη επαρχία δύναται να γίνει, μετά από απαίτηση πολλών Επισκόπων και γίνεται, όταν υπάρχει μεγάλη ανάγκη, για στήριγμα της ευσέβειας και αύξηση της πνευματικής ωφέλειας και είναι πρόσκαιρη και όχι μόνιμη, οπότε δεν υπάρχουν επιτίμια. Τέτοιες μεταθέσεις έχουμε, του Γρηγορίου Θεολόγου από τα Σάσιμα στην ΚΠολη, του Πρόκλου από την Κύζικο στην ΚΠολη, του Μελέτιου από την Σεβάστεια, στην Βέρροια και κατόπιν στην Αντιόχεια, του Ευστάθιου από Βέρροια στην Αντιόχεια, κ.ά.
            ιε΄ Κανόνας Α΄ Οικουμενικής
            «Δια τον πολύν τάραχον και τας στάσεις τας γινομένας, έδοξε παντάπασι περιαιρεθήναι την συνήθειαν, την παρά τον Αποστολικόν Κανόνα ευρεθείσαν εν τισι μέρεσι, ώστε από πόλεως εις πόλιν μη μεταβαίνειν, μήτε Επίσκοπον, μήτε Πρεσβύτερον, μήτε Διάκονον……….».
            Ο κανόνας αυτός μιλάει για την μετάβαση και εγκατάσταση Επισκόπου, Πρεσβυτέρου και Διακόνου, από μια πόλη σε άλλη πόλη της ίδιας επαρχίας και απαγορεύει αυτή τη μετάβαση, καθορίζει δε τον τόπον της χειροτονίας, ως μόνιμη διαμονή, οπότε η μετάβαση αυτή είναι άκυρη και οφείλεται η άμεση αποκατάσταση στην προτέρα κατάσταση.
            κα΄ Κανόνας Αντιόχειας
            «Επίσκοπον από παροικίας ετέρας εις ετέραν μη μεθίστασθαι, μήτε αυθαιρέτως επιρρίπτοντα εαυτόν, μήτε υπό λαών εκβιαζόμενον, μήτε υπό Επισκόπων αναγκαζόμενον. Μένειν δε εις ην εκληρώθη υπό του Θεού εξ αρχής Εκκλησίαν, και μη μεθίστασθαι αυτής, κατά τον ήδη πρότερον περί τούτου εξενεχθέντα όρον».
            Ο κανόνας αυτός επικυρώνει τον σχετικό κανόνα των αγίων Αποστόλων, όπου απαγορεύεται η μετάθεση Επισκόπου από την επαρχία του σε άλλη Επαρχία, ακόμη και εάν αναγκάζεται από τους Επισκόπους να το κάνει ή ακόμη και από τον λαό της άλλης Επαρχίας.
            α΄ και β΄ Κανόνες Σαρδικής
            «Ου τοσούτον η φαύλη συνήθεια, όσον η βλαβερωτάτη των πραγμάτων διαφθορά εξ αυτών των θεμελίων εστίν εκριζωτέα, ίνα μηδενί των Επισκόπων εξή από πόλεως μικράς εις ετέραν πόλιν μεθίστασθαι……….ηγούμεθα γαρ μηδέ λαϊκών έχειν τους τοιούτους χρήναι κοινωνίαν» (α΄).
            «Ει δε ο τοιούτος ευρίσκεται μανιώδης ή τολμηρός, ως περί των τοιούτων δόξαι τινά φέρειν παραίτησιν, διαβεβαιούμενον από του πλήθους προς εαυτόν κεκομίσθαι γράμματα, δήλον εστιν ολίγους τινάς δεδυνήσθαι μισθώ και τιμήματι διαφθαρέντας, εν τη Εκκλησία στασιάζειν, ως δήθεν αξιούντες τον αυτόν έχειν Επίσκοπον. Καθάπαξ ουν τας ραδιουργίας τας τοιαύτας και τέχνας κολαστέας είναι νομίζομεν, ώστε μηδένα τοιούτον μηδέ εν τω τέλει λαϊκής γουν αξιούσθαι κοινωνίας» (β΄).
            Ο α΄ Κανόνας διαμηνύει, ότι κάθε κακή συνήθεια, όπως το μεταθετό πρέπει να ανατρέπεται και να ξεριζώνεται εκ θεμελίων. Έτσι, δεν δίνεται σε κανέναν Επίσκοπο άδεια να αφήνει τη μικρή επαρχία του και να πηγαίνει σε μεγαλύτερη, γιατί αυτό δείχνει πλεονεξία ή και υπερηφάνεια. Πλεονεξία, λόγω μεγαλύτερου κέρδους, υπερηφάνεια δε, γιατί κατέχει μεγαλύτερη επαρχία, επομένως και δόξα και εξουσία. Παρατηρεί δε, ότι ποτέ δεν βρέθηκε Επίσκοπος να θέλει μετάθεση από μεγάλη επαρχία σε μικρότερη. Όποιος λοιπόν εμμένει σ’ αυτή την ενέργεια του μεταθετού να καθαιρείται, να αφορίζεται και να στερείται της θ. κοινωνίας.
            Ο β΄ Κανόνας είναι παραπλήσιος με τον α΄ και λέγει, ότι αν ένας Αρχιερέας είναι τόσο αυθάδης και τολμηρός και επιμένει στη μετάθεσή του και προφασίζεται διάφορες δικαιολογίες (π.χ. ότι τον θέλει ο λαός της Επαρχίας), είναι φανερό, ότι μετέρχεται πανουργίες και δολιότητες (όπως τη σιμωνία), για την επιτυχία του στόχου του, οπότε τιμωρείται με την βαρύτατη ποινή του να μην αξιωθεί ούτε εις τον θάνατόν του να κοινωνήσει και να μεταλάβει, όχι σαν Επίσκοπος, αλλ’ ακόμη, ούτε σαν απλός λαϊκός.
            Πράγματι, η ποινή της ακοινωνησίας ακόμη και στην κλίνη του θανάτου, είναι η πιο βαρειά ποινή, που επιβάλλεται από το Κανονικό Δίκαιο της Εκκλησίας και είναι μοναδική γι’ αυτή την περίπτωση και δεν επιβάλλεται σε καμία άλλη περίπτωση αμαρτήματος ή ατοπήματος, όσο βαρύ και εάν είναι αυτό.
            γ/ αγιοπατερικοί
            Για τις φαύλες και ψυχοβλαβείς συνήθειες όπως το μεταθετό (επιπήδηση), που θα πρέπει να εκβάλονται, ομιλούν οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας. Έτσι:
            Μ. Βασίλειος
            Λέγει, ότι δεν πρέπει να ακολουθούμε τις διεφθαρμένες προλήψεις των πολλών και να βεβαιώνουμε τα άτοπα με τη συγκοινωνία του πράγματος (Όρος κατά πλάτος μ΄)
            Επίσης, ότι το έθος έχει δύναμη νόμου, αυτό που έχει παραδοθεί από τους αγίους και η συνήθεια είναι σαν γραπτός νόμος (πζ΄ κανόνας).
            Γρηγόριος Θεολόγος
            Ο ανθρώπινος νόμος πρέπει να περιφρονείται και να εφαρμόζεται ο νόμος του πνεύματος. Γι’ αυτό και ο Χριστός λέγει στους Γραμματείς: Γιατί παραβαίνετε τις εντολές του Θεού και τοποθετείτε υπεράνω αυτών τις συνήθειες και τις παραδόσεις σας; (λόγος α΄ ειρηνικός).
            Εξ άλλου, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος μετετέθη, χωρίς τη θέλησή του, από την επαρχία Σασίμων, στον θρόνο της ΚΠολης, με αξίωση των πατέρων της Β΄ Οικουμενικής, χωρίς να κάνει επιπήδηση και για έκτακτες συνθήκες. Παρ’ όλα αυτά, όταν επικρίθηκε αυτή του η εκλογή, από τους αντιπροσώπους του Ρώμης Δάμασου Α΄, που έφθασαν μετά την εκλογή του, αμέσως παρητήθη και επέστρεψε στην επαρχία του. Τέτοιο πράγμα δεν βλέπουμε στη σύγχρονη εποχή μας, όπου η μετάθεση (επιπήδηση) από μια Επαρχία Επισκόπου, για να καταλάβει θρόνο Προκαθημένου, σε μια Εκκλησία, είναι ο κανόνας. Φαίνεται, ότι το παράδειγμα του αγίου Γρηγορίου το αποφεύγουμε, αν και διατυμπανίζουμε το: «μνήμη αγίου, μίμηση αγίου»!
            Ιωάννης Χρυσόστομος
            Μη ζητάς σε κανένα πράγμα τη συνήθεια, αλλά το χρήσιμο και όχι το ψυχοβλαβές και εάν κάτι είναι καλό και ωφέλιμο να γίνεται, ακόμη και εάν δεν είναι συνήθεια, ενώ αντίθετα, αν είναι κάτι ψυχοβλαβές, να το μισούμε και να το αποστρεφόμεθα, ακόμη και εάν γίνεται από συνήθεια, οπότε πρέπει να κόπτεται αυτή η κακή συνήθεια (ομιλία ι΄ και νς΄ στη Γένεση).
            Να μη λέγει κανείς, ότι υπάρχει συνήθεια, γιατί όπου υπάρχει αμαρτία, εκεί δεν υπάρχει συνήθεια και επομένως αν τα γινόμενα είναι κακά, ακόμη και εάν υπάρχει παλαιά συνήθεια, αυτή πρέπει να καταργείται, εάν δε δεν είναι κακά, ακόμη και εάν δεν υπάρχει συνήθεια, δημιούργησέ την (λόγος δια τας πορνείας).
            Μη μου λες, ότι είναι συνήθεια, γιατί αν το πράγμα είναι πονηρό δεν πρέπει να γίνεται ούτε μια φορά, αν δε δεν είναι πονηρό, πάντοτε να γίνεται (λόγος περί της Κορ.  Α΄, ιβ΄).
            Καταφρόνησε τις πονηρές συνήθειες (λόγος περί συνεισάκτων).
            Ό,τι έχει παραδοθεί από τους ανθρώπους δεν είναι αυτόματα και νόμος (ομιλία νβ΄, στο Ματθαίο).
            Στην περίπτωση του Χρυσοστόμου έχουμε μια παρόμοια κατάσταση, η οποία ονομάζεται Μοιχεπιβασία, όταν δηλ. ζώντος του Επισκόπου μιας Επαρχίας, τοποθετείται από την Εκκλησία άλλος Επίσκοπος, χωρίς να έχει προηγηθεί προηγουμένως αποχώρηση του υπάρχοντος.
            Είναι γνωστόν, ότι ο ΚΠόλεως Ιωάννης Χρυσόστομος κατηγορήθηκε (αδίκως βέβαια) από τον Αλεξανδρείας Θεόφιλο, τον Αντιοχείας Πορφύριο, τον Κύπρου Επιφάνιο και άλλους, ως αιρετικός (ωριγενιστής) και με τη σύμπραξη και άλλων (Αρσάκιο, Αττικό κ.λπ.) καταδικάστηκε και καθαιρέθηκε, επί πλέον δε εξορίστηκε στην Αρμενία, όπου και εκοιμήθη. Την καταδίκη του δεν αναγνώρισε ποτέ (ήταν προϊόν συκοφαντίας και ραδιουργιών και του αυτοκράτορα Αρκάδιου), οι δε κατήγοροί του τον διαδέχθηκαν στον θρόνο της ΚΠολης!
            Για έναν εξ αυτών, τον άγιο Αρσάκιο γράφει τα εξής ο ίδιος ο Χρυσόστομος σε επιστολή του προς τον Επίσκοπο Κυριακό, επίσης εξόριστο (κατά μετάφραση αγίου Νικοδήμου): «Ήκουσα δε και δια τον φλύαρον εκείνον Αρσάκιον, τον οποίον εκάθισεν η βασίλισσα πατριάρχην εις τον θρόνον μου, ότι καθ’ υπερβολήν έθλιψε τους αδελφούς και τας παρθένους, οίτινες με υπερησπίζοντο και δεν ηθέλησαν να συγκοινωνήσωσι με αυτόν, εκ των οποίων πολλοί και απέθανον εν τη φυλακή δι’ αγάπην μου. Εκείνος, λέγω ο προβατόσχημος λύκος, ο οποίος έχει μεν σχήμα επισκόπου, είναι δε μοιχός κατ’ αλήθειαν, διότι καθώς η γυνή ονομάζεται μοιχαλίς, όταν, ζώντος του ανδρός της, λάβη άλλον άνδρα, ούτω αυτός είναι μοιχός ουχί κατά σάρκα, αλλά κατά πνεύμα, επειδή ζώντος εμού του επισκόπου της Κωνσταντινουπόλεως, αυτός ήρπασε τον θρόνον μου».
            Έτσι, στην περίπτωση αυτή έχουμε το αμάρτημα της μοιχεπιβασίας, το οποίον και αυτό υπάγεται στη γενικότερη περίπτωση της επιπήδησης, της οποίας βέβαια αποτελεί και την χειρότερη μορφή.
            Παρεκκλίσεις του επισκοπικού θεσμού
            α/ Τιτουλάριοι Επίσκοποι
            Η δυτική αντίληψη, ότι μια κοινότητα μπορεί να είναι εκκλησιαστική, χωρίς τον επίσκοπό της και ένας κληρικός μπορεί να είναι κληρικός, χωρίς να προΐσταται εκκλησιαστικής κοινότητας πέρασε από τη Δύση και στην Ανατολή και έτσι από τα μέσα του 17ου αιώνα τα Ορθόδοξα Πατριαρχεία και οι αυτοκέφαλες Εκκλησίες, δίχως επιφυλάξεις και δισταγμούς, υιοθέτησαν τη βατικάνεια πρακτική να χειροτονούν τιτουλάριους επισκόπους, δηλ. «με γυμνή ονομασία επισκοπής». Αυτό όμως αντίκειται στο κανονικό Δίκαιο της Εκκλησίας, που θέλει τον Επίσκοπο, ως Επίσκοπο μιας πόλης και της γύρω αυτής περιοχής, η οποία βεβαίως έχει ποίμνιο και δεν είναι κατ’ όνομα Επίσκοπος.
            Από τους πρώτους χρόνους της σύστασης της Χριστιανικής Εκκλησίας, κάθε μεγάλη πόλη του Ρωμαϊκού κράτους έχει τον επίσκοπό της, που ως διάδοχος των Αποστόλων συγκεντρώνει την ανώτατη εκκλησιαστική εξουσία, είναι η πηγή και το κέντρο της πνευματικής εξουσίας και η ορατή κεφαλή της τοπικής Εκκλησίας. Λόγω όμως των διωγμών ήταν απαραίτητη η παρουσία του επισκόπου, ακόμη και στις μικρές πόλεις, στις κωμοπόλεις και στα χωριά για τη συγκράτηση του λαού. Περίπου δε τον γ΄ αιώνα εμφανίζονται και οι χωρεπίσκοποι (δηλ. επίσκοποι χωριών ή ακόμη και αγροτικών περιοχών), που δεν διέφεραν, όπως και οι προηγούμενοι, κατά την πνευματική, κυβερνητική ή ποιμαντική εξουσία από τους επισκόπους των πόλεων. Δυστυχώς όμως, από τον δ΄ αιώνα, άρχισαν να εξαρτώνται οι χωρεπίσκοποι από τους επισκόπους των πόλεων και να εμφανίζονται και επίσκοποι, που εκλέγονταν για να βοηθούν επαρχιούχους επισκόπους, από τους οποίους και χειροτονούνταν, όπως:
  • οι χωρεπίσκοποι με το όνομα μιας μεγάλης περιφέρειας, που το όνομα της οποίας μπορούσαν να έχουν δύο ή και περισσότεροι χωρεπίσκοποι,
  • οι επίσκοποι μοναχοί «ου πόλεως τινος, αλλά τιμής ένεκεν»,
  • οι επίσκοποι, που εκλέγονταν «άμφω της αυτής προστώσιν Εκκλησίας» με ένα ηλικιωμένο επίσκοπο, για να τον διαδεχτούν μετά τον θάνατό του,
  • οι χωρεπίσκοποι, που δεν είχαν επισκοπική έδρα και
  • οι περιοδευτές επίσκοποι, που δεν είχαν επίσης επισκοπική έδρα.
Το γεγονός αυτό διαπιστώνεται αβίαστα από τις αποφάσεις των Συνόδων της Αγκύρας (314), της Νεοκαισάρειας (315), της Α΄ Οικουμενικής (325), της Αντιόχειας (341), της Σαρδικής (343), της Λαοδίκειας (360), από το 11ο έπος της Α΄ τομής της Β΄ βίβλου των ιστορικών του Γρηγορίου του Θεολόγου (328-391) και από τις επιστολές του Μ. Βασιλείου (330-378).
Ο θεσμός των χωρεπισκόπων ευδοκιμεί, στις ημέρες μας, στην Εκκλησία της Κύπρου. Σημειώνεται εδώ, ότι οι χωρεπίσκοποι υπάγονται στον Επίσκοπο της Επαρχίας και έχουν πλήρη ανεξαρτησία στο χώρο ευθύνης τους, πλην όμως δεν έχουν το δικαίωμα της χειροτονίας, άνευ αδείας του οικείου Επισκόπου.
Στο τέλος του ζ΄ αιώνα, η Εκκλησία, με τον 37ο Κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου (691-692), αντιμετώπισε το πρόβλημα των περιστατούμενων και όχι εμπερίστατων Εκκλησιών και αποφάσισε ότι οι αρχιερείς, που οι επαρχίες τους «υποχείριοι τοις ανόμοις κατέστησαν» και για τον λόγο αυτό δε μπορούσαν μετά τη χειροτονία τους «τον οικείον θρόνον καταλαβείν», να μπορούν «και χειροτονίας κληρικών διαφόρων κανονικώς ποιείν και τη της προεδρίας αυθεντία κατά τον ίδιον όρον κεχρήσθαι και βεβαίαν και νενομισμένην είναι πάσαν υπ' αυτών προϊούσαν διοίκησιν». Αργότερα και ο Αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄ (1094) με την 33η Νεαρά του διευκολύνει τη συνέχιση της ανάδειξης αρχιερέων σε επαρχίες, που δεν μπορούσαν να εγκατασταθούν «ως υπό των εχθίστων κατεχομένων εχθρών».
Επειδή οι κατακτήσεις συνεχίζονταν και οι επαρχίες του Θρόνου συρρικνώνονταν, για να μη μείνει απροστάτευτο το χριστιανικό πλήρωμα και στερημένο πνευματικού ποιμένα στο έλεος των κατακτητών, το Οικουμενικό Πατριαρχείο παραχωρούσε «κατ' οικονομίαν» επιτροπικώς ή «κατά λόγον επιδόσεως» κάποιες επαρχίες σε κοντινές ή και μακρινές μητροπόλεις, αρχιεπισκοπές και επισκοπές του Θρόνου «δίχα μέντοι της εν τω ιερώ συνθρόνω εγκαθιδρύσεως».
Από τον ιε΄ αιώνα η Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως προήγαγε έγκριτους κληρικούς σε αρχιερείς με τους τίτλους «πάλαι ποτέ διαλαμψασών» επαρχιών, προκειμένου να τους αναθέσει διάφορες υψηλές εκκλησιαστικές διακονίες. Από δε του ις΄ αιώνα διασώζωνται και υπομνήματα εκλογής τιτουλαρίων αρχιερέων. Ο θεσμός των τιτουλαρίων αρχιερέων από τις αρχές περίπου του ιη΄ αιώνα άλλοτε περιορίζεται «ου μόνον ως αντίθετον πάντη και εναντίον τοις ιεροίς κανόσιν» και άλλοτε επαναφέρεται ως «αρχαίον της Εκκλησίας έθος». Αλλά και τον επόμενο αιώνα, παρά τους περιορισμούς των Γενικών ή Εθνικών Κανονισμών του Οικουμενικού Πατριαρχείου (1860), οι εκλογές των τιτουλαρίων αρχιερέων δεν έπαυσαν να γίνονται. Αποτελούν θεσμό, η δε εκλογή τους, επειδή στηρίζεται στο έθιμο, είναι έγκυρη όσο και των «εν ενεργεία αρχιερέων». Φέρουν δε τον τίτλο «πάλαι ποτέ διαλαμψάσης» επαρχίας, επειδή απαγορεύεται από τους Κανόνες η «απολελυμένη χειροτονία». Έτσι οι «κατ' έθος παλαιόν» εκλογές των τιτουλαρίων αρχιερέων δεν έπαυσαν να γίνονται μέχρι σήμερα και όχι μόνο στο Οικουμενικό Πατριαρχείο αλλά και στις άλλες Ορθόδοξες Πατριαρχικές και Αυτοκέφαλες Εκκλησίες. Υπάρχουν σήμερα τιτουλάριοι αρχιερείς ως βοηθοί επίσκοποι, ως ηγούμενοι Μονών, ως πρωτοσυγκελλεύοντες, ως αρχιγραμματεύοντες Ιεράς Συνόδου, ως αρχιερατικώς προϊστάμενοι Κοινοτήτων ή Περιφερειών και ως αντιπρόσωποι σε διεκκλησιαστικούς ή διεθνείς Οργανισμούς.
           
            β/ βοηθοί Επίσκοποι
            Ο θεσμός αυτός, ο οποίος δεν προβλέπεται από κανένα κανόνα της Εκκλησίας, έχει προσφάτως αναζωπυρωθεί στην Εκκλησία και όλο και περισσότεροι Μητροπολίτες ζητούν βοηθούς Επισκόπους, για να διευκολύνεται το έργο τους. Πλην όμως ο θεσμός αυτός είναι στρεβλός, καθότι εμφανίζει τον Επίσκοπο μιας Επαρχίας, που θεωρείται, ως ο σύζυγος της τοπικής Εκκλησίας, να έχει ανάγκη από βοηθούς συζύγους!
 
            Βιβλιογραφία
            1/ Βικιπαίδεια: Μεταθετό
            2/ Θ.Η.Ε.: Αμετάθετον
            3/ ΠΑΠΥΡΟΣ: Μεταθετό
            4/ Ρωμανίδη Ι. Πρωτοπρεσβύτερου: Εμπειρική Δογματική
            5/ Σακελλαρόπουλου Κ. Αρχιμανδρίτη: Ένα καρκίνωμα στο σώμα της Εκκλησίας
 

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

Ἁγιοκατάταξις Γέροντος ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ τῆς Αἰγἰνης

 Πηγή: Ἰστοσελίδα Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γ.Ο.Χ. Ἀττικῆς  και Βοιωτίας

   Μὲ βαθειὰ εὐλάβεια καὶ τὴν πρέπουσα τιμὴ ἡ Ἐκκλησία τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν ἑόρτασε γιὰ πρώτη φορὰ τὴ μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς Ἱερωνύμου τοῦ ἐν Αἰγίνῃ  σήμερα, Πέμπτη 3 Ὀκτωβρίου 2014.
  Μετὰ ἀπὸ σχετικὴ εἰσήγηση τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιῶς καὶ Σαλαμῖνος κ. Γεροντίου πρὸς τὴν Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῆς Ἑλλάδος, πραγματοποιήθηκε ἡ ἐπίσημη Ἁγιοκατάταξη στὸ Ἁγιολόγιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Ἱερωνύμου, κατὰ κόσμον Βασιλείου Ἀποστολίδη, ἀπὸ τὴν Καρβάλη τῆς Καππαδοκίας.
  Στὸν Ἱερὸ Ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων στὴν Αἴγινα, τοῦ ὁποίου κτήτωρ ἦταν ὁ ἴδιος ὁ τιμώμενος Ἅγιος, τελέστηκε Ὄρθρος καὶ Πολυαρχιερατικὴ Θεία Λειτουργία, προεξάρχοντος τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν κ. Καλλινίκου, συμπαραστατουμένου ὑπὸ τοῦ οἰκείου Ἱεράρχου Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιῶς καὶ Σαλαμῖνος κ. Γεροντίου, ὁ ὁποῖος καὶ ἐκφώνησε τὸν πανηγυρικὸ τῆς ἡμέρας, καὶ τῶν Ἐπισκόπων τῆς ἀδελφῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. Ρουμανίας, Ἐπισκόπου Σουτσεάβας κ. Σωφρονίου καὶ Γαλατσίου κ. Διονυσίου, δεκάδος Ἱερέων καὶ τετράδος Διακόνων. Στὸ ἱερὸ βῆμα παρέστησαν συμπροσευχόμενοι ὁ Σεβασμιώτατος Ποιμενάρχης μας, Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσόστομος, ὁ Σεβασμιώτατος Ὠρωποῦ καὶ Φυλῆς κ. Κυπριανός, ὁ Θεοφιλέστατος Γαρδικίου κ. Κλήμης, ὁ Θεοφιλέστατος Φωτικῆς κ. Αὐξέντιος καὶ ὁ Θεοφιλέστατος Ἀρχιγραμματεὺς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου Μαραθῶνος, κ. Φώτιος, ὁ ὁποῖος καὶ ἀνέγνωσε στὸ τέλος τῆς πανηγυρικῆς Θείας Λειτουργίας τὴν ἐπίσημη Συνοδικὴ Πράξη Ἁγιοκατάξεως τοῦ Ἁγίου Ἱερωνύμου. 
 Στὸ μέσο τοῦ κατανυκτικοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ εἶχαν τοποθετηθεῖ τὰ ἱερὰ Λείψανα τοῦ Ὁσίου, τὰ ὁποῖα εἶχαν μεταφερθεῖ χάριν εὐλογίας τοῦ πολυπληθοῦς ἐκκλησιάσματος, ἀπὸ τὸ παρακείμενο Ἡσυχαστήριο τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, ὅπου καὶ ὁ τάφος τοῦ Ὁσίου. Εὐπρεπισμένο ἐπίσης, πίσω ἀπὸ τὰ ἱερὰ λείψανα, δέσποζε τὸ ἱερὸ εἰκόνισμα τοῦ Ἁγίου, τὸ ὁποῖο φιλοτεχνήθηκε γιὰ αὐτὴ τὴν περίσταση δαπάναις τοῦ οἰκείου Ἱεράρχη. 
  Δάκρυα χαρᾶς καὶ συγκίνησης πλημμύρισαν τὰ μάτια τῶν παρευρισκομένων κληρικῶν καὶ λαϊκῶν, ὅταν ὁ Μακαριώτατος ὕψωσε τὴν ἱερὰ λειψανοθήκη τοῦ Ἁγίου, σταυρώνοντας τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα, ἐνῶ ψαλλόταν τὸ «Τίς Θεὸς μέγας» ἀπὸ ὅλο τὸ ἐκκλησίασμα καὶ ὑπὸ τοὺς πανηγυρικοὺς ἤχους τῶν κωδωνοκρουσιῶν.
  Ὅπως εὔστοχα ἐλέχθη ἀπὸ τὸ Σεβασμιώτατο Ποιμενάρχη μας, τέτοιες ἱστορικὲς καὶ ἀνεπανάληπτες στιγμές, ὅπως κι ἄλλες ποὺ μᾶς ἐπιφυλάσσει ὁ Δωρεοδότης Κύριος, ἀποτελοῦν καρποὺς εὐλογίας καὶ χάριτος ἀπὸ τὴν κατὰ Θεὸν Ἕνωση τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων στὸ ἕνα καὶ αὐτὸ Συνοδικὸ Σῶμα. 
 Ἡ ἑπόμενη ἐπίσημη ἁγιοκατάταξη ἀφορᾶ στὸν Ὅσιο Παχώμιο τῆς Χίου, ἡ ὁποία θὰ πραγματοποιηθεῖ τὴ Δευτέρα 27 Ὀκτωβρίου τρέχοντος ἔτους, στὴν Ἱερὰ Σκήτη τῶν Ἁγίων Πατέρων  Προβατείου Ὄρους Χίου. Νὰ σημειωθεῖ ὅτι ὁ Ὅσιος τιμᾶται σὲ τοπικὸ ἐπίπεδο ἀπὸ τοὺς Γ.Ο.Χ. τῆς Χίου ἤδη ἀπὸ τὸ 2005, μὲ τὴ συμμετοχὴ πάντα τοῦ Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου μας ὡς Τοποτηρητοῦ τῆς νήσου Χίου.

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

Η ΑΓΙΑ Ζ' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ· Ἰω. Καρδάση

 Προκαταρτικά - Ιστορικά
            Η αιτία για τη σύγκληση της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια το 787 υπήρξε η Εικονομαχία. Με τον όρο Εικονομαχία νοούνται οι έριδες, που περιστράφησαν γύρω από την τιμή και την προσκύνηση των Εικόνων και συντάραξαν το Βυζάντιο και ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο τους Η΄ και Θ΄ αιώνες. Οι ερίζοντες χωρίσθηκαν σε δυο παρατάξεις: στους υπέρ των ιερών εικόνων, που συνήθως καλούνται εικονόφιλοι και εικονολάτρες, οι δε αντίθετοι καλούντο εικονομάχοι ή εικονοκλάστες.
            Η εικονομαχία χωρίζεται σε δυο φάσεις: η πρώτη από 726-787, δηλ. από το διάταγμα του Λέοντα Γ΄ Ίσαυρου μέχρι τη σύγκλιση της Συνόδου, η δε δεύτερη από το 815-843, με την εκ νέου εικονομαχία του Λέοντα Ε΄ του Αρμένιου, μέχρι τη σύνοδο ΚΠόλεως του 843, που αποκατέστησε οριστικά τις αποφάσεις της Ζ΄ Συνόδου.
            Τα αίτια της εικονομαχίας είναι: α/ ελατήρια θρησκευτικά, όπου η προσκύνηση θεωρείτο ειδωλολατρεία και με το κατά πόσον η σαρκωθείσα φύση του Λόγου δύναται να απεικονισθεί, δεδομένου, ότι θεωρούσαν την απεικόνιση αυτή Μονοφυσίτικη. β/ ελατήρια πολιτικά και κοινωνικά, όπου η απεικόνιση αντιστρατευόταν την αναδιοργάνωση και μεταρρύθμιση της χώρας. γ/ ελατήρια σχέσεων του Βυζαντίου με το Ισλάμ, στο οποίον απαγορευόταν κάθε απεικόνιση. δ/ ελατήρια οφειλόμενα στον προσηλυτισμό των Παυλικιανών, που απέρριπταν την απεικόνιση. ε/ η ιδεολογική σύγκρουση Ευρώπης και Ασίας στο πρόσωπο του Λέοντα Γ΄, ο οποίος έφερε το ασιατικό πνεύμα της μη απεικόνισης. ς/ το αποτέλεσμα της πάλης των τάξεων, που οφείλετο σε οικονομικά κίνητρα.
            Ο άγιος Νεκτάριος προσθέτει και κάποια άλλα στοιχεία: Ονομάζει δε την Εικονομαχία, ως Μεταρρύθμιση: «Η άμεσος προς τους αγίους λατρεία επεσκίασεν επί τέλους το προς το υπέρτατον Ον αίσθημα, και δια των ατοπημάτων τα οποία παρεισέφρησαν κατ’ ολίγον ένεκα τούτου η θρησκεία εφθείρετο οσημέραι και η Κοινωνία καθόλου περιέπιπτεν επί μάλλον εις ποικίλην υλικήν, ηθικήν και διανοητικήν έκλυσιν, εις την οποίαν συνετέλεσεν η του έθνους ημών αργία, ένεκα της καθ’ όλον το έτος μεγάλης πληθύος των δεσποτικών, των θεομητορικών εορτών, των εορτών των μεγάλων αγίων, και των πανηγύρεων, καθ’ ας πάσαι αι κοινωνικαί τάξεις ανεξαιρέτως απησχολούντο» (Αι Οικουμενικαί Σύνοδοι, σελ. 177). «Η μεταρρύθμιση (δηλ. η εικονομαχία) επέβαλλε χείρα τολμηρά επί πάντα τα ελαττώματα (της Εκκλησίας) ….. επιχειρήσασα την καθαίρεση των εικόνων…..» (ως ανωτέρω, σελ. 179). «Η άμεση λατρεία των αγίων έφθειρε τη θρησκεία» (ως ανωτέρω, σελ. 177). «Την μεταρρύθμιση ζητούσαν οι πιο νοήμονες τάξεις της Κοινωνίας και την απέκρουαν οι διανοητικώς κατώτερες τάξεις» (ως ανωτέρω, σελ. 179-180). «Πολλοί ευσεβείς Βασιλείς και αληθινοί Κληρικοί επεσήμαναν τις καταχρήσεις κατά της θρησκείας και της υπερβολικής ανάπτυξης των εκκλησιαστικών τύπων» (ως ανωτέρω, σελ. 178). «Η προσωνυμία «Κοπρώνυμος» για τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ε΄ αποτελεί ύβρη και δεινότατη συκοφαντία και δείχνει τη μανία των αντιπάλων της Μεταρρύθμισης» (ως ανωτέρω, σελ. 186). «Η Σύνοδος του 754 (η καταδικασθείσα από την Ζ΄ Οικουμενική) για την καθαίρεση των εικόνων αναφέρεται ως Οικουμενική και οι μετασχόντες αποκαλούνται Πατέρες» (ως ανωτέρω, σελ. 188). «Ακραίες ενέργειες των εικονομάχων, παρ’ όλον ότι εμφορούντο από αγαθές προθέσεις» (ως ανωτέρω, σελ. 190). Αναφέρει επίσης καταγγελίες κατά του αγίου Θεοδώρου Στουδίτη (υποστηρικτή των εικονολατρών), για παποδουλεία, προδοσία εθνικών συμφερόντων, ιεροκρύφιες ενέργειες, διαστροφή των κειμένων της Κ.Δ., βία κατά των αντιπάλων κ.λπ. (ως ανωτέρω, σελ. 204-205) και άλλα πολλά.
            Όπως αναφέρθηκε, ο Λέων Γ΄ μέσα στα μεταρρυθμιστικά του σχέδια συμπεριέλαβε και την Εκκλησία και ειδικά το θέμα της προσκύνησης των εικόνων, αλλά και άλλα διατάγματα και ποινές επί το αυστηρότερον, όπως αποκοπές μελών για διάφορα αδικήματα, τυφλώσεις, εισήγαγε δε και τον αποκεφαλισμό των Εβραίων, που ασκούσαν προσηλυτισμό (πρόδρομος των Τζιχαντιστών;). Επίσης εισήγαγε και τη φορολογία της Εκκλησίας.
            Εναντίον της αποφάσεως αυτής τάχθηκε ο Ρώμης Γρηγόριος Β΄ καθώς και ο μοναχός άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός με τον περίφημο απολογητικό λόγο του («Προς τους διαβάλλοντας τας αγίας εικόνας λόγοι τρεις»). Το δεύτερο διάταγμα του Λέοντα διέτασσε την καταστροφή των αγίων εικόνων. Ο ΚΠόλεως Γερμανός Α΄ παρητήθη και εξελέγη ο εικονομάχος Αναστάσιος. Επίσης καταργήθηκε η τιμή των αγίων λειψάνων, οι επικλήσεις προς την Θεοτόκο, οι αγρυπνίες και άλλες Ακολουθίες, οι νηστείες και οι εορτές, συντομεύθηκε η θ. Θειτουργία, δημεύθηκε η κτηματική περιουσία των Μονών, περιορίσθηκε ο αριθμός των Ιερέων και των μοναχών και επεβλήθη η επικύρωση εκλογής Επισκόπων από τον Αυτοκράτορα. Ο Λέων προσπάθησε να επιβληθεί του Ρώμης Γρηγορίου Γ΄ και επειδή απέτυχε απέσπασε από τη Ρώμη, τις επαρχίες της Νοτίου Ιταλίας, της Σικελίας και του Ιλλυρικού, καθώς και της Μακεδονίας και Αχαΐας και τις ενέταξε στην επικράτεια του ΚΠόλεως. Επίσης ενέταξε και την περιοχή της Ισαυρίας από την Αντιόχεια στην ΚΠολη και έτσι τα εκκλησιαστικά όρια ταυτίστηκαν με τα πολιτικά.
            Ο διάδοχός του Κων/νος Ε΄ (741-775) υπήρξε σκληρότερος του πατέρα του. Συγκάλεσε Σύνοδο το 754 στο αΑάκτορο της Ιέρειας, με 338 Επισκόπους, που καταδίκασε την προσκύνηση των εικόνων, ως Νεστοριανική και Μονοφυσίτικη αίρεση, αναθεμάτισε δε τους ΚΠόλεως Γερμανό Α΄ και τον Ιωάννη Δαμασκηνό. Άπαντες οι Επίσκοποι υπέγραψαν τις αποφάσεις της, που εφαρμόστηκαν με μεγάλη αυστηρότητα. Οι Μοναχοί καταδιώχθηκαν και υπήρξαν και πολλοί Μάρτυρες, άλλοι δε κατέφυγαν στη Δύση. Ο Ρώμης Στέφανος Δ΄ (768-771) με τη Σύνοδο του Λατερανού αναθεμάτισε τη Σύνοδο του 754 και αναγνώρισε την προσκύνηση των εικόνων.
            Τον Κων/νο Ε΄ διεδέχθη ο γιός του Λέων Δ΄ Χάζαρος (775-780). Νυμφεύθηκε την (εικονόφιλη) Ειρήνη την Αθηναία και απέκτησε γιό, τον Κων/νο ΣΤ΄. Όταν πέθανε, τα ηνία του κράτους ανέλαβε η Ειρήνη, ως επίτροπος του γιού της. Αυτή διακήρυξε την ελευθερία της συνειδήσεως, ανέδειξε Πατριάρχη ΚΠόλεως τον Ταράσιο, που ήταν γραμματέας και τελικά συγκάλεσε την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο, για την αποκατάσταση της προσκύνησης των εικόνων. Ο Πατριάρχης απέστειλε επιστολές προς τους Πατριάρχες Δύσης και Ανατολής, για τη σύγκλιση της Συνόδου. Η απάντηση του Ρώμης Αδριανού Α΄ (771-795) περιείχε τις γνωστές θέσεις περί του πρωτείου εξουσίας του Ρώμης σ’ ολόκληρη την Εκκλησία.
            Η μόνη γυναίκα Αυτοκράτειρα του Βυζαντίου Ειρήνη αμαύρωσε τη βασιλεία της, μετά τη λήξη της Συνόδου, όπου προέβη σε μια φρικτή πράξη. Τύφλωσε το γιό της Κων/νο για να του αρπάξει την εξουσία, το 796, σε ηλικία 25 ετών. Καταγράφεται δε, ότι ο Πατριάρχης ΚΠόλεως συνήνεσε σ’ αυτό το έγκλημα: «Η Αυγούστα (Ειρήνη) κατέφυγε σε πρόσωπο κοσμικό και όχι εκκλησιαστικό, στον πρωτοασηκρήτη (= αρχιγραμματέα) Ταράσιο, ο οποίος ήταν πολυμαθέστατος, μετριοπαθής, με πολιτικό αισθητήριο, γνώστης των κρατικών συμφερόντων και πρόθυμος να συμβάλει στη συνεργασία Κράτους και Εκκλησίας. Θα παρατηρηθεί ίσως, ότι ο Ταράσιος ως Πατριάρχης προσάρμοσε τη στάση του με τις επιθυμίες των κρατούντων, ακόμη και εις βάρος του δικαίου και της ηθικής, όπως έγινε στην περίπτωση της αποπομπής της άψογης συζύγου του Κων/νου ΣΤ΄ Μαρίας ή όταν αποδέχθηκε χωρίς καθόλου να αντιδράσει την τύφλωση «γνώμη της μητρός αυτού» του άτυχου Κων/νου» (Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τ. Η΄, σελ. 39).
 
Σύγκληση της Συνόδου
            Η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος συνεκλήθη στη Νίκαια της Βιθυνίας το 787 από τον Αυτοκράτορα Κων/νο ΣΤ΄ και τη μητέρα του Ειρήνη την Αθηναία, με σκοπό να καταδικάσει την Εικονομαχία και να επιφέρει ειρήνη στην Εκκλησία και την Αυτοκρατορία. Στη Σύνοδο μετείχαν 367 θεοφόροι Πατέρες, μεταξύ των οποίων ο ΚΠόλεως Ταράσιος, καθώς και οι αντιπρόσωποι του Ρώμης Αδριανού Α΄, Πρεσβύτερος Πέτρος και Πρεσβύτερος Πέτρος, του Αλεξανδρείας Πολιτιανού, του Αντιοχείας Θεοδώρητου, του Ιεροσολύμων Ηλεία, του Κύπρου Κων/νου, επίσης, οι: Καισαρείας Αγάπιος, Εφέσου Ιωάννης, Θεσσαλονίκης Θεοφύλακτος, Ηρακλείας Λέων, Αγκύρας Βασίλειος, Κυζίκου Νικόλαος, Σάρδεων Ευθύμιος, Νικομηδείας Πέτρος, Κρήτης Ηλίας, Νικαίας Υπάτιος, Χαλκηδόνος Σταυράκιος, μοναχός Θεοφάνης κ.ά. Οι εργασίες της Συνόδου έγιναν από 24 Σεπτεμβρίου έως 13 Οκτωβρίου 787.
            Αφορμή για τη σύγκλιση ήταν η προσκύνηση των αγίων εικόνων, η κατάχρηση στην προσκύνηση αυτή και η έριδα που είχε ξεσπάσει εκ του λόγου αυτού. Οι διαμάχες ξεκίνησαν το 726 και περατώθηκαν τελικά το 843, οπότε έχουμε την αναστήλωση των εικόνων από την Αυτοκράτειρα αγία Θεοδώρα.
            Οι Νεστοριανοί και οι Παυλικιανοί δεν δέχονταν τις άγιες εικόνες, καθώς και ο Νακωλείας Κων/νος και άλλοι ανώτεροι κληρικοί. Αλλά και ο Αυτοκράτορας Λέων Γ΄ Ίσαυρος προσχώρησε στην Εικονομαχία και εξέδωσε διατάγματα εναντίον των εικόνων, με τα οποία διατασσόταν το κατέβασμα και η καταστροφή τους, κάθε δε προσκύνηση θεωρείτο ειδωλολατρεία. Ο διάδοχος Κων/νος Ε΄ Κοπρώνυμος πολέμησε τις εικόνες με ακόμη πιο σκληρό τρόπο και συγκάλεσε Σύνοδο το 754 στα Ανάκτορα της Ιέρειας με πρόεδρο τον Εφέσου Θεοδόσιο και 338 Επισκόπους και χωρίς να καλέσει τα άλλα Πατριαρχεία. Η Σύνοδος αυτή καταδίκασε την προσκύνηση των αγίων εικόνων και κυρίως την εικόνα του Χριστού, διότι αποτελούσε Νεστοριανική και Μονοφυσιτική αίρεση.
            Εναντίον όλων αυτών εξηγέρθησαν οι: ΚΠόλεως Γερμανός Α΄ (715-730), ο οποίος παρητήθη του θρόνου, Ρώμης Γρηγόριος Β΄ (715-731), Ρώμης Γρηγόριος Γ΄ (731-741), ο οποίος συγκάλεσε Σύνοδο, με αποφάσεις κατά των εικονομάχων και πολλοί μοναχοί με αρχηγό τον άγιο Ιω. Δαμασκηνό, που έγραψε απολογητικό υπέρ των αγίων εικόνων και ανέπτυξε τη θεολογία περί των αγίων εικόνων, όπου τονίζει ιδιαίτερα το του Μ. Βασιλείου, ότι: «η της εικόνος τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει, πρωτότυπον δε εστι το εικονιζόμενον, εξ ου το παράγωγον γίνεται».
            Τελικώς, η εικονόφιλη Ειρήνη η Αθηναία, επίτροπος του ανήλικου Κων/νου ΣΤ’  (780-787) διόρισε τον επίσης εικονόφιλο άγιο Ταράσιο, ως Πατριάρχη ΚΠόλεως, ο οποίος άρχισε να λαμβάνει μέτρα για την επαναφορά των εικόνων και τελικά συγκλήθηκε η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος, το 787, για να επιληφθεί τελεσίδικα του θέματος.
            Η Ζ΄ Οικουμενική ακύρωσε τη Σύνοδο του 754, την οποίαν καταδίκασε ως εικονομαχική και αναθεμάτισε ως εικονομάχους τους: ΚΠόλεως Αναστάσιο, Κων/νο Β΄ και Νικήτα Α΄, Εφέσου Θεοδόσιο, Νικομηδείας Κων/νο, Σισσίνιο Παστιλλά, Βασίλειο Τρικάκκαβο και τους οπαδούς αυτών και αποκατέστησε τους: ΚΠόλεως Γερμανό Α΄, Γεωργίου του Κυπρίου και Ιωάννη Δαμασκηνό, οι οποίοι είχαν αναθεματιστεί από τη σύνοδο του 754, συγχώρησε δε τους μετασχόντας επισκόπους, που δήλωσαν μετάνοια. .
            Το μόνο δογματικό θέμα της Συνόδου ήταν αυτό των αγίων εικόνων. Καταδικάστηκε συνοδικώς η εικονομαχία και κηρύχθηκε η Ορθόδοξη διδασκαλία με διατύπωση δογματικού Όρου. Απόσπασμα του Όρου αυτού περιελήφθη στο «Συνοδικό της Ορθοδοξίας», τον οποίον διαβάζεται στους Ι. Ναούς την Α΄ Κυριακή των Νηστειών.
            Η Σύνοδος αναγνώρισε τις 6 προηγηθείσες Συνόδους, ως Οικουμενικές, θεώρησε εαυτήν ως Οικουμενικήν και εξέδωσε 22 Κανόνες νομοθετικού και διοικητικού περιεχομένου, εξ ων οι 5 έχουν δογματικοσυμβολικό χαρακτήρα.
 
Τα μετά την Σύνοδο γεγονότα
            Ο Ρώμης Αδριανός Α΄ απέστειλε τα πρακτικά της Συνόδου στον Κάρολο το Μέγα, η δε  Σύνοδος συνάντησε αντίδραση στη Δύση από τους Φράγκους και τον Καρλομάγνο και αποδοκιμάστηκε από την Τοπική Σύνοδο της Φραγκφούρτης του 794, αλλά σταδιακά αναγνωρίστηκε και άρχισε και εκεί η προσκύνηση των εικόνων.
            Στην Ανατολή όμως έχουμε αναβίωση της Εικονομαχίας, οπότε έχουμε τη β΄ φάση αυτής με τον αυτοκράτορα Λέοντα Ε΄ Αρμένιο (813-820), ο οποίος και αντικατέστησε τον ΚΠόλεως Νικηφόρο Α΄ (806-815) με τον Θεόδοτο Α΄ Κασσιτερά (815-821). Αυτός συγκάλεσε Σύνοδο στην ΚΠολη το 815, η οποία επανέφερε σε ισχύ της αποφάσεις της εικονομαχική Συνόδου του 754. Εναντίον αυτής εξηγέρθη ο μοναχός Θεόδωρος Στουδίτης (759-826), ο οποίος διώχθηκε μαζί με άλλους εικονολάτρες.
            Αλλά και οι επόμενοι Αυτοκράτορες Μιχαήλ Β΄ Τραυλός (820-829) και ο υιός του Θεόφιλος (829-842) εφάρμοζαν τα μέτρα των εικονομάχων, με κάποια όμως χαλαρότητα. Στη Δύση, Σύνοδος στο Παρίσι το 825 καταδίκασε επίσης την προσκύνηση των εικόνων. Ο Θεόφιλος διόρισε Πατριάρχη ΚΠόλεως τον Ιωάννη Ζ΄ Γραμματικό (836-842).
            Τελικώς, η Εικονομαχία καταδικάστηκε από την Αυτοκράτειρα Θεοδώρα, σύζυγο του Θεόφιλου. Αυτή, ως επίτροπος του υιού της Μιχαήλ Γ΄ (842-867) εξεδίωξε τον Πατριάρχη Ιωάννη και διόρισε τον εικονολάτρη Πατριάρχη Μεθόδιο Α΄ (842-846). Έτσι, συγκλήθηκε στην ΚΠολη ενδημούσα Σύνοδος το 843, υπό τον Μεθόδιο. Στη Σύνοδο αυτή ανανεώθηκαν οι αποφάσεις της Ζ΄ Οικουμενικής του 787 και αποκαταστάθηκε το κύρος της. Αποφασίσθηκε να γίνει η οριστική πλέον αναστήλωση των εικόνων, οι οποίες τοποθετήθηκαν λίγο ψηλότερα, για την αποφυγή εκτρόπων. Τότε θεσπίσθηκε και η εορτή της Ορθοδοξίας να εορτάζεται επισήμως την Α΄ Κυριακή των Νηστειών, ως θρίαμβος της Ορθοδοξίας εναντίον κάθε αιρέσεως. Από τότε αναγινώσκεται και το «Συνοδικό της Ορθοδοξίας».
            Η Ζ΄ Οικουμενική εορτάζεται την Κυριακή μεταξύ 11 και 17 Οκτωβρίου.
 
Ο Όρος Πίστεως της Συνόδου:
«Η αγία και μεγάλη οικουμενική Σύνοδος, η κατά Θεού χάριν και θέσπισμα των ευσεβών και φιλοχρίστων ημών βασιλέων Κωνσταντίνου και Ειρήνης της αυτού μητρός συναθροισθείσα το δεύτερον εν τη Νικαέων λαμπρά μητροπόλει των Βιθυνών επαρχίας, εν τη αγία του Θεού εκκλησία τη επονομαζομένη Σοφία ακολουθήσασα τη παραδόσει της Καθολικής Εκκλησίας, ώρισε τα υποτεταγμένα».
«Ο το φως της αυτού επιγνώσεως ημίν χαρισάμενος και του σκότους της ειδωλικής μανίας ημάς λυτρωσάμενος Χριστός ο Θεός ημών νυμφευσάμενος την αγίαν αυτού Καθολικήν Εκκλησίαν μη έχουσαν σπίλον ή ρυτίδα, ταύτην επηγγείλλατο διαφυλάττεσθαι, τοις τε αγίοις αυτού μαθηταίς διεβεβαιούτο λέγων, «μεθ’ ημών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος». ταύτην δε την επαγγελίαν ου μόνον αυτοίς εχαρίσατο, αλλά και ημίν τοις δι’ αυτών πιστεύσασιν εις το όνομα αυτού. Της ουν δωρεάς ταύτης αλογήσαντές τινες, ως υπό του απατεώνος εχθρού αναπτερούμενοι, εξέστησαν του ορθού λόγου, και τη παραδόσει της Καθολικής Εκκλησίας αντιταξάμενοι, προς την σύνεσιν της αληθείας διήμαρτον, και ως φησιν ο παροιμιακός λόγος, τους άξονας του ιδίου γεωργίου πεπλάνηνται, και συνήξαν εν χερσίν ακαρπίαν, ότι των ιερών αναθημάτων την θεοπρεπή ευκοσμίαν διαβάλλειν τετολμήκασιν, ιερείς μεν λεγόμενοι, μη όντες δε. περί ων ο Θεός δια της προφητείας βοά. «ποιμένες πολλοί διέφθειραν τον αμπελώνα μου, εμόλυναν την μερίδα μου». Ανιέροις γαρ επακολουθήσαντες ανδράσι, ταις ιδίαις φρεσί πειθομένοις, κατηγόρησαν της αρμοσθείσης Χριστώ τω Θεώ αγίας αυτού Εκκλησίας, και ανά μέσον αγίου και βεβήλου ου διέστειλαν, την εικόνα του Κυρίου και των αγίων αυτού ομοίως τοις ξοάνοις των σατανικών ειδώλων ονομάσαντες. Διό μη φέρων οράν υπό τοιαύτης λύμης διαφθειρόμενον το υπήκοον ο δεσπότης Θεός, ημάς τους απανταχού της ιερωσύνης αρχηγούς τη αυτού ευδοκία συνεκάλεσε, θείω ζήλω και επινεύσει Κωνσταντίνου και Ειρήνης των πιστοτάτων ημών βασιλέων, όπως η ένθεος παράδοσις της καθολικής Εκκλησίας κοινή ψήφω απολάβη το κύρος. Μετά πάσης τοίνυν ακριβείας ερευνήσαντές και διασκεψάμενοι, και τω σκοπώ της αληθείας ακολουθήσαντες, ουδέν αφαιρούμεν, ουδέν προστίθεμεν, αλλά πάντα τα της Καθολικής Εκκλησίας αμείωτα διαφυλάττομεν. και επόμενοι ταις αγίαις Οικουμενικαίς εξ Συνόδοις, πρώτα μεν τη εν λαμπρά Νικαέων μητροπόλει συναθροισθείση, έτη γε μην και τη μετ’ αυτήν εν τη θεοφυλάκτω βασιλίδι πόλει» (έπεται το Σύμβολο Νικαίας-ΚΠόλεως).  
«Βδελυσσόμεθα δε και αναθεματίζομεν Άρειον και τους αυτώ σύμφρονας και κοινωνικούς της μανιώδους αυτού κακοδοξίας, Μακεδόνιόν τε και τους περί αυτόν καλώς ονομασθέντας Πνευματομάχους. ομολογούμεν δε και την Δέσποιναν ημών την αγίαν Μαρίαν κυρίως και αληθώς Θεοτόκον, ως τεκούσαν σαρκί τον ένα της αγίας Τριάδος Χριστόν τον Θεόν ημών, καθά και η εν Εφέσω το πρότερον εδογμάτισε Σύνοδος, και τον ασεβή Νεστόριον και τους αμφ’ αυτόν, ως προσωπικήν δυάδα εισάγοντας, της Εκκλησίας εξώθησε. συν τούτοις δε και τας δυο φύσεις ομολογούμεν του σαρκωθέντος δι’ ημάς εκ της αχράντου Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, τέλειον αυτόν Θεόν και τέλειον άνθρωπον γινώσκοντες, ως και η εν Χαλκηδόνι Σύνοδος εξεφώνησεν, Ευτυχή και Διόσκορον δυσφημήσαντας της θείας αυλής εξελάσασα, συναποβάλλοντες αυτοίς Σεβήρον, Πέτρον και την πολυβλάσφημον αυτών αλληλόπλοκον σειράν, μεθ’ ων και τα Ωριγένους, Ευαγρίου τε και Διδύμου μυθεύματα αναθεματίζομεν, ως και η εν Κωνσταντινουπόλει συγκροτηθείσα πέμπτη Σύνοδος. ειτά τε και δυο θελήματα και ενεργείας κατά την των φύσεων ιδιότητα επί Χριστού κηρύττομεν, καθ’ όσον τρόπον και η εν Κωνσταντινουπόλει έκτη Σύνοδος εξεβόησεν, αποκηρύξασα Σέργιον, Ονώριον, Κύρον, Πύρρον, Μακάριον, τους αθελήτους της ευσεβείας και τους τούτων ομόφρονας. Και συνελόντες φαμέν. απάσας τας εκκλησιαστικάς εγγράφως ή αγράφως τεθεσπισμένας ημίν παραδόσεις ακαινοτομήτως φυλάττομεν. Ων μια εστί και η της εικονικής αναζωγραφήσεως εκτύπωσις, ως τη ιστορία του ευαγγελικού κηρύγματος συνάδουσα, προς πίστωσιν της αληθινής και ου κατά φαντασίαν του Θεού Λόγου ενανθρωπήσεως, και εις ομοίαν λυσιτέλειαν ημίν χρησιμεύουσα. τα γαρ αλλήλων δηλωτικά αναμφιβόλως και τας αλλήλων έχουσιν εμφάσεις».
«Τούτων ούτως εχόντων, την βασιλικήν ώσπερ ερχόμενοι τρίβον, επακολουθούντες τη θεηγόρω διδασκαλία των αγίων Πατέρων ημών και τη παραδόσει της Καθολικής Εκκλησίας (του γαρ εν αυτή οικήσαντος Αγίου Πνεύματος είναι ταύτην γινώσκομεν), ορίζομεν ουν ακριβεία πάση και εμμελεία παραπλησίως τω τύπω του τιμίου και ζωοποιού σταυρού ανατίθεσθαι τας σεπτάς και αγίας εικόνας, τας εκ χρωμάτων και ψηφίδας και ετέρας ύλης επιτηδείως εχούσης, εν ταις αγίαις του Θεού εκκλησίαις, εν ιεροίς σκεύεσι και εσθήσι, τοίχοις τε και σανίσιν, οίκοις τε και οδοίς της τε του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού εικόνος, και της αχράντου Δεσποίνης ημών της αγίας Θεοτόκου, τιμίων τε αγγέλων και πάντων αγίων και οσίων ανδρών. Όσω γαρ συνεχώς δι’ εικονικής ανατυπώσεως ορώνται, τοσούτον και οι ταύτας θεώμενοι διανίστανται προς την πρωτοτύπων μνήμην τε και επιπόθησιν, και ταύτας ασπασμόν και τιμητικήν προσκύνησιν απονέμειν, ου μη τα κατά πίστιν ημών αληθινήν λατρείαν, ή πρέπει μόνη τη θεία φύσει. αλλ’ ον τρόπον τω τύπω του τιμίου και ζωοποιού σταυρού και τοις αγίοις ευαγγελίοις και τοις ιεροίς αναθήμασι, και θυμιαμάτων και φώτων προσαγωγήν προς την τούτων τιμήν ποιείσθαι, καθώς και τοις αρχαίοις ευσεβώς είθισται. «Η γαρ της εικόνος τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει», και ο προσκυνών την εικόνα, προσκυνεί εν αυτή του εγγραφομένου την υπόστασιν. Ούτω γαρ κρατύνεται η των αγίων Πατέρων ημών διδασκαλία, είτουν παράδοσις της Καθολικής Εκκλησίας, της από περάτων εις πέρατα δεξαμενής το ευαγγέλιον. ούτω τω εν Χριστώ λαλήσαντι Παύλω και πάση τη θεία αποστολική ομηγύρει και πατρική αγιότητι εξακολουθούμεν κρατούντες τας παραδόσεις, ας παρειλήφαμεν. ούτω τους επινικίους τη Εκκλησία προφητικώς κατεπάδομεν ύμνους. «Χαίρε σφόδρα θύγατερ, Σιών, κύρησσε θύγατερ Ιερουσαλήμ. τέρπου και ευφραίνου εξ όλης της καρδίας σου. περιείλε Κύριος εκ σου τα αδικήματα των αντικειμένων σοι, λελύτρωσαι εκ χειρός εχθρών σου. Κύριος Βασιλεύς εν μέσω σου. ουκ όψει κακά ουκέτι», και ειρήνη σοι εις τον αιώνα χρόνον».
«Τους ουν τολμώντες ετέρως φρονείν ή διδάσκειν, ή κατά τους εναγείς αιρετικούς τας εκκλησιαστικάς παραδόσεις αθετείν και καινοτομίαν τινά επινοείν, ή αποβάλλεσθαί τι εκ των ανατεθειμένων τη εκκλησία ευαγγέλιον ή τύπον του σταυρού ή εικονικήν αναζωγράφησιν ή άγιον λείψανον μάρτυρος, ή επινοείν σκολιώς και πανούργως προς το ανατρέψαι έν τι των ενθέσμων παραδόσεων της καθολικής Εκκλησίας, έτι γε μην ως κοινοίς χρήσθαι τοις ιεροίς κειμηλίοις ή τοις ευαγέσι μοναστηρίοις, επισκόπους μεν όντας ή κληρικούς καθαιρείσθαι προστάσσομεν, μονάζοντες δε ή λαϊκούς της κοινωνίας αφορίζεσθαι».
 
Η απεικόνιση της Αγίας Τριάδος
Η απεικόνιση της Αγ. Τριάδας είναι απότοκος της θεολογίας Της και καταγράφει τις σχέσεις μεταξύ των τριών Προσώπων. Είναι γνωστό, ότι στην Ορθόδοξη Εικονολογία, επιτρεπτή είναι η απεικόνιση μόνον όσων είδαμε και συνέβησαν ιστορικά, των προφητικών οράσεων και συμβόλων, του σαρκωθέντα Υιού και Λόγου του Θεού, της Θεοτόκου, των Αγγέλων και των Αγίων.
Η απεικόνιση της Αγίας Τριάδας ως τριών προσώπων, όπου απεικονίζεται ο Πατέρας ως «παλαιός των ημερών», ο Υιός ως νέος και το Άγ. Πνεύμα «εν είδει περιστεράς», είναι εικόνα ξένη προς την διδασκαλία των Πατέρων. Η απεικόνιση αυτή αποτελεί συγκαλυμμένη ειδωλολατρία, καθώς μέσα από ορθολογιστικές διαδικασίες, περιθέτει σωματικά σχήματα στη Θεότητα. Η αποτύπωση των ενδοτριαδικών σχέσεων ευνοεί την Παπική αντίληψη, περί του τρόπου ύπαρξης του Αγ. Πνεύματος, δηλ. εκπορευόμενου από τον Πατέρα και τον Υιόν εξ ίσου, που είναι η γνωστή πλάνη του filioque. Επίσης η εικόνα αυτή, παρουσιάζοντας διαφορά στις μορφές Πατέρα και Υιού ως προς τη σωματική ηλικία, δίνει την εντύπωση, πως ο Υιός είναι νεώτερος του Πατέρα, αντίληψη που ευνοεί τους νέο-Αρειανούς Χιλιαστές και τους αρνητές της θεότητας του Υιού, Εβραίους και Μουσουλμάνους.
            Το θέμα της απεικόνισης του Θεού Πατέρα, ως «παλαιού των ημερών», σε απεικονίσεις Παλαιοδιαθηκικών οραμάτων (όπως π.χ. του οράματος του Δανιήλ) υπήρξε αντικείμενο εξέτασης κατά τη διάρκεια της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Εκεί, οι Πατέρες της Συνόδου ρωτούν δια του στόματος του Πάπα Ρώμης αγίου Γρηγορίου Β΄: «Δια τι τον πατέρα του Κυρίου Ιησού Χριστού ουχ ιστορούμεν και ζωγραφούμεν για να δώσουν αμέσως την απάντηση: «Επειδή ουκ οίδαμεν τις εστίν (...) και ει εθεασάμεθα και εγνωρίσαμεν καθώς τον υιόν αυτού, κακείνον αν είχομεν ιστορήσαι και ζωγραφήσαι» (PG XII 963 E).
            Επίσης για την απεικόνιση του αγίου Πνεύματος η ίδια η Σύνοδος αναφέρει: «..... καίτοι των ευαγγελικών ουδαμώς παραδεδοκότων γραμμάτων, ότι γέγονε περιστερά το άγιον πνεύμα, αλλά ότι εν είδει περιστεράς ώφθη ποτέ» (PG XIII 181 A).
            Αλλά το θέμα της απεικόνισης  της Αγίας Τριάδας έχει λήξει τελεσίδικα στην Μεγάλη Σύνοδο της Μόσχας του 1666, όπου μέσα στις πράξεις της Συνόδου, το κεφάλαιο 43 είναι αφιερωμένο στο ζήτημα της εικόνας της θεότητας και ιδιαίτερα του Θεού Πατέρα. Αυτό το κεφάλαιο έχει τον τίτλο: «Περί των εικονογράφων και του Σαβαώθ».
            Στις αποφάσεις της Συνόδου, για το συγκεκριμένο θέμα αναφέρονται τα εξής: «Θεσπίζουμε ότι ένας ικανός ζωγράφος που, ταυτόχρονα, είναι ένας καλός άνθρωπος (με εκκλησιαστική αξιοπρέπεια), θα διορίζεται διδάσκαλος των εικονογράφων, αρχηγός και επιμελητής. ΄Ετσι, οι αγνοούντες δεν θα μπορούν να χλευάζουν τις άγιες εικόνες του Χριστού, της Μητέρας του και των αγίων Του, τις άσχημες και κακοζωγραφισμένες. και θα σταματήσει η ματαιοδοξία μιας δήθεν σοφίας, που έχει οδηγήσει στην συνήθεια να ζωγραφίζει ο καθένας κατά τη φαντασία του χωρίς αυθεντική αναφορά και μάλιστα ξεκινώντας από ποικίλες αναπαραστάσεις του Κυρίου Σαβαώθ. Εντελλόμεθα να μην ζωγραφίζεται στο εξής η εικόνα του Κυρίου Σαβαώθ, σύμφωνα με μη λογοκριμένες οράσεις και ανάρμοστες, διότι κανείς δεν έχει δει τον Κύριο Σαβαώθ (δηλαδή τον Θεό Πατέρα) με σάρκα. Μόνον ο Χριστός έχει εικονιστεί, όπως τον είδαν σαρκωμένο, δηλαδή αναπαριστανόμενο με το σώμα Του και όχι κατά την θεότητά Του. το ίδιο και η υπεραγία Μητέρα του Θεού και οι άλλοι άγιοί Του.....
            ..... Είναι εντελώς παράλογο να εικονογραφούν τον Κύριο Σαβαώθ (δηλαδή τον Πατέρα), με άσπρα γένια, με τον μονογενή Υιό στο στήθος Του και ένα περιστέρι ανάμεσά Τους, διότι κανείς δεν είδε τον Πατέρα μέσα στην Θεότητά Του. ο Πατέρας, πράγματι δεν έχει σάρκα και ο Υιός δεν εγεννήθη κατά σάρκα από τον Πατέρα προ των αιώνων. Κι’ αν ο προφήτης Δαβίδ λέει: «εκ γαστρός προ εωσφόρου εγέννησά σε» (Ψαλμ. ΡΘ΄ 3), αυτή η γέννηση, σίγουρα, δεν είναι σωματική. αυτή ήταν ανέκφραστη και απερινόητη. Διότι ο ίδιος ο Χριστός λέει στο Ευαγγέλιο: «ουδείς γινώσκει τον Πατέρα ειμή ο Υιός». Και ο προφήτης Ησαΐας ζητά στο 40ο κεφάλαιο: «τίνι ωμοιώσατε κύριον και τίνι ομοιώματι ωμοιώσατε αυτόν; μη εικόνα εποίησεν τέκτων ή χρυσοχόος χωνεύσας χρυσίον περιεχρύσωσεν αυτόν ομοίωμα κατασκεύασεν αυτόν; (18-19)». Το ίδιο και ο άγιος απόστολος Παύλος λέει στο κεφάλαιο 17 των Πράξεων: «γένος ουν υπάρχοντες του Θεού ουκ οφείλομεν νομίζειν χρυσώ ή αργύρω ή λίθω χαράγματι τέχνης και ενθυμήσεως ανθρώπου το θείον είναι όμοιον». Και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέει επίσης (Περί ουρανού, κεφ. 20 για την εικόνα): «Μόνον δε το Θείον απερίγραπτόν εστι πάντα πληρούν και πάντα περιέχον και πάντα περιορίζον ως υπέρ πάντα ον και πάντα δημιουργήσαν». Ο άγιος Γρηγόριος ο Διάλογος το απαγορεύει επίσης με παρόμοιο τρόπο. Να γιατί ο Κύριος Σαβαώθ που είναι η Θεότητα και η γέννηση του μονογενούς Υιού προ των αιώνων, γίνονται αντιληπτοί μόνο από το πνεύμα μας. όσο για την αναπαράστασή τους σε εικόνα δεν αρμόζει σε καμία περίπτωση, ούτε είναι δυνατή».
            Εξ άλλου στη θ. Λειτουργία του αγίου Ιωάννη του Χρυσόστομου χαρακτηριστική είναι η ευχή που υποδηλώνει το αδύνατο της αναπαράστασης του Κυρίου Σαβαώθ: «Συ γαρ ει Θεός ανέκφραστος, απερινόητος, αόρατος, ακατάληπτος.....».
            Και το Άγιον Πνεύμα δεν είναι από τη φύση του ένα περιστέρι, αλλά Θεός. Κανείς, λοιπόν, δεν είδε ποτέ το Θεό, καθώς μαρτυρεί ο άγιος Ευαγγελιστής και Θεολόγος Ιωάννης. Ωστόσο, στην αγία Βάπτιση του Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό, το Άγιον Πνεύμα φάνηκε με τη μορφή περιστεριού και γι’ αυτό ακριβώς μπορούμε να το αναπαριστάνουμε με τη μορφή αυτή, σ’ αυτό μόνο το μέρος. Αλλού, αυτοί που κατανοούν τα πράγματα πνευματικά δεν εικονίζουν το Άγιον Πνεύμα με τη μορφή περιστεριού. στο Όρος Θαβώρ, για παράδειγμα, παρουσιάστηκε με τη μορφή γνόφου (νεφέλης) και αλλού με άλλο τρόπο (υπενθυμίζεται η καιόμενη βάτος στον Μωυσή και οι πύρινες γλώσσες της Πεντηκοστής).
            Κατά τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, Σαβαώθ μεταφράζεται από την εβραϊκή γλώσσα με την έκφραση «ο κύριος των Δυνάμεων». Επομένως, ο Κύριος των Δυνάμεων είναι η Αγία Τριάδα, ο Πατέρας, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα. Και αν ο προφήτης Δανιήλ λέει, ότι είδε τον παλαιό των ημερών καθήμενον επί θρόνου κρίσεως, δεν εννοεί τον Πατέρα, αλλά τον Υιό, ο οποίος στην Δευτέρα Παρουσία Του, θα κρίνει παν έθνος δια της φοβεράς Του κρίσεως.
            Ζωγραφίζουν επίσης στις εικόνες του Ευαγγελισμού τον Κύριο Σαβαώθ, που φυσά με το στόμα Του κι αυτή η πνοή φθάνει στην κοιλιά της αγίας Θεομήτορος. Αλλά ποίος το είδε αυτό και ποία αγία Γραφή το μαρτυρεί; Από πού το πήραν αυτό; Είναι φανερό, ότι μια τέτοια χρήση και άλλα παρόμοια πράγματα τα υιοθέτησαν και τα δανείστηκαν από ανθρώπους μάταιης γνώσης ή μάλλον από πνεύμα διαταραγμένο ή απόν. Να γιατί παραγγέλλουμε να σταματήσουν στο εξής αυτές οι μεταφερμένες από αλλού εικονογραφίες, που η μάταιη γνώση γέννησε.....».
            Και η Σύνοδος καταλήγει: «Τα λέμε αυτά για να αποστομώσουμε τους εικονογράφους, για να σταματήσουν να κάνουν λαθεμένες εικόνες και μάταιες και στο εξής να μη ζωγραφίζουν τίποτε σύμφωνα με τις ατομικές τους ιδέες και χωρίς αυθεντικές αναφορές».
            Υπάρχει όμως παράσταση της Αγίας Τριάδας, που να συμφωνεί με τα ιερά κείμενα; Ναι, υπάρχει και αυτή είναι η κλασσική εικόνα της φιλοξενίας του Αβραάμ, που τόσο επιτυχημένα έχει εικονίσει ο άγιος Ανδρέας Ρουμπλιέφ (Andrei Rublev) (τον 14ο αιώνα), δηλ. την φιλοξενία των τριών προσώπων (Αγγέλων) από τον Αβραάμ.
            Η Τριάδα του Ρουμπλιέφ ακολουθεί με αυστηρή συνέπεια την τάξη του Συμβόλου της Πίστης (από αριστερά στα δεξιά): Πατέρας, Υιός, Άγιο Πνεύμα. Τα ενδύματα του μεσαίου Αγγέλου έχουν τα χρώματα του σαρκωμένου Λόγου, στα οποία περιλαμβάνεται ο μανδύας, προφανώς πάνω στο ιμάτιο - σύμβολο μηνύματος. Ένα μανδύα λιγότερο εμφανή, οπωσδήποτε στον τόνο του ιματίου, βλέπουμε στο δεξιό Άγγελο - σύμβολο της τρίτης υπόστασης.
            Όσο για τον εικονογραφικό συμβολισμό, αυτή η εικόνα παρουσιάζει την θεμελιώδη εκκλησιαστική θέση: η Εκκλησία είναι η αποκάλυψη του «Πατρός εν Υιώ και Αγίω Πνεύματι». Το κτίσμα, σπίτι του Αβραάμ, είναι μια εικόνα της Εκκλησίας πάνω από τον Άγγελο του πρώτου προσώπου. η δρυς του Μαμβρή - δένδρο της ζωής και του ξύλου του Σταυρού, πάνω από τον Άγγελο του δευτέρου προσώπου - είναι ένδειξη της οικονομίας του Υιού του Θεού. τέλος, έχουμε το βουνό, σύμβολο πνευματικής ανόδου, πάνω από τον Άγγελο του τρίτου προσώπου. Πρέπει να προστεθεί, ότι το νόημα αυτής της εικόνας είναι επικεντρωμένο στο ποτήρι της ευχαριστίας, θείο δείπνο. Επίσης παρατηρείται, ότι ο αριστερά Άγγελος (Πατέρας) ατενίζει με βλέμμα κατά πολύ υψηλότερο, απ’ ότι οι άλλοι δυο, οι οποίοι έχουν ελαφρά κλίση της κεφαλής προς αυτόν.
   Ακριβώς σ’ αυτή την εικόνα, «η ενέργεια του πνεύματος» μισάνοιξε στον μοναχό Ανδρέα Ρουμπλιέφ την έννοια της παλαιοδιαθηκικής αποκάλυψης, μια νέα θέα της τριαδικής ζωής. Η εικόνα θ’ αποδειχθεί τόσο δυνατή ώστε, «μεταξύ όλων των φιλοσοφικών αποδείξεων της ύπαρξης του Θεού, το πιο πειστικό είναι το συμπέρασμα: Υπάρχει η Τριάδα του Ρουμπλιέφ, υπάρχει ο Θεός».
Παρ’ όλες όμως αυτές τις απαγορεύσεις, δυστυχώς, εξακολουθούν και κυκλοφορούν εικόνες της αγίας Τριάδας με τον Θεό Πατέρα, ως «παλαιό των ημερών» και το άγιο Πνεύμα, ως περιστέρι. Αλλά το χειρότερο είναι άλλο: Η απεικόνιση του Χριστού, ως Μεγάλου Αρχιερέα, στις θύρες της Ωραίας Πύλης. Εκεί, ο Χριστός απεικονίζεται με πλήρη αρχιερατική στολή, με μίτρα, αλλά και εγκόλπιο, στο οποίον απεικονίζεται ο Θεός Πατέρας, ή ένα περιστέρι! Δεν λείπουν ακόμη και παραστάσεις της Παναγίας βρεφοκρατούσας!
 
Παρατηρήσεις
1/ Η Εικονομαχία είχε πολιτικές και εκκλησιαστικές επιπτώσεις τόσο για το Βυζάντιο, όσο και για τη Δύση.
2/ Αποτελεί παράδειγμα της αντικανονικότητας στις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας, όπου οι εικονομάχοι Αυτοκράτορες επενέβαιναν δραστικά στα εσωτερικά της Εκκλησίας, στη διοίκησή της, αλλά και στον καθορισμό της Πίστης.
3/ Πάρα πολλοί Επίσκοποι της περιόδου αυτής υπέγραψαν τα πρακτικά των δύο εικονομαχικών Συνόδων (754 και 815).
4/ Από την εικονομαχική αυτή έριδα προβλήθηκαν Μάρτυρες και Ομολογητές της Πίστης, πολλές δε χιλιάδες πιστών κατέφυγαν στη Δύση, για να γλυτώσουν από τους διωγμούς.
5/ Η εικονομαχία ωφέλησε και αρνητικά, γιατί προκάλεσε πνευματική αναγέννηση και επέφερε εξύψωση και αποκάθαρση της θρησκευτικής ζωής.
6/ Η απόσπαση της νότιας Ιταλίας και του Ιλλυρικού από τη Ρώμη και η προσάρτησή της στην ΚΠολη έκοψε τις γέφυρες μεταξύ Ανατολής και Δύσης και συνετέλεσε στην απομάκρυνση των Επισκόπων Ρώμης από το Βυζάντιο και τη δημιουργία του Παπικού κράτους, από τον Πάπα Στέφανο Γ΄, το 754, οπότε έχουμε το προοίμιο του μετέπειτα μεγάλου Σχίσματος του 1054, μεταξύ Ανατολής και Δύσης.
7/ Η σύσταση του Παπικού κράτους, το 754, δεν συνάντησε την αντίδραση της καθόλου Εκκλησίας και αυτό αποδεικνύεται από την παρουσία των Παπών Αδριανού Α΄ (δια των αντιπροσώπων αυτού) στη Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο και Ιωάννη Η΄ (δια των αντιπροσώπων αυτού) στην Η΄ Οικουμενική Σύνοδο, όχι μόνο, ως αρχηγούς Εκκλησίας, αλλά και ως αρχηγούς κοσμικής εξουσίας, κατά παράβαση του ζ΄ κΚνόνα της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου.
8/ Σύμφωνα με το Σύμβολο της Συνόδου επιτρέπεται η απεικόνιση του Τιμίου Σταυρού, του Ιησού Χριστού, της Θεοτόκου, των Αγγέλων και των Αγίων στους Ι. Ναούς, σε ιερά σκεύη, σε ιερά ενδύματα, σε τοίχους, σε σανίδες, στις οικίες (κατ’ οίκον εκκλησίες) και σε δρόμους. Απεικονίζονται λοιπόν, όσα μπορούν να οραθούν και όχι των αοράτων, όπως του Θεού Πατέρα. Επ’ αυτού ισχύει επιπροσθέτως και η απόφαση της Συνόδου της Μόσχας του 1666, όπου απαγορεύεται ρητώς η απεικόνιση του Θεού Πατέρα και του αγίου Πνεύματος, ως περιστεράς.